Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016



No Input Signal
Chrys.



Πρωί πρώτης μέρας. Ξεκινώντας για τη δουλειά
Η εφαρμογή ξυπνητήρι RV 322, που βρισκόταν στο νευρώνα XR 200 του φυσικού δικτύου SPR 3008, στο δεξιό μέρος του εγκεφάλου του, κουδούνισε, όπως ήταν προγραμματισμένη, στις 07:00. Ξέροντας πως δεν είχε χρόνο για χάσιμο – σήμερα ήταν μια σημαντική μέρα – ο Δημήτρης πετάχτηκε από το κρεβάτι, φόρεσε τα καινούργια ρούχα που είχε αφήσει από το προηγούμενο βράδυ πάνω στο κομοδίνο, πήγε στην κουζίνα όπου έφτιαξε έναν στιγμιαίο, γλυκό, κρύο καφέ που τον ήπιε μονορούφι, κι αφού καθάρισε το μυαλό του ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στον πίνακα με την Αθήνα της δεκαετίας του 1920 που είχε κρεμασμένο στο σαλόνι, αφού ανέπνευσε τον αέρα αυτής της δανεικής ανάμνησης, βγήκε έξω από το σπίτι.
Θα προλάβαινε, δεν είχε χάσει ώρα. Η αγωνία του για τη σημερινή μέρα όμως ήταν τόσο μεγάλη, που τα πόδια του έτρεχαν πιο γρήγορα από τη λογική του, πιο γρήγορα ακόμα και από τον ρυθμό που είχε επιβάλει στο βάδισμά του ο υποβοηθούμενος από τoν ultra – multi – core nanoprocessor των 120 ZHz εγκέφαλός του. Βέβαια το ότι είχε χρόνο, κάπως τον ηρέμησε. Πήγε μάλιστα να το ρίξει και λιγάκι στη φιλοσοφία, όμως τελικά άλλαξε γνώμη, πειθάρχησε, δεν το έριξε στη φιλοσοφία, έκανε ακριβώς το αντίθετο, της έριξε πόρτα.  Ήξερε καλά πως σήμερα δεν είχε περιθώριο για τέτοιες πολυτέλειες. Σήμερα έπρεπε να είναι στρατιώτης.
Χωρίς λοιπόν να καθυστερήσει, διέσχισε γρήγορα τα 200 μέτρα που χώριζαν το διαμέρισμά του από το ασανσέρ (ένα από τα ασανσέρ, το πιο κοντινό) του ουρανοξύστη. Μέχρι το υπόγειο ΙΙ, όπου βρισκόταν η στάση του μετρό, μεσολαβούσαν 48 όροφοι. Ο χρόνος που χρειαζόταν για να φτάσει ως κάτω ήταν 3 με 4 λεπτά, με την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν θα υπήρχαν ενδιάμεσες στάσεις. Σήμερα ήθελε οπωσδήποτε να αποφύγει τις ενδιάμεσες στάσεις, όχι μόνο για να μη χάσει χρόνο, αλλά και για να μη πέσει πάνω σε κανέναν περίεργο γείτονα, σαν αυτόν του διαμερίσματος Κ 128, ο οποίος εργαζόταν ως security, όμως είχε την εντύπωση ότι είναι μεγάλος ντετέκτιβ και διαρκώς περιεργαζόταν τους άλλους, μήπως τυχόν εντοπίσει κάτι ύποπτο στη συμπεριφορά τους. Κι ο Δημήτρης ήταν ύποπτος, όχι για το καθεστώς, όχι ακόμα, αλλά γι΄ αυτά που έκρυβε από το καθεστώς, όπως η απενεργοποίηση του συστήματος gov. hack που είχε κάνει πριν από μερικούς μήνες με τη βοήθεια της αντίστασης.
Δεν πρόκειται βέβαια ακριβώς για απενεργοποίηση, αλλά για παράκαμψη αυτού του παραθύρου παρακολούθησης, ενός λογισμικού εγκατεστημένου στο νευρώνα XS 001, που δίνει τη δυνατότητα στο κράτος να βλέπει μέσα στη σκέψη σου. Βέβαια, το gov.hack δεν λειτουργεί έτσι ώστε να παρακολουθεί τις σκέψεις όλων των πολιτών ανά πάσα στιγμή. Είναι κάτι σαν trojan horse, που αφού εγκατασταθεί στο σύστημά σου, παραμένει εκεί ανενεργός μέχρι να αποφασίσει κάποιος από την υπηρεσία πληροφοριών ότι πρέπει να σε παρακολουθήσουν, οπότε το ενεργοποιεί.  Δυστυχώς, με τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους οι κρατικές υπηρεσίες, δεν μπορούσες να ξέρεις αν σ’ έχουν ενεργοποιήσει. Τα παιδιά από την αντίσταση όμως, στην οποία είχε προσχωρήσει ο Δημήτρης, είχαν ανακαλύψει έναν τρόπο να ξεφεύγουν από το βλέμμα του Μεγάλου Αδελφού. Έτσι ο Δημήτρης μπορούσε να είναι σίγουρος, πως ό,τι κι αν έτρεχε μέσα στο μυαλό του, ό,τι κι αν σκεφτόταν, το καθεστώς δεν το έβλεπε. 
Είχε φτάσει στο δεύτερο όροφο, χωρίς να είναι μαζί του στο ασανσέρ κανένας άλλος. Ήταν ήρεμος, μιας και μειώνονταν, είχαν σβήσει πια, οι πιθανότητες να βρεθεί πρόσωπό με πρόσωπο με κάποιον ένοικο του ουρανοξύστη. Κανονικά δεν θα έπρεπε να ανησυχεί,  καθώς οι άλλοι ένοικοι, ο security, δεν είχαν τα μέσα να ανακαλύψουν πως έχει απενεργοποιήσει το gov.hack. Ήταν όμως, όπως πίστευε, πολύ εύκολο να το προδώσει μόνος του με τη συμπεριφορά του.
«Φαίνεται ο ελεύθερος άνθρωπος», έλεγε και ξανάλεγε στα παιδιά της αντίστασης. «Βάφει η ελευθερία. Έχει χρώμα και βάφει το πρόσωπο. Όλα επάνω σου είναι πιο ζωηρά».
Κάτι τέτοια κλισέ έλεγε, πασπαλίζοντάς τα με λίγες εξυπνάδες για να κρύψει την μπαγιατίλα, όπως αυτό που έλεγε, πως ο ελεύθερος άνθρωπος είναι χρωματιστός και διάφανος σαν τον imac του 1998.

Έφτασε στο υπόγειο ΙΙ, στη στάση του μετρό, στον προβλεπόμενο χρόνο. Ανακατεύτηκε αμέσως με το πλήθος, όλους αυτούς τους ανθρώπους που έτρεχαν να προλάβουν να πάνε στις δουλείες τους ή που απλώς έτρεχαν, ασχέτως αν δεν είχαν τίποτα να κάνουν, αφού το DNA τους δεν αναγνώριζε την ύπαρξη άλλων βιορυθμών. Σήμερα βέβαια, ο Δημήτρης βολευόταν με όλο αυτό. Ο κόσμος που έτρεχε, έγινε η κρυψώνα του που δεν άφηνε να φανεί η αγωνία του για το τι θα συμβεί τις επόμενες ώρες. Άλλες φορές θα έκανε πιο αργές κινήσεις.
«Από τα καθημερινά», έλεγε, «ξεκινάει η αντίσταση», και ώσπου να έλθει ο συρμός, θα προσπαθούσε να σημειώσει κάποια πρόοδο στην τελευταία του διανοητική περιπλάνηση, που ήταν να βρει την αιτία που κρύβεται πίσω από την ευταξία, όπως πίστευε, του ρυθμού της ταλάντωσης όλου αυτού του καθημερινού πήγαινε – έλα των ανθρώπων στο μετρό. Μάλιστα, μιλώντας στους συναδέλφους του, απορούσε πώς κανείς δεν το είχε παρατηρήσει αυτό.  Όλα αυτά, βέβαια, άλλες μέρες. Σήμερα οι ιδιοτροπίες του έπρεπε να μείνουν κλειδωμένες στο κλουβί.
Ο Δημήτρης, αφού μπήκε στο μετρό, φόρεσε, όπως οι περισσότεροι επιβάτες, το «περίπτερο» – είναι τα ειδικά γυαλιά που συνδέουν τον εγκέφαλο με το κέντρο ειδήσεων – για να μάθει τα φρέσκα νέα της ημέρας. Οι ειδήσεις περνούσαν η μια μετά την άλλη από μπροστά του αστραπιαία. Η ώρα ήταν που περνούσε δύσκολα.
Ύστερα από  τέσσερα περίπου λεπτά έφτασε στον προορισμό του, στην πλατεία Αναγέννησης – είναι αλήθεια ότι ο Δημήτρης δεν ταλαιπωρούταν πολύ με τις μετακινήσεις. Άλλοι ήθελαν οκτώ και δέκα λεπτά για να φτάσουν στη δουλειά τους με το μετρό. Αυτός όμως έμενε στο διαμέρισμα 6 του Δήμου Αθηνών. Συγκεκριμένα, ο ουρανοξύστης του βρισκόταν εκεί που παλιά ήταν η πλατεία Φωκίωνος Νέγρη, όχι δηλαδή και πολύ μακριά από την πλατεία Αναγέννησης, πρώην Συντάγματος.
Κατέβηκε από το μετρό και πήγε κατευθείαν στους μπλε ανελκυστήρες (οι γίγαντες της θάλασσας όπως λέγανε με τους συναδέλφους του λόγω της μεγάλης τους χωρητικότητας) που προορίζονταν για τους χαμηλόβαθμους υπαλλήλους του επιπέδου Ι, του γραφειακού κέντρου ΙΙ, όπου εργαζόταν. Περίμενε το ασανσέρ, μαζί με ένα τσούρμο κόσμο, και μόλις αυτό ήλθε, έτρεξε μπας και προλάβει καμιά θέση. Δυστυχώς σε κάτι τέτοιες περιστάσεις η στατιστική δεν ευνοούσε. Έτσι κι αυτή τη φορά ο Δημήτρης έκατσε όρθιος, κοντά στο παράθυρο, ένας χώρος που του άρεσε πολύ, που όμως πάντοτε έμενε κενός, κάτι που ο ίδιος δεν μπορούσε να εξηγήσει.

Ο Δημήτρης εργαζόταν ως αναλυτής στο Υπουργείο Επεξεργασίας Δεδομένων, στο γραφειακό κέντρο ΙΙ, όπου φιλοξενούνταν αποκλειστικά και μόνο υπηρεσίες του συγκεκριμένου υπουργείου. Τα υπόλοιπα υπουργεία στεγάζονταν όλα μαζί στο πολύ μεγαλύτερο γραφειακό κέντρο IV, που ήταν απέναντι από το ΙΙ – το απέναντι είναι και κυριολεκτικό και σχετικό, καθώς ναι μεν το ΙΙ είναι απέναντι από το IV, όμως η μεταξύ τους απόσταση είναι μεγάλη.
Πολλά κυβερνητικά στελέχη πίεζαν, ώστε όλα τα υπουργεία να μεταφερθούν στη βορειοδυτική Αθήνα, κοντά στον δρυμό της Πάρνηθας, όπου είχαν χτιστεί τα πιο σύγχρονα γραφειακά κέντρα, όμως οι ιθύνοντες, για ιστορικούς λόγους – τι παράξενο – θα καταλάβετε μετά το γιατί – δεν ήθελαν να τα διώξουν από την πλατεία Αναγέννησης, το μέρος απ’ όπου ξεκίνησε η αστική ανάπλαση της πόλης το 2031. Έτσι τα υπουργεία εξακολουθούν να στεγάζονται στα ξεφτισμένα από το χρόνο και αρκετά πια ξεπερασμένα, ως αρχιτεκτονική φιλοσοφία, κέντρα ΙΙ και IV.
Καθώς ανέβαινε με το ασανσέρ, ο Δημήτρης έριξε μια ματιά στην πόλη όπου γεννήθηκε, εργαζόταν, και όπως έδειχναν τα πράγματα, θα πέθαινε κιόλας. Ήταν μια όμορφη εικόνα, το μόνο ίσως καλό, όπως έλεγαν τα μέλη της αντίστασης, που υπήρχε αυτήν την εποχή. Είχε δει κάτι φωτογραφίες της πλατείας Συντάγματος σε παλιά περιοδικά, από τις αρχές του 21ου αιώνα, που του είχαν δώσει από την αντίσταση, και πραγματικά δεν του άρεσε καθόλου. Το μόνο που είχε μείνει ίδιο από εκείνη την εποχή ήταν η πρόσοψη του βουλευτηρίου, η οποία βρισκόταν στο ισόγειο του γραφειακού κέντρου ΙΙ και εκτιθόταν  ως μουσειακό είδος. Όλα τα άλλα είχαν αλλάξει.
Το γραφειακό κέντρο όπου δούλευε, ήταν ένας μεταλλικό βουνό ύψους 2.500 μέτρων, που φιλοξενούσε γραφεία σε τρία επίπεδα. Απέναντι, σε απόσταση περίπου δύο χιλιομέτρων, βρισκόταν το γραφειακό κέντρο IV, πιο καινούργια κατασκευή, όλη από γυαλί και ατσάλι, από το κέλυφος της οποίας  κρέμονταν μαρμάρινες ζαρντινιέρες με φυτά. Τον μεταξύ τους χώρο γέμιζε ένα αστικό πάρκο που είχε, όπως πιστευόταν, μια από τις πιο ωραίες λίμνες στην Ευρώπη. Αν και η περιοχή λεγόταν πλατεία Αναγέννησης, πλατεία δεν υπήρχε. Το «πλατεία», πριν από το «Αναγέννησης», λειτουργούσε μάλλον ως ιστορική αναφορά σε εκείνη την παλιά του Συντάγματος.
Καθώς ο Δημήτρης κόντευε να φτάσει στο επίπεδο Ι, οι εικόνες από την πλατεία Αναγέννησης, που είχε απλωθεί τώρα ολόκληρη από κάτω του, περνούσαν από τα μάτια του σαν αστραπή. Με το που έφτασε, πήγε στη στάση του λεωφορείου που υπήρχε ακριβώς απέναντι από το ασανσέρ. Εκεί περίμενε, μαζί με ένα σωρό συναδέλφους του, το λεωφορείο με τον αριθμό S212. Με αυτό πήγαινε καθημερινά μέχρι τη στάση Ι25 που ήταν έξω από τον διάδρομο G 100, όπου βρισκόταν το γραφείο του.
Ο G 100 ήταν ο διάδρομος των αναλυτών ή αλλιώς των geeks, όπως τους αποκαλούσαν οι άλλοι υπάλληλοι του υπουργείου. Και δεν είχαν άδικο που τους αποκαλούσαν έτσι, αφού στον εγκέφαλο των αναλυτών παρέμενε ανοιχτή, την περισσότερη ώρα της ημέρας, η εφαρμογή e-statistics, που ήταν το βασικό εργαλείο της δουλειάς τους. Πέρναγες από μπροστά τους και δεν σε έβλεπαν, τους μιλούσες και δεν σου απαντούσαν, τόσο πολύ ήταν αφοσιωμένοι σε αυτό που έκαναν.
Ο Δημήτρης, μόλις κατέβηκε από το λεωφορείο, αντάλλαξε μερικές καλημέρες στα αγγλικά με δυο – τρεις συναδέλφους του και κατευθύνθηκε αμέσως προς το γραφείο του. (Οι αγγλικές καλημέρες δεν ήταν παραξενιά ή προϊόν αγγλομανίας, σαν αυτή που είχε χτυπήσει τους κατοίκους της παλιάς χώρας στα τέλη του 20ου αιώνα. Τα αγγλικά είναι πλέον η επίσημη γλώσσα, όχι μόνο στην Valkanland, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο, καθώς είναι η μόνη – έτσι πιστεύουν οι άνθρωποι του καθεστώτος – που έχει καταφέρει να ενσωματώσει στα δομικά της χαρακτηριστικά, όλες τις αλλαγές που σημειώθηκαν στη λειτουργία του ανθρωπίνου εγκεφάλου κατά τη διάρκεια της, όπως την έλεγαν παλιά, ηλεκτρονικής επανάστασης. Μάλιστα τα ελληνικά, η γλώσσα που μιλιόταν κάποτε εδώ, όπως και οι περισσότερες γλώσσες στον κόσμο, ανέστειλαν, για να το πω κάπως κομψά, τη λειτουργία τους το 2056, κατ’ εντολή της Επιτροπής Περιφερειών της Παγκόσμιας Ένωσης (WE). Για αρκετά χρόνια μάλιστα, η  οδηγία 3003/2056/WE με την οποία απαγορεύτηκε να μιλιούνται άλλες γλώσσες, πλην των αγγλικών, έγινε ο φόβος και ο τρόμος για τους πολίτες των περισσότερων χωρών, αφού αυτήν επικαλούνταν η αστυνομία για να συλλάβει όσους δεν συμμορφώνονταν με την απαγόρευση. Η οδηγία αυτή έστειλε στη φυλακή κυριολεκτικά περισσότερους ανθρώπους, από οποιονδήποτε άλλο νομικό κείμενο στην ιστορία της ανθρωπότητας, και μάλιστα ανθρώπους μεγάλους σε ηλικία, τους analog, όπως τους αποκαλούμε σήμερα – κάπως έτσι δεν τους αποκαλείτε κι εσείς; –  οι οποίοι δυσκολεύονταν να περάσουν από τη μητρική τους γλώσσα στα αγγλικά. Ειδικά στη Λατινική Γραμμή, τη χώρα που δημιουργήθηκε από την ένωση της Ιταλίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, δεν είναι υπερβολικό να πει κανείς ότι ελάχιστους ηλικιωμένους ανθρώπους συναντούσε κανείς στο δρόμο μετά το 2056. Αυτά άλλωστε έχουν αποδειχθεί, υπάρχουν στατιστικές, ντοκουμέντα αδιάψευστα).

Πρώτης μέρας συνέχεια: φτάνοντας στο γραφείο
Όπως είπα και πριν – και θα το πω χρησιμοποιώντας τις ίδιες ακριβώς λέξεις    ο Δημήτρης, αφού κατέβηκε από το λεωφορείο, αντάλλαξε μερικές καλημέρες στα αγγλικά με δυο – τρεις συναδέλφους του και κατευθύνθηκε αμέσως προς το γραφείο του. Αυτό βρισκόταν στο τέλος του διαδρόμου G 100, στην δεξιά άκρη συγκεκριμένα. Ήταν αρκετά ευρύχωρο και είχε θέα στο εσωτερικό πάρκο του γραφειακού κέντρου. Από επίπλωση, εκ πρώτης όψεως, υπήρχε η αναμενόμενη: ένα γραφείο με μια οθόνη επάνω και μια καρέκλα. Αυτό όμως που ξεχώριζε τον χώρο όπου εργαζόταν, από αυτόν των συναδέλφων του, ήταν ο πολύ κομψός πίνακας παλιάς τεχνοτροπίας – μουσαμάς σε λάδι το έλεγε – που είχε κρεμάσει στον μεγάλο τοίχο, απέναντι από το γραφείο του, καθώς και ένα παλιό κομμάτι των αρχών του 21ου αιώνα, μια μικρή μεταλλική βιβλιοθήκη, όπου στα ράφια της είχε τοποθετήσει διάφορα μικροπράγματα. Παρότι δεν υπήρχε καμία χρηστικότητα σε αυτά τα δύο αντικείμενα, ο Δημήτρης είχε ένα περίεργο δέσιμο μαζί τους. Τα περιποιόταν τακτικά, τα ξεσκόνιζε κάθε τρεις και λίγο, τα φρόντιζε, θα έλεγε κανείς σαν κατοικίδια, κάτι που έκανε ορισμένους συναδέλφους  του να αναρωτούνται πότε πότε για την ψυχική του υγεία.
Κανονικά ο Δημήτρης δεν θα έπρεπε να είχε στη διάθεσή του τέτοια αντικείμενα, καθότι οτιδήποτε παλιό και μη χρηστικό ήταν απαγορευμένο από το καθεστώς. Όμως ο προϊστάμενός του, ο οποίος ήταν κι αυτός κρυπτοπαλιατζής, καθώς και οι συνάδελφοί του, συμπαθούν πολύ τον Δημήτρη, κι έτσι δεν αισθανόταν ότι απειλείται ιδιαίτερα. Άλλωστε τα γραφεία των  αναλυτών δεν τα επισκεπτόταν ποτέ κανείς, ενώ κάθε φορά που ήταν να γίνει επιθεώρηση, ο Δημήτρης είχε τον τρόπο του να το μαθαίνει, οπότε φρόντιζε να εξαφανίζει τον πίνακα και τη βιβλιοθήκη στο αποθηκάκι που ήταν στη μέση του διαδρόμου G 100. Σε κάθε περίπτωση, η κατοχή αυτών των δύο αντικειμένων, ήταν ένα ρίσκο που είχε το θάρρος να πάρει.
Ο Δημήτρης όρμησε φουριόζος μέσα στο γραφείο του κι έκατσε κατευθείαν στην καρέκλα. Με την ασφάλεια που τον έκανε να νιώθει η απενεργοποίηση του gov.hack, ξέροντας πως κανείς δεν τον παρακολουθούσε, ψιθύρισε pro.chart 2002, που ήταν το όνομα του αρχείου με τους χάρτες του γραφειακού κέντρου ΙΙ που του είχαν στείλει χθες το βράδυ από την αντίσταση με b–mail, και με ένα κλικ των ματιών του, τούς προέβαλε στην οθόνη του γραφείου του κι άρχισε να τους αναλύει.
Η στατιστική, οι αναλύσεις, αποτελούσαν ρουτίνα για τον Δημήτρη. Η ανάλυση όμως που τον απασχολούσε σήμερα, είχε μεγάλο βαθμό δυσκολίας, πολύ μεγαλύτερο από τις αναλύσεις που συνήθιζε να κάνει για το υπουργείο.  Θα έπρεπε να εντοπίσει πιθανότητες, να αποκλείσει τις πιο αδύναμες, να προκρίνει τις ισχυρότερες, να αποκλείσει και πάλι κάποιες, μέχρι να φτάσει σε ασφαλή συμπεράσματα για το πού, σε ποιο χώρο μέσα στο γραφειακό κέντρο ΙΙ, βρισκόταν το σχέδιο επίθεσης, το σχέδιο μάχης, βάσει του οποίου θα κινούταν η κυβέρνηση, για να καταφέρει στην αντίσταση το τελειωτικό χτύπημα. Κουβαλούσε μεγάλη ευθύνη. Ήξερε ότι η αντίσταση κρεμόταν από πάνω του. Από αυτόν περίμεναν να μάθουν πού ήταν επιτέλους αυτό το σχέδιο, η γνώση του οποίου θα αχρήστευε την προσπάθεια της κυβέρνησης να χτυπήσει την αντίσταση στην καρδιά της, δίνοντας έτσι στην τελευταία μια μεγάλη ανάσα για την ανασύνταξη των δυνάμεών της και τη συνέχιση του αγώνα της με όρους ευνοϊκότερους.

Παρένθεση: Ο CPUED κόσμος
Μέχρι την εμφάνιση της αντίστασης στην Valkanland, αλλά και αλλού, όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο, το οποίο δεν ήταν το σχέδιο ενός μεμονωμένου ανθρώπου ή κάποιας ομάδας, αλλά ένα αόριστο πλάνο ζωής που ξεπήδησε από τις τεχνολογικές εξελίξεις. Δεν θα εξετάσω σε βάθος αυτό το σχέδιο. Θα αναφέρω μόνο κάποιες βασικές αλλαγές που συνέβησαν στη ζωή των ανθρώπων και στην κοινωνία. Η βασική λοιπόν αλλαγή που συνέβη, σε προσωπικό πρώτα επίπεδο, αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι άρχισαν να λαμβάνουν (receive) την ζωή ή τις εικόνες ζωής που τους έστελνε η πραγματικότητα. Αυτό λοιπόν που έγινε - για να το πω με τον παλιό τρόπο των αρχών του 21ου αιώνα, μιας και η λέξη «λάμβαναν» που χρησιμοποίησα προηγουμένως ενέχει μια παθητικότητα που είναι χαρακτηριστική της εποχής μας - ήταν ότι οι άνθρωποι άρχισαν σταδιακά να αντιλαμβάνονται – το «αντιλαμβάνονται» είναι η σωστή λέξη, είναι πιο ενεργητική και πιο κοντά στην εποχή σας – την πραγματικότητα, την ζωή τους, την εργασία τους, τους άλλους ανθρώπους, ως δεδομένα που έπρεπε να αναλυθούν. Άρχισαν, για να το εξηγήσω καλύτερα, να βλέπουν τον κόσμο ως μικρά κομμάτια, τα οποία προσπαθούσαν να ανασυνθέτουν με τρόπο που να τους επιτρέπεται να εκτιμούν την δυναμική των ροών και απορροών τους. Τα πάντα, μέσα στην καθημερινότητα, έγιναν θέμα ανάλυσης, όλα εξετάζονταν υπό το πρίσμα μιας input – output λογικής. Κινούμενος μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο στόχος που έθετε κανείς στον εαυτό του, ήταν η αύξηση των απορροών του κάθε «ανοιχτού παραθύρου» που συναντούσε στη ζωή του.
Σημαντικές αλλαγές όμως είχαμε και σε κοινωνικό επίπεδο. Οι αλλαγές αυτές άρχισαν από την εκπαίδευση, από τα λεγόμενα πανεπιστήμια. Παραδοσιακοί κλάδοι έρευνας, γνωστικά αντικείμενα με μακρόχρονη παρουσία στον κόσμο του ακαδημαϊκού γίγνεσθαι, όπως η ιστορία, η κοινωνιολογία, οι πολιτικές επιστήμες, η φιλοσοφία, οι σπουδές αρχαίων γλωσσών, άρχισαν σιγά – σιγά να εξαφανίζονται. Ο λόγος ήταν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των φοιτητών, όχι μόνο στη Valkanland, αλλά παντού στον κόσμο, δεν επιθυμούσε να σπουδάσει μη χρηστικά, θεωρητικά όπως τα έλεγαν παλιά, αντικείμενα.
Το ίδιο συνέβη και στα σχολεία, τα οποία πρέπει να πω, πως σε αντίθεση με τα πανεπιστήμια, που έχουν πια κλείσει όλα, λόγω του συστήματος e-Uni, που σου δίνει τη δυνατότητα να παρακολουθείς εξατομικευμένες σπουδές από το σπίτι, φτιάχνοντας μάλιστα εσύ ο ίδιος το πρόγραμμα σπουδών σου, υπάρχουν ακόμα. Στα σχολεία λοιπόν, άρχισαν σταδιακά να εξαφανίζονται όλα τα μαθήματα που θεωρούνταν ξένα ή μη προσαρμόσιμα στην input – output λογική. Η κινητήριος μάλιστα δύναμη πίσω από αυτό ήταν οι γονείς. Όχι κάποια κυβερνητική εντολή, αλλά οι γονείς, στις περισσότερες χώρες του κόσμου, άρχισαν να απαιτούν την απένταξη από το σχολικό πρόγραμμα, μαθημάτων μη υπολογιστικά διεργασμένων ή αλλιώς non cpued από το central processing unit - για να χρησιμοποιήσω έναν νεολογισμό από ένα κείμενο εκείνης της εποχής που έχω βρει. Η αιτία γι’ αυτό είχε να κάνει με το επαγγελματικό μέλλον των παιδιών, τα οποία, οι γονείς πίστευαν, πως δεν θα κατάφερναν να σταδιοδρομήσουν επιτυχώς, αν δεν λάμβαναν από νωρίς μια καθολικά cpued εκπαίδευση. Οι μεγαλύτερες μάλιστα φασαρίες εκείνη την εποχή σημειώθηκαν εδώ στον τόπο μου, στη χώρα που λεγόταν Ελλάδα, αλλά και στα υπόλοιπα Βαλκάνια, κάτι που ήταν απότοκο, όπως μαθαίνω από τα διαβάσματά μου, της αγωνιώδους αναζήτησης οικονομικών διεξόδων, ύστερα από την περιφερειακή οικονομική κρίση του 2022 που χτύπησε τις χώρες της περιοχής. Η κρίση αυτήν έγινε μάλιστα η αιτία να ανοίξει ο δρόμος για την ίδρυση της Valkanland, ένα μοντέλο πανεθνικής πολιτειακής οργάνωσης που αργότερα έγινε ο μπούσουλας για τη δημιουργία νέων κρατών σε ολόκληρο τον κόσμο. 
Τις αλλαγές στην εκπαίδευση ακολούθησαν ανατροπές σε κάθε τομέα της ζωής και της οικονομίας. Μέχρι το 2030 δεν υπήρχε κανένα επάγγελμα, καμία οικονομική δραστηριότητα που η επιβίωσή της να μην εξαρτάται από τον input – output οδηγό που κουβαλούσε μαζί του το νέο πλάνο ζωής. Όμως εξήντα χρόνια μετά, όλος αυτός ο καλά παγιωμένος κόσμος άρχισε να κουνιέται συθέμελα με την άφιξη της αντίστασης.

Παρένθεση: Η έλευση των νέων ανθρώπων
Πιστεύω ότι είμαι ακριβολόγος λέγοντας ότι η αντίσταση δεν ήλθε, αλλά ανακαλύφθηκε. Η σημαδιακή μέρα είναι η 21η Ιουνίου 2091, όταν σε ένα εργαστήριο μοριακής γενετικής στη Βόννη, βγήκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων DNA του πεντάχρονου Jugern Schmidt. Το για ποιο λόγο οι γονείς του μικρού Jugern οδηγήθηκαν στο να ζητήσουν να γίνει εξέταση DNA στο παιδί τους, δεν είναι της παρούσης, αν και πιστεύω ότι δεν χρειάζονται πολύ μυαλό για να το καταλάβει κανείς. Αυτό που έχει σημασία είναι το τι είδαν οι γενετιστές όταν βγήκε το πόρισμα. Αυτό λοιπόν που έδειχνε η εξέταση, η οποία μάλιστα επαναλήφθηκε τρεις φορές για επαλήθευση, ήταν πως ο μικρός Jugern, δεν ανήκε στο ως τότε γνωστό είδος ανθρώπου, δεν ήταν δηλαδή homo sapiens. Εκτός από τους γονείς του παιδιού, οι οποίοι έτσι κι αλλιώς είχαν δώσει γενετικό υλικό, τους επόμενους μήνες εξετάστηκαν οι στενοί συγγενείς του, δηλαδή οι θείοι, τα ξαδέλφια, οι παππούδες. Στο τέλος, ακόμη και μακρινοί συγγενείς με τους οποίους κρατούσε επαφή η οικογένεια, υποβλήθηκαν σε εξέταση, όμως κανείς τους, ούτε οι γονείς, ούτε οι συγγενείς, είχε την γονιδιακή αλλοίωση που παρουσίαζε ο μικρός.
Η οικογένεια του Jugern ήταν, ας το πούμε, καθαρή, άλλες πάλι οικογένειες όχι. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα από την ανακάλυψή του, ο μικρός Jugern έπαψε να αποτελεί μοναδικό φαινόμενο, καθώς περιπτώσεις σαν αυτόν άρχισαν να εμφανίζονται σε ολόκληρο τον κόσμο, επιβεβαιώνοντας έτσι, πέραν πάσης αμφιβολίας, την έλευση ενός καινούργιου ανθρώπου, που όπως όλα έδειχναν, ήταν αποτέλεσμα φυσικής επιλογής.

Παρένθεση μέσα στην παρένθεση: οι nanoram και οι nanoprocessors
Όλα αυτά συνέβησαν σχεδόν 50 χρόνια μετά την εμφάνιση των πρώτων τεχνολογιών υποστήριξης των ανθρώπινης μνήμης, ένα σημείο καμπής στην ιστορία της ανθρωπότητας, που συνέβαλε καθοριστικά στην παγίωση του σημερινού cpued κόσμου.
Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα, οι τεχνολογικές εξελίξεις ήταν τόσο ραγδαίες, οι πληροφορίες που λάμβανε και επεξεργαζόταν άνθρωπος τόσες πολλές, που ήταν αδύνατο κανείς να τις παρακολουθήσει. Ο ανθρώπινος νους είχε φτάσει κυριολεκτικά στα όρια του και δεν μπορούσε να αναγνωρίσει άλλα δεδομένα. Και η κατάσταση συνεχώς χειροτέρευε, αφού οι τεχνολογικές εξελίξεις δεν ήταν μεμονωμένες, αλλά μαζικές, και συνέβαιναν με ρυθμούς πραγματικά πρωτόγνωρους, με ρυθμούς όχι γεωμετρικούς που έλεγαν παλιά, αλλά «δυναμικούς»: στην δευτέρα, στην τρίτη κ.ο.κ. Αν πήρε στον άνθρωπο χιλιάδες χρόνια ώσπου να φτάσει να κατασκευάσει την πρώτη μηχανή παραγωγής, αν κάποτε, αναφερόμενοι στο 19ο αιώνα, μιλούσαμε για τον αιώνα της βιομηχανικής επανάστασης, μετά το 2020 ολόκληρες τεχνολογικές εποχές άρχισαν να διαδέχονται η μια την άλλη σχεδόν κάθε τρία χρόνια.
Μέσα σε έναν τέτοιο καταιγισμό εξελίξεων βρέθηκε ο άνθρωπος, παντελώς αδύναμος να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις των καιρών. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο προκρίθηκε η λύση, γύρω στο 2025, της τεχνητής αύξησης της μνήμης του. Σε όλες τις χώρες άρχισαν να επενδύονται μεγάλα πόσα στην έρευνα προς αυτήν την κατεύθυνση, τα οποία έγιναν πραγματικά υπέρογκα, μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2032, τη δεύτερη μεγάλη τέτοια κρίση του 21ου αιώνα, που είχε ως αποτέλεσμα τον ανασχεδιασμό του παγκόσμιου χάρτη με τη δημιουργία νέων μεγάλων χωρών, όπως π.χ. η Scandiland (Σουηδία, Νορβηγία, Φινλανδία, Ισλανδία) και η DeutscheWelle (Γερμανία, Αυστρία, Σλοβενία, το μισό Βέλγιο, η Δανία και η Ολλανδία), στα πρότυπα της Valkanland - αυτή ιδρύθηκε νωρίτερα, το 2025, από την ένωση της Ελλάδας, Αλβανίας, Βουλγαρίας, Τουρκίας, Ρουμανίας και της πρώην Γιουγκοσλαβίας, εκτός της Σλοβενίας και Κροατίας.
Ο θρίαμβος για τη νέα εποχή ήλθε με την ανακοίνωση το 2041, στο διεθνές συνέδριο βιοτεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης, στο Palo Alto της Καλιφόρνιας, των αποτελεσμάτων των ερευνών του MIT για την ενίσχυση της ανθρώπινης μνήμης. Ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, Dr. John Slesinger, παρουσίασε μπροστά σε ένα κοινό από συναδέλφους του, πανεπιστημιακούς άλλων χωρών, το πρώτο δείγμα τεχνίτης μνήμης, μια non – volatile nanoram των 100 T σε μέγεθος αιμοσφαιρίου, η οποία αύξανε κατά πολύ τη φυσική, κάνοντας έτσι εφικτή την διατήρηση και ταυτόχρονη επεξεργασία  από το ανθρώπινο μυαλό τεραστίου όγκου δεδομένων. Το ότι το MIT τερμάτισε πρώτο στο αγώνα δρόμου για την ανακάλυψη μεθόδων τεχνητής  αύξησης της ανθρώπινης μνήμης, δεν σήμαινε ότι τα άλλα πανεπιστήμια ήταν μακριά από τη λύση. Κάθε άλλο μάλιστα, ο ανταγωνισμός ήταν ιδιαίτερα σκληρός, και στη γραμμή του νήματος, μαζί με το MIT, βρέθηκαν πολλά άλλα ινστιτούτα, τα οποία έχασαν κυριολεκτικά για μιαν ανάσα.
Οι nanoram πολύ σύντομα έγιναν δημοφιλείς. Τα πρώτα δυο χρόνια πουλήθηκαν πάνω από πενήντα εκατομμύρια κομμάτια. Το κόστος αρχικά ήταν απαγορευτικό για τους φτωχούς, όμως ζώντας σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογική γνώση αυξανόταν ανεξέλεγκτα, οι τιμές άρχισαν να ακολουθούν πτωτική πορεία κι έτσι ακόμη κι όσοι είχαν περιορισμένους πόρους, κατόρθωσαν από ένα σημείο και μετά να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτό το αγαθό. Όταν δε έφτασε να χρειάζεται μόνο μια ένεση για να βρουν αυτές οι μικροσυσκευές, μέσω του κυκλοφορικού συστήματος, τη θέση τους στον ανθρώπινο εγκέφαλο, και λαμβάνοντας υπόψη τη χρηστικότητά τους, οι εθνικές κυβερνήσεις ανέλαβαν να τις χορηγούν δωρεάν.
Μετά τις nanoram ακολούθησε η επανάσταση των nanoprocessors, οι οποίοι έδωσαν τη δυνατότητα στον άνθρωπο να επεξεργάζεται πληροφορίες πολύ γρήγορα. Οι nanoram, οι nanoprocessors, το πρόγραμμα b – από το brain –  ζεύξις, ένα δίκτυο επικοινωνίας και αναπαράστασης εικόνων μέσα στον εγκέφαλο των ανθρώπων που είναι παρόμοιο με το παλιό internet, το b – και αυτό από το brain – mail, όλα μαζί συνετέλεσαν στην αύξηση της υπολογιστικής δύναμης του ανθρώπινου μυαλού, εγκαινιάζοντας έτσι μια νέα εποχή, όπου άνθρωπος και «μηχανή», για να χρησιμοποιήσω την παλιά λέξη, έγιναν ένα και το αυτό.
Με τη βοήθεια όλων αυτών των τεχνολογιών και των μικροεξαρτημάτων, πολύ σύντομα ο κόσμος άρχισε να αποκτά διαφορετική όψη. Νέες δουλειές και επιχειρηματικές ιδέες μπήκαν σε εφαρμογή, καινούργιες αγορές εμφανίστηκαν, προσδίδοντας τεράστια δυναμική στις εθνικές και στην παγκόσμια οικονομία. Στην ουσία μια τρίτη περίοδος ανοίγματος των αγορών έκανε την εμφάνισή της, αν ως πρώτη θεωρούμε την οικονομία που αναδύθηκε με την έκρηξη της βιομηχανικής επανάστασης τον 19ο αιώνα – κάποιοι αυτήν την περίοδο την ονομάζουν σκέτα καπιταλισμό, καθώς πιστεύουν ότι η κρατική παρέμβαση, ήταν αρκετά μεγάλη, για να μιλάμε για ελεύθερη, ανοιχτή αγορά, αλλά ας μην είμαστε τόσο λεπτολόγοι – και ως δεύτερη την τροπή που πήρε η παγκόσμια οικονομία από τα μέσα του 1970 και μετά.
Οι αυξημένες όμως δυνατότητες που παρείχαν στον άνθρωπο οι νέες τεχνολογίες έκρυβαν κάποια παγίδα, που έμεινε απαρατήρητη. Η νέα εποχή κουβαλούσε μαζί της το δικό της πλαίσιο κανόνων και νοηματοδοσίας του κόσμου, έξω από το οποίο, αν ποτέ βρισκόταν κανείς, έχανε την επαφή του με την πραγματικότητα. Κι αυτό που όριζαν αυτοί οι κανόνες ήταν ότι όλα τα πράγμα έπρεπε να είναι cpued, ότι νόημα είχαν μόνο όλο όσα μπορούσαν να ειδωθούν ως δεδομένα που έπρεπε να αναλυθούν. Έτσι η μεγάλη ταχύτητα του ανθρώπινου εγκεφάλου συνοδεύτηκε από δυσανάλογη σμίκρυνση ή και παραμόρφωση των ικανοτήτων του ανθρώπου για πολλαπλές αναγνώσεις του κόσμου.

Παρένθεσης συνέχεια: κάτι δεν πάει καλά με τους καινούργιους
Η έλευση των νέων ανθρώπων, σε αντίθεση με τα σκηνικά τρόμου και καταστροφής που περιγράφονταν στις σελίδες παλιών βιβλίων επιστημονικής φαντασίας που είχαν «προβλέψει» την εμφάνισή τους, αντιμετωπίστηκε στην αρχή με αισιοδοξία. Φόβοι ότι το νέο είδος θα θελήσει να αφανίσει τους παλιούς ανθρώπους, δεν είχαν εκφραστεί. Αντιθέτως μάλιστα, η μεγάλη εξυπνάδα των νέων ανθρώπων – εδώ τα περισσότερα από τα βιβλία επιστημονικής φαντασίας είχαν πέσει μέσα –  θεωρήθηκε πως θα μπορούσε, σε συνδυασμό με τις τεχνολογίες ενίσχυσης της ανθρώπινης μνήμης, να ανοίξει καινούργιους δρόμους για την ανθρωπότητα, δρόμους ανεξερεύνητους, γεμάτους ευκαιρίες. Παρόλη όμως αυτήν την αισιοδοξία, τα πρώτα σύννεφα στις σχέσεις του παλιού με τον νέο άνθρωπο δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους.
Το πρώτο σοκ σημειώθηκε όταν ανακαλύφθηκε ότι η τεράστια υπολογιστική δύναμη των νέων ανθρώπων οφειλόταν αποκλειστικά και μόνο στα δικά τους φυσικά προικιά και πως οι nanoram και τα υπόλοιπα μικροεξαρτήματα που τους τοποθετούσαν στο κεφάλι τους – ναι και οι νέοι άνθρωποι είχαν μπει σε πρόγραμμα update –  δεν έπαιζαν κανέναν ρόλο – τα μικροεξαρτήματα βρέθηκε πως δεν ήταν συμβατά με τον εγκέφαλό των νέων ανθρώπων και πως αν και έδιναν σήμα, δεν λειτουργούσαν. Όταν δηλαδή διαπιστώθηκε ότι το πανίσχυρο μυαλό τους που είχε, μεταξύ των άλλων, τη δυνατότητα να δέχεται και να στέλνει b- mail από μόνο του, χωρίς να απαιτείται η εγκατάσταση κάποιας εφαρμογής, είχε μιαν αυτόνομη λειτουργία, που δεν μπορούσε να χωρέσει μέσα σε καλούπια, τεχνολογικά ή άλλα, δεν μπορούσε με άλλα λόγια – κι αυτή ήταν η μεγάλη ανησυχία των ανθρώπων του καθεστώτος – να υποστεί καμίας μορφής έλεγχο ως προς τη ροή και το περιεχόμενο των πληροφοριών που επεξεργαζόταν. 
Το δεύτερο σοκ, δεν ήταν ακριβώς σοκ, αλλά μια σειρά από περιστατικά που επιβεβαίωσαν τις ανησυχίες του καθεστώτος για τους νέους ανθρώπους. Τα πρώτα δείγματα ότι κάτι δεν πάει καλά φάνηκαν μέσα στις ίδιες τις οικογένειές τους. Συγκεκριμένα, πολλοί γονείς, από αυτούς που ανήκαν στο παλιό είδος, άρχισαν σιγά – σιγά να εκφράζουν ανησυχία για την ψυχική υγεία των παιδιών τους. Γιατί; Σε πρώτη φάση, γιατί τα έβλεπαν να αναλώνονται συχνά σε άσκοπες, non cpued εξωσχολικές δραστηριότητες, όπως ήταν για παράδειγμα η ζωγραφική – ξέρω πως κάτι τέτοιο δεν είναι μεμπτό στην εποχή σας, αντιθέτως θεωρείται αξιέπαινο, όμως από τα μέσα του 21ου αιώνα και μετά, η παραμικρή απόκλιση από το cpued πλάνο ζωής gives, που λέμε και στη γλώσσα μας σήμερα στους περισσότερους ανθρώπους, the chills. Σε δεύτερη φάση, γιατί άκουγαν τα παιδιά τους να μιλούν για δημιουργική διαχείριση του χρόνου, ώστε να έχουν ελεύθερες ώρες που θα περνούσαν κάνοντας pick nick με τους φίλους τους ή χειρότερα ακόμα κάνοντας τίποτα. Παράξενο φαινόταν επίσης στους γονείς – εδώ που τα λέμε αυτό ήταν λιγάκι παράξενο – που έβλεπαν τα σπίτια τους να μετατρέπονται σε παλαιοπωλεία, με τους πιτσιρικάδες να συγκεντρώνουν κάθε είδους άχρηστο αντικείμενο, όπως βιβλία, παλαιά pc, εγχειρίδια προγραμματισμού ξεπερασμένων γλωσσών, όπως η BASIC, λεξικά με τις παλιές εθνικές γλώσσες και άλλα παρόμοια. Το αν είχαν δίκιο οι γονείς τους ή όχι το έδειξε η ιστορία. Ψυχικά τα παιδιά τους δεν είχαν τίποτα, όμως όλη αυτή η «αλλόκοτη» συμπεριφορά, έγινε το έδαφος μέσα στο οποίο βλάστησε και έβγαλε καρπούς ο σπόρος της αντίστασης.

Παρένθεσης συνέχεια: η ταυτότητα του νέων ανθρώπων και το κράτος
Ο νέος άνθρωπος έφερε μαζί του την υπόσχεση της επιστροφής. Ο εγκέφαλος του, με τις δυνατότητες που είχε, δεν χρειάστηκε και πολύ για να ανακτήσει επαφή με την χαμένη ιστορική μνήμη της ανθρωπότητας, με το συλλογικό ασυνείδητο και τις αφώτιστες πλευρές του ανθρώπινου μυαλού, πράγματα που οι παλιοί άνθρωποι είχαν εντελώς λησμονήσει, αφού γι’ αυτούς δεν υπήρχε παρελθόν, δεν υπήρχαν συναισθήματα, όνειρα, φαντασία. Το μόνο που υπήρχε για τους παλιούς ανθρώπους, το μόνο που μετρούσε ήταν η input – output λογική. Έτσι η εύρεση χώρου μέσα στο μυαλό του ανθρώπου για την άλλη του πλευρά, τη μη λογική, η ανασύσταση, για να το πω πιο σωστά, της ανθρώπινης εμπειρίας σε όλη της την ευρύτητα, ώστε να συμπεριλαμβάνονται σε αυτήν – εκτός από τη λογική – τα όνειρα, τα φαντάσματα, οι άγγελοι, οι διάολοι, κάποιες παγωμένες θάλασσες καρφωμένες σε μια οδοντογλυφίδα σαν μεζές ή ό,τι τέλος πάντων τραβάει η ψυχή του καθενός, για να το πω όπως το λένε στην αντίσταση, έγινε υπόθεση του νέου είδους ανθρώπων. Κι όλα αυτά συνέβαιναν χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Μια ματιά μόνο σε μια παλιά πινακίδα, ένα μισογκρεμισμένο παλιό σπίτι, ένα βιβλίο ή ένας πίνακας ζωγραφικής, ήταν σαν να ξυπνούσε μέσα στο μυαλό των νέων ανθρώπων τη μνήμη μιας άλλης πραγματικότητας, από άλλες εποχές, που δεν ξέρουμε πώς και γιατί κατάφερναν να βρίσκουν καταφύγιο στο υποσυνείδητό τους, που θα περίμενε κανείς, ως νέοι άνθρωποι που ήταν, να είναι εντελώς άγραφο.
Η άφιξη του νέου ανθρώπου είχε και μια άλλη επίπτωση. Ξύπνησε το κράτος, το ξύπνησε σε κάθε χώρα του κόσμου. Δημιούργησε, τολμώ να πω, το σύγχρονο κράτος. Μέχρι τότε, κάθε αλλαγή που μας έφερνε πιο κοντά στη cpued εποχή, γινόταν με την σιωπηλή ή φανερή αποδοχή του κόσμου. Κανείς και τίποτα δεν εξανάγκαζε τους ανθρώπους να μετατρέπουν λίγο – λίγο το μυαλό τους σε απλή μηχανή επεξεργασίας δεδομένων. Όλα ακολούθησαν την πορεία μιας φυσιολογικής και καθόλα αποδεκτής εξέλιξης. Η «αλλόκοτη» όμως συμπεριφορά του νέου ανθρώπου, προκάλεσε ρίγη φόβου στις κυβερνήσεις, προκάλεσε, με άλλα λόγια, κάποια κίνηση στα ως τότε λιμνάζοντα νερά. Τότε ήταν που η εποχή του νέου πλάνου ζωής, ο input – output κόσμος, απέκτησε συνείδηση του εαυτού του. Έτσι ξαφνικά, από τη μια στιγμή στην άλλη, απέκτησε φιλοσοφία. Έστησε, μάλιστα, τον δικό του μηχανισμό νομιμοποίησης, ξεκινώντας από την ανέγερση μιας καινούργιας, δικής του ηθικής, που έγινε το σταθερό σημείο αναφοράς για το ζύγιασμα του καλού και του κακού.
Μετά τη συνειδητοποίηση, ακολούθησαν πράξεις, όπως κανόνες δικαίου που ποινικοποιούσαν όποια συμπεριφορά απέκλινε από το καθιερωμένο πλάνο ζωής. Τα βιβλία για παράδειγμα, όπως και κάθε άλλο αντικείμενο που ερχόταν από την προ cpued εποχή, απαγορεύτηκαν. Παλιές επιστήμες, όπως η ιστορία, η οποία ήταν έτσι κι αλλιώς εξαφανισμένη από τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, αλλά και ο χορός, η μουσική, το θέατρο και κάθε άλλη καλλιτεχνική δραστηριότητα, απαγορεύτηκαν επίσης. Μετά ακολούθησαν μέτρα κλασσικά για ένα κλειστό σύστημα. Το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης περιορίστηκε. Ο ηλεκτρονικός τύπος έγινε ελεγχόμενος. Έτσι, οι άνθρωποι, που ζούσαν ως τότε ήσυχα τη ζωή τους αναλύοντας δεδομένα, που ζούσαν μια ζωή με τους διανοητικούς περιορισμούς που οι ίδιοι είχαν επιβάλει στον εαυτό τους, μετά την άφιξη των καινούργιων, ένιωσαν για τα καλά στο πετσί τους το αστυνομικό κράτος, που είχε έλθει δυστυχώς για να μείνει. 
Μέσα σε αυτόν τον πυρετό βρέθηκαν να ζουν παλιοί και νέοι άνθρωποι. Οι τελευταίοι ήταν σε χειρότερη μοίρα, καθώς το καθεστώς τους είχε σχεδόν κηρύξει τον πόλεμο. Όπου και αν τους έβρισκαν τους συνελάμβαναν. Ασχέτως αν δεν έκαναν τίποτα, πάντα βρισκόταν μια πρόχειρη δικαιολογία για να τους ρίξουν στη φυλακή. Πολλές φορές δεν χρειαζόταν καν δικαιολογία. Απλά τους έπιαναν ως ύποπτους για πιθανή τρομοκρατική ενέργεια, τους έπιαναν και δεν τους ξαναέβλεπε ποτέ κανένας, ποτέ κανείς δεν μάθαινε νέα τους. Όταν οι νέοι άνθρωποι αποφάσισαν πως το ποτήρι ξεχείλισε, ο πόλεμος ήταν πια γεγονός.

Παρενθέσεις κλείνουν. Πρώτης μέρας συνέχεια, μεσημέρι
Είχαν περάσει τρεις ώρες από τότε που ο Δημήτρης ξεκίνησε, βάζοντας μπρος τα μαθηματικά του κόλπα, να αναλύει τους χάρτες του γραφειακού κέντρου ΙΙ. Στην αρχή ξεκίνησε από τα εύκολα, που δεν χρειάζονταν ιδιαίτερα μαθηματικά ή για να ακριβολογώ, που δεν χρειάζονταν καθόλου. Απέκλεισε το επίπεδο Ι του γραφειακού κέντρου όπου βρισκόταν και το δικό του γραφείο. Το απέκλεισε όχι επειδή ήταν χωροταξικά κακό για κρυψώνα. Κάθε άλλο, σε αυτό υπήρχαν πολλές καλές γωνίες για να κρυφτεί το σχέδιο επίθεσης, πολλοί λαβυρινθικοί χώροι υπήρχαν που δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να τους ανακαλύψει. Άλλο ήταν το πρόβλημα με το επίπεδο Ι: το γεγονός ότι εκεί στεγάζονταν υπηρεσίες που τις στελέχωναν αναλυτές, λογιστές, κατώτεροι δηλαδή υπάλληλοι που κανείς από τους ιθύνοντες δεν τους είχε εμπιστοσύνη για να τους δώσει να φυλάξουν κάτι τόσο σημαντικό, όπως το σχέδιο επίθεσης. Έτσι ο Δημήτρης επικέντρωσε την προσοχή του στα επίπεδα ΙΙ και ΙΙΙ, όμως αυτό δεν έκανε τη δουλειά του ευκολότερη. Σε αυτά τα επίπεδα το πρόβλημα ήταν ακριβώς το ανάποδο. Εδώ υπήρχε εμπιστοσύνη, πάρα πολύ εμπιστοσύνη υπήρχε, στους υπαλλήλους, στους τοίχους, στα γραφεία, στην καρέκλες. Κάθε γραφείο και εμπιστοσύνη, όποτε ήταν πολύ δύσκολο για τον Δημήτρη να βρει από πού θα ξεκινούσε να ξετυλίγει το κουβάρι.
Ας πιάσουμε πρώτα το επίπεδο ΙΙ. Αυτό, από ό,τι έδειχναν οι χάρτες, είχε 24.312 γραφεία, τα οποία στέγαζαν υπηρεσίες όπως, η υπηρεσία Ασφαλούς Διακίνησης Δεδομένων, η Διεύθυνση Κρυπτογράφησης και Αποκωδικοποίησης, ο τομέας Ανάπτυξης και Διαχείρισης Εφαρμογών, τα εργαστήρια του ερευνητικού προγράμματος b ζεύξις κ.λπ. Το επίπεδο ΙΙΙ ήταν το πιο σημαντικό. Εκεί λαμβάνονταν όλες οι αποφάσεις που αφορούσαν στην λειτουργία του υπουργείου. Ανάμεσα στα 16.312 γραφεία του, πρώτο τη τάξει  ήταν φυσικά το γραφείου του υπουργού και ακολουθούσαν άλλα όπως, τα γραφεία των ειδικών συμβούλων, το Κεντρικό Συμβούλιο Αποφάσεων, όπου συγκεντρώνονταν όλες οι τελικές εισηγήσεις, όλα τα master plan και τα σχέδια με τα οργανογράμματα και τους στόχους των Γενικών Διευθύνσεων του υπουργείου, το Κέντρο Διαχείρισης Δικτύων, η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών του υπουργείου, το Κέντρο Διαχείρισης Κρίσεων, η Κεντρική Υπηρεσία Δεδομένων κ.λπ. Λογικά σκεπτόμενος κανείς, θα περίμενε το σχέδιο επίθεσης να βρίσκεται κάπου κλειδαμπαρωμένο στο επίπεδο ΙΙΙ, αφού και το πιο σημαντικό απ’ όλα ήταν και το πιο ασφαλές, το πιο καλά φυλαγμένο. Όπως όμως  ο Δημήτρης είχε μάθει από τη δουλειά του, το πιο πιθανό δεν είναι και το πιο σίγουρο. It’s possible έλεγε αστειευόμενος κάποιες φορές στους συναδέλφους του, όταν τον έπιανε να παριστάνει την Κασσάνδρα, κάνοντας προβλέψεις για το αποτέλεσμα π.χ. ενός ποδοσφαιρικού αγώνα ή για την πιθανότητα επιτυχίας του επιχειρηματικού εγχειρήματος κάποιου γνωστού του, but not probable. Ήξερε καλά, ήταν βέβαιος, ότι το σχέδιο επίθεσης δεν ήταν στο Ι, δηλαδή στο δικό του επίπεδο. Από εκεί και πέρα δεν μπορούσε να πει με σιγουριά, αν ήταν στο ΙΙ ή στο ΙΙΙ, αν δεν έβαζε μπροστά τις αναλύσεις του, ώστε να φτάσει σε ένα όσο γίνεται περισσότερο ασφαλές συμπέρασμα.   
Η εργασία του Δημήτρη απαιτεί μεθοδικότητα και υπομονή. Απαιτεί να βάζεις τα πράγματα σε μια σειρά, σε μια τάξη, αν θες να έχεις κάποιο αποτέλεσμα. Σίγουρα οι πιθανότητες – έκπληξη, όταν δηλαδή έχεις μπροστά σου μεταβλητές που όλα δείχνουν ότι πρέπει να τους δώσεις μικρή αξία, όμως όταν το κάνεις, βλέπεις να καταρρέει ολόκληρο το οικοδόμημα της υπόθεσής που χτίζεις, αφήνοντάς σε με τίποτα στα χέρια πέρα από έναν περιποιημένο νευρικό κλονισμό, ήταν κάτι που ο Δημήτρης έπρεπε να προσέξει να μη του συμβεί. Από την άλλη όμως, αν χανόταν  στην υποπερίπτωση της περίπτωσης, αν ξεκινούσε δηλαδή από το λιγότερο πιθανό που όμως θα μπορούσε να είναι πιθανό, αν τα κομμάτια του πάζλ τον κατάπιναν κάνοντάς τον να χάσει την ευρύτερη εικόνα, τότε και πάλι θα κινδύνευε να δει την υπόθεσή του να τινάζεται στον αέρα.
Σήμερα, τα μεθοδολογικά αυτά προβλήματα αυγάτιζαν σε αξία. Αιτία γι’ αυτό ήταν η πίεση χρόνου. Κάθε λάθος υπόθεση, κάθε δευτερόλεπτο που χανόταν, μετρούσε υπέρ του καθεστώτος. Αισθανόταν μάλιστα τόσο πιεσμένος ο Δημήτρης από την ευθύνη που είχε αναλάβει, που κάθε φορά που επιχειρούσε κάποιον συνδυασμό δεδομένων που δεν του έβγαινε,  ένιωθε βελόνες να χοροπηδούν στο στομάχι, στο αυχένα, στο στήθος, σε κάθε τέλος πάντων επιρρεπές στο άγχος όργανο.
Όσο μισώ, σκέφτηκε ο Δημήτρης, μετά από πολλές αποτυχημένες αναλύσεις, αυτήν την εποχή της λογικής, άλλο τόσο θα ευχόμουν να μην υπάρχει τίποτα έξω από την αιτιοκρατία με τους κρυστάλλινους κανόνες της. Τίποτα έξω από τις εκφάνσεις του καθαρού λόγου. Αν ο κόσμος μας ήταν απόλυτα λογικός, δεν θα χρειαζόταν να καταπιάνομαι με το κάθε απίθανο σενάριο, να ελέγχω και να ξαναελέγχω το κάθε στοιχείο της υπόθεσής μου, να προχωρώ δήθεν σίγουρος για τα πορίσματά μου, αλλά μέσα μου να με τρώει ανά πάσα στιγμή, ότι κάτι δεν έχει πάει καλά, ότι κάποια ασήμαντη παράμετρο ξέχασα να λάβω υπόψη μου, που προς θεού, πώς μου ξέφυγε, δεν ήταν ασήμαντη καθόλου. Όμως όταν πέφτεις, είπε στον εαυτό του, από τον παράδεισο, πέφτεις μια και καλή και επιστροφή δεν έχει. Αυτά σκεφτόταν και χωρίς να το καλοκαταλάβει παρασύρθηκε σε μια παράξενη ονειροπόληση. Ήταν λέει στον παράδεισο και είχε τα χέρια του γύρω από το ανοξείδωτο σώμα της λογικής που τον είχε παρασύρει στον αυστηρό, μετρημένο χορό της. Ήταν εκεί μαζί της, πολύ πριν αυτή πέσει στη γη, πολύ πριν οι άνθρωποι την ακουμπήσουν με τα μολυσμένα τους χέρια, πολύ πριν γεννηθεί το νόθο παιδί που απέκτησε μαζί τους, αυτό το παιδί που μεγαλώνοντας άρχισε λίγο – λίγο να την καταπίνει. Τα βήματά του τα ένιωθε σταθερά, τίποτα δεν το φόβιζε κοντά στη λογική. Ήταν  συγκρατημένος κι ελεύθερος μαζί, μια αντινομία, μια αντίθεση που μόνο η λογική μπορούσε να του προσφέρει, που μόνο αυτή προσέφερε απλόχερα στους ανθρώπους, που όμως είχαν κάνει την επιλογή τους,  ζούσαν μαζί με το νόθο παιδί που είχαν αποκτήσει μαζί της, αυτό το παιδί που τους έκανε όλα τα χατίρια, που σε αντίθεση με τη μάνα του, μοίραζε απλόχερα υποσχέσεις, πως θα είναι πάντα μαζί τους, πως θα τους γηροκομούσε, πως θα τους βοηθούσε, όταν για τον καθένα ερχόταν η ώρα, να νικήσουν ακόμα και τον θάνατο. Ένα νόθο παιδί μητροκτόνο, που λίγο πριν φάει τη μάνα του, της έγδαρε το πρόσωπο και το φόρεσε μαζί με τα ρούχα της. Και ήταν αυτή η λογική τώρα. Αυτή, «σαν έτοιμη από καιρό», ανέβηκε επάνω στη σκηνή για να χορέψει όχι τα δικά της βήματα, αλλά των ανθρώπων. Και πάλι όχι όλων, αλλά των πιο ισχυρών από αυτούς, αυτών που  την εξαγόρασαν, που σήμερα κυβερνούν στο όνομά της, που την κάνουν ένα, δύο γύρους και την δείχνουν, την κραδαίνουν στον κόσμο. Αυτοί, μόνο αυτοί σκύβουν δήθεν το κεφάλι, υπακούοντας στις αρχές και τις επιταγές της λογικής, στις αρχές και τις επιταγές του ορθού λόγου, του λόγου που ναι, είναι η αρχή των πάντων.
«Εν αρχή ην ο λόγος», έπιασε ο Δημήτρης τον εαυτό του να φωνάζει δυνατά, χωρίς να μπορεί να καταλάβει από πού είχε τρυπώσει η θρησκεία μέσα στις σκέψεις του, κι έτσι καθώς σήκωσε το βλέμμα του, είδε απέναντί του να στέκεται ο φίλος του ο Γιώργος από το διπλανό γραφείο που τον κοίταζε παράξενα.
«Κεφάλαιο Α, στίχος 1, του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου, μία από τις πιο γνωστές φράσεις της Αγίας Γραφής, της μεγαλύτερης εκδοτικής επιτυχίας όλων των εποχών», είπε ο Γιώργος στα αγγλικά και άφησε να φανεί στο πρόσωπό του ένα ελαφρύ μειδίαμα. «Τι είναι αυτά που κάνεις ρε Δημήτρη» του είπε και το πρόσωπό του άλλαξε, πήρε απότομα ένα ύφος αυστηρό και άκαμπτο, σαν κάποιος να το είχε κλείσει μέσα σε σιδερένιο καλούπι.
«Είσαι πολύ ώρα εδώ;» τον ρώτησε ο Δημήτρης επίσης στα αγγλικά.
«Τόση όση χρειάστηκε για να γίνω μάρτυρας του τελευταίου σου παραληρήματος», του απάντησε με ύφος σοβαρό.
«Ωχ ρε Γιώργο εσύ και οι συμβουλές σου, έχεις καταντήσει ανυπόφορος πια».
«Συμβουλές; Ποιες συμβουλές; Καλά άστο. Δεν ήρθα εδώ για να τσακωθούμε. Ήρθα να σε πάρω να πάμε στο εστιατόριο. Ώρα για μεσημεριανό».
Βυθισμένος όπως ήταν ο Δημήτρης στις σκέψεις του, δεν κατάλαβε ότι είχε περάσει η ώρα. Είπαμε ο χρόνος σήμερα μετρούσε διαφορετικά. Δεν διανοούταν καν ότι θα περνούσε έστω και λίγα δευτερόλεπτά μακριά από το γραφείο του, όπου είχε κλειστεί για αναλύσει τους χάρτες. Ο χρόνος σήμερα ήταν για εκείνον μια ανηφορική ευθεία, χωρίς ενδιάμεσες στάσεις, χωρίς σηματοδότες, όπως  συνήθιζε να αποκαλεί τα διαλλείματα εργασίας, δηλαδή το μεσημεριανό φαγητό και το ημίωρο της γυμναστικής που ξεκινούσε στις 17:00 και συνήθιζε να το περνάει μαζί με άλλους συναδέλφους του αναλυτές στο γυμναστήριο Χ004. Οι σηματοδότες, που πίστευε πως βοηθούσαν τους ανθρώπους να βρουν το δρόμο τους μέσα στον χρόνο, που έσπαγαν τον χρόνο σε μικρότερα τμήματα και λειτουργούσαν ως γέφυρες, ως διορθωτικοί φακοί, προσαρμόζοντάς τον στα μέτρα της ανθρώπινης αντίληψης, ώστε να μη μπερδεύονται οι άνθρωποι από το οξύμωρο της ταυτόχρονης παρουσίας του απείρου και του ελάχιστου που ενυπάρχουν στο χρόνο από καταβολής κόσμου, οι σηματοδότες αυτοί σήμερα δεν είχαν καμία αξία. Γιατί σήμερα ο Δημήτρης ήταν αποφασισμένος να σπάσει τους ανθρώπινους κανόνες. Ήταν αποφασισμένος να βουτήξει στα νερά του χρόνου χωρίς οξυγόνο, χωρίς σωσίβιο. Θα καταδυόταν όσο μπορούσε πιο βαθιά, εκεί που και το πιο σύγχρονο γκατζετάκι αχρηστεύεται από την πίεση. Θα δοκίμαζε τα όρια αντοχής της δικής του ανάσας, προσδοκώντας να φτάσει στα καλά κρυμμένα μυστικά, σε αυτά που θα του αποκάλυπταν οι πιο βαθιές του αναλύσεις για το σχέδιο επίθεσης. Ο άνθρωπος, έλεγε και ξανάλεγε όταν τον έπιανε να αραδιάζει κλισέ φιλοσοφίες – η αλήθεια είναι ότι το έκανε πολύ συχνά αυτό, όπως έχετε ήδη καταλάβει – τεντώνεται, τεντώνεται και δεν σπάει. Ο άνθρωπος, μόνο αυτός. Αυτά σκεφτόταν, όταν τον  χτύπησε στο πρόσωπο ο δυνατός αέρας από τα αιχμηρά λόγια του Γιώργου.
«Πάλι χάθηκες. Καλά σεληνιασμένος είσαι; Ει ξύπνα να πάμε να φάμε».
«Δεν έρχομαι», του είπε απότομα. «Πήγαινε μόνος σου. Εγώ έχω πολύ δουλειά. Θα κάτσω».
«Τι δουλεία έχεις ρε Δημήτρη, την ανάλυση για τη συχνότητα επικοινωνίας δεδομένων  στο σύστημα RSP010, που μας φόρτωσαν από το τμήμα b- ζεύξις; Τέσσερις άνθρωποι το έχουμε αναλάβει όλο αυτό, ο καθένας κι από ένα κομματάκι, και το deadline είναι σε δεκατρείς μέρες. Αυτό είναι δουλεία ρουτίνας για εμάς. Εκτός κι αν δεν έρχεσαι γιατί έχεις κάτι μαζί μου και δεν μου το λες».
«Το μυαλό σου εσένα στην συνομωσία» του είπε, μια πρόταση που θα μπορούσε να είναι αληθής, δεδομένου του χαρακτήρα του Γιώργου, αλλά που την παρούσα στιγμή ήταν εντελώς άστοχη, καθώς το πρώτο ρόλο είχε η δική του συνωμοσία, μια συνομωσία που αν ήταν μεταβλητή σε κάποιο στατιστικό μοντέλο, η αξία της θα είχε χτυπήσει ταβάνι. 
«Δεν θα κάτσω να σε παρακαλάω άλλο. Αλλά να ξέρεις πως αυτό που κάνεις σηκώνει παρεξήγηση, άσε που μοιάζει ύποπτο. Τι γίνεται Δημητράκη, αρχίσαμε πάλι τα αντικαθεστωτικά»;
«Ποια αντικαθεστωτικά, τι είναι αυτά που λες τώρα; Όρεξη έχεις μεσημεριάτικα άνθρωπέ μου», φώναξε ο Δημήτρης που δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την οργή του, μια οργή που δεν ερχόταν από την καρδία, αλλά από το μυαλό του, εκεί όπου το άγχος και ο φόβος είχαν στήσει, λόγω της υπόθεσης των χαρτών με την οποία είχε μπλέξει, το δικό τους πανηγύρι, οδηγώντας τον τώρα σε αυτήν την ανεξέλεγκτη αντίδραση. Συνειδητοποίησε όμως αμέσως το λάθος του και τότε, προσπαθώντας να παραβγεί σε ταχύτητα με το μυαλό του Γιώργου, ώστε να μην του αφήσει περιθώρια για τίποτα δεύτερες σκέψεις, τού είπε αρκετά ήρεμα:
«Γιώργο σήμερα έχω τις κλειστές μου. Είναι κάτι προσωπικό για το οποίο θα σου μιλήσω άλλη φορά».
«Τέλος πάντων, εσύ χάνεις. Πάντως να ξέρεις ότι σήμερα θα είναι μαζί μας ο δευτεροσύμβουλος του υπουργού, ο Ιωάννου. Θέλει να αναθέσει στο τμήμα μας ένα project και κάλεσε τον διευθυντή μας να του δώσει κάποιες πρώτες οδηγίες. Αυτός πάλι ζήτησε να είμαι και εγώ παρών για να κάνω back up σε όσα θα μας πει ο Ιωάννου. Τι να σου πω ρε παιδάκι μου, πολύ analog αυτός ο διευθυντής μας. Απορώ πως έφτασε τόσο ψηλά. Πάντως εμένα με βολεύει. Δεν είναι και λίγο να τρως μαζί με συνεργάτη υπουργού. Είπα κι εγώ με τη σειρά μου, να βολέψω εσένα, αλλά εσύ έχεις λες τα δικά σου. Τι να σου πω. Κάνε ό,τι σε φωτίσει».
Όση ώρα μιλούσε ο Γιώργος για τον Ιωάννου, τα μάτια του Δημήτρη άρχισαν να φουσκώνουν. Στο τέλος, μη χωρώντας άλλο στις κόγχες τους, πετάχτηκαν σαν φωτοβολίδες κολλώντας πάνω στο μέτωπο του φίλου του, ψάχνοντας εκεί να ανοίξουν τρύπα για να μπουν και να δουν βαθιά μέσα στις σκέψεις του, για να δουν αυτά που ο  Γιώργος δεν είπε, δεν τα ήξερε μιας και δεν ήταν αντιστασιακός, όμως υπήρχαν μέσα στο τετραπέρατο κεφάλι του, ήταν εκεί, κι ο Δημήτρης τα χρειαζόταν.
Αυτό είναι, σκέφτηκε. Ο παράγοντας έκπληξη.  Ο σύντομος δρόμος, το μεγάλο άλμα που δεν έρχεται ποτέ. Αισθανόταν ευφορία, καθώς το μακροβούτι μέσα στην, λέμε τώρα, πονηριά του Γιώργου είχε αποδώσει. Είχε βρει αυτά που έψαχνε, είχε συνδέσει τα κομμάτια. Επιστρέφοντας πίσω στο δικό του, μετρημένο μυαλό, έδεσε με λέξεις αυτό που είχε δει σε εικόνες μέσα στο κεφάλι του φίλου του.  Θα αποσπούσε από τον Ιωάννου πληροφορίες για το σχέδιο επίθεσης κατά της αντίστασης. Θα του εκμαίευε πληροφορίες που θα συντόμευαν κατά πολύ την έρευνά του. Η αντίσταση θα έπαιρνε αυτό που ήθελε πολύ πιο γρήγορα από ό,τι υπολόγιζε και θα προλάβαινε να οργανωθεί, ώστε να αναχαιτίσει την επίθεση της κυβέρνησης. Ναι αυτό θα έκανε. Άλλωστε που θα έβρισκε άλλη ευκαιρία; Οι άνθρωποι του επιπέδου ΙΙΙ, ήταν ένας κόσμος απρόσιτος για χαμηλόβαθμους υπαλλήλους σαν τον Δημήτρη. Ποτέ δεν συναντιόνταν. Το μόνο που ήξεραν οι αναλυτές, για κάποιους από  αυτούς, ήταν το ονοματεπώνυμό τους, από τις υπογραφές που έβλεπαν όταν προέβαλαν στην οθόνη του γραφείου τους τις εντολές που τους διαβίβαζε ο διευθυντής του τμήματος για τις εργασίες που τους έβαζαν να κάνουν.  Το επίπεδο ΙΙΙ ήταν ένα παράλληλο σύμπαν, και ως τέτοιο ο Δημήτρης ήταν αδύνατον να το επισκεφτεί. Να όμως που τώρα με τον Ιωάννου του δινόταν η ευκαιρία, να ανοίξει κάποια δίοδος. Να που τώρα ο Ιωάννου, όπως σε κάποιες παλιές ταινίες, θα μπορούσε να γίνει η κρύπτη απ’ όπου ο Δημήτρης θα κρυφοκοίταζε μέσα στον άγνωστο κόσμο αυτού του παράλληλου σύμπαντος. Αυτά σκεφτόταν, χωρίς καμία τροχοπέδη να μπορεί να συγκρατήσει το κύμα αισιοδοξίας που τον είχε πλημμυρίσει. Σαν να μην υπήρχαν άλλες μεταβλητές σε αυτήν την υπόθεση, σαν να είχαν κλειστεί όλες σε κάποιο τσουβάλι, εκτός από αυτήν που το βόλευε περισσότερο, που την αισθάνθηκε κάποια στιγμή να ακουμπάει το πρόσωπό του σαν μητρικό χάδι.
Χωρίς να το πολυσκεφτεί, με το πρόσωπό του τεντωμένο από χαρά, λες και κάποιος αόρατος γλύπτης είχε αλλάξει με το καλέμι του την κατατομή αυτού του πάντα σκυθρωπού προσώπου, σηκώθηκε από την καρέκλα και είπε στο Γιώργο, «μια στιγμή, έρχομαι κι εγώ».
«Τι έγινε Δημητράκη, άκουσες σύμβουλος κι άλλαξες γνώμη»;
«Πάμε να σου κάνω παρέα, να μην είσαι μόνος σου σε όλο αυτό. Μπορεί να χρειαστείς βοήθεια».
«Α για μένα το κάνεις, λέω τώρα εγώ».
«Θα πάμε τώρα ή όχι, τι καταλαβαίνεις», είπε και πάλι οργισμένος, χωρίς όμως αυτή τη φορά να κρύβεται πίσω από την οργή του κάποιος φόβος. «Σου είπα ότι έχω δουλειά. Πάμε για να γυρίσω πίσω μια ώρα αρχύτερα».
«Καλά ντε μια κουβέντα είπαμε μην κάνεις έτσι. Ωραία σε περιμένω έξω στο διάδρομο να κλειδώσεις και πάμε».

Μεσημέρι πρώτης μέρας, γεύμα στο Speedrest
Ο Δημήτρης κλείδωσε το γραφείο του ακουμπώντας τον αντίχειρά του στην μικροοθόνη που υπήρχε πάνω από το πόμολο της πόρτας. Έπειτα μαζί τον Γιώργο κατευθύνθηκε προς τη στάση του λεωφορείου, αυτήν που ήταν έξω από τον διάδρομο G 100. Η διαδρομή που έκαναν ήταν πολύ σύντομη, περίπου δυο λεπτά. Τόσο μόνο τους πήρε μέχρι να φτάσουν στη στάση VI, όπου και κατέβηκαν για να πάνε απέναντι στο εστιατόριο
Στο Speedrest, όπως ήταν το όνομα του εστιατορίου, έτρωγαν κατώτεροι υπάλληλοι σαν τον Δημήτρη, δηλαδή αναλυτές, όπως επίσης λογιστές και άλλοι υπάλληλοι από το επίπεδο Ι, που μοιράζονταν τα τετραγωνικά του τομέα 006SR 011. Ο Δημήτρης ποτέ δεν είχε καταλάβει τι σήμαιναν αυτοί οι αριθμοί με τα αρχικά στη μέση, που λειτουργούσαν ως δηλωτικά ονομασίας χώρων των διαφόρων τομέων εργασίας του επιπέδου Ι, όπως επίσης δεν μπορούσε να εξηγήσει πως τα εστιατόρια είχαν ξεφύγει από την φρενίτιδα της αριθμοκωδικής ονομασίας. Πολλές φορές είχε αναρωτηθεί τι είναι το SR ή κατά πόσο η αριθμός 006 πριν από αυτό σήμαινε πως στο επίπεδο Ι όπου εργαζόταν υπήρχαν όντως 6 τομείς εργασίας SR, ακολουθούμενοι το λιγότερο από άλλους 94, δεδομένου ότι υπήρχε αυτό το 00 στη αρχή, με το ίδιο το SR να έχει 89  ή και παραπάνω υποτομείς, αν λάβει κανείς υπόψη αυτό το 011 που ακολουθεί μετά το SR, και με την προϋπόθεση ότι το 011 είναι όντως δηλωτικό υποτομέα.  Αποφάσισε μόλις επιστρέψει στο γραφείο του να κοιτάξει το αρχείο με τους χάρτες που του είχαν στείλει από την αντίσταση, για να δώσει επιτέλους οριστικές απαντήσεις σε όλα αυτά. Θα μπορούσε, βέβαια, να το έχει κάνει από το πρωί, αλλά με το άγχος που είχε όταν έφτασε στη δουλειά, δεν μπήκε καν στον κόπο να ασχοληθεί με το επίπεδο Ι, που καθόλου δεν του χρησίμευε στην έρευνά του για το σχέδιο επίθεσης.
Αυτήν του την περιέργεια ο Δημήτρης είχε προσπαθήσει να την ικανοποιήσει παλαιότερα με έναν έμμεσο τρόπο. Είχε ξεκινήσει κάποια στιγμή να υπολογίζει τους τομείς του επιπέδου Ι όπου εργαζόταν, βάσει του αριθμού των εστιατορίων που υπήρχαν σε αυτό. Δυστυχώς όμως η έρευνα που έκανε δεν τον οδήγησε σε κάποιο αποτέλεσμα. Αιτία γι’ αυτό ήταν ότι ο αριθμός των εστιατορίων, η βασική δηλαδή παράμετρος της έρευνάς του, το πάτημά του, η τιμή αυτής της παραμέτρου, του ξέφευγε διαρκώς. Είχε την υποψία ότι τα εστιατόρια ήταν περίπου 180, όμως τίποτα δεν ήταν σίγουρο μέσα σε αυτό των τεραστίων διαστάσεων επίπεδο εργασίας, αυτού των πολλών χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων γραφειακού κέντρου. Έτσι κάθε φορά που ο Δημήτρης νόμιζε πως είχε βρει τον τελικό τους αριθμό, όλο και κάποιος συνάδελφός του θα πετιόταν για να του πει κάποιο κουτσομπολιό που είχε ακούσει για κάτι που υποτίθεται πως είχε συμβεί στη ζωή ενός υπαλλήλου από έναν άλλον τομέα που έλεγαν πως τον συζητούσαν έντονα στο εστιατόριο με τη τάδε πρωτάκουστη ονομασία. Κάπως έτσι του αποκαλύπτονταν ότι υπήρχαν κι άλλα εστιατόρια στο επίπεδο Ι, από αυτά που ο ίδιος είχε υπολογίσει,  χωρίς όμως ποτέ να καταφέρει να φτάσει σε ένα τελικό συμπέρασμα για το πόσα ακριβώς ήταν, όπως επίσης δεν μπορούσε να ξέρει κατά πόσο αλήθευαν όλες αυτές οι ιστορίες που διαδίδονταν κατά καιρούς για κάποιους από τους υπαλλήλους του επιπέδου Ι. Τουλάχιστον για τους υπαλλήλους, ο Δημήτρης πίστευε ότι τα περισσότερα από όσα ακούγονταν ήταν παραμύθια, κάτι στο οποίο έδινε εξήγηση, καθώς θεωρούσε πως σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν ενδιαφέρεται για κανέναν και που ο καθένας κατέχει και χειρίζεται την πληροφορία που του χρειάζεται και του αναλογεί, οι άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να ζητήσουν τη βοήθεια της μυθοπλασίας για να δώσουν γεύση και χρώμα στη ζωή τους, για να τη σώσουν, έλεγε με στόμφο κάποιες φορές, έστω και αν αυτή η μυθοπλασία έρχεται με τη μορφή κουτσομπολιού. Αυτά σκεφτόταν μέχρι τη στιγμή που αισθάνθηκε ένα σκούντημα στο δεξιό του ώμο από τον Γιώργο, ο οποίος είχε αναλάβει και πάλι να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα, χωρίς όμως αυτή τη φορά να προσθέσει κάποιο ενοχλητικό σχόλιο.
Το Speedrest, όπως και οι άλλες αίθουσες τους γραφειακού κέντρου ΙΙ όπου γίνονταν μαζικές συναθροίσεις υπαλλήλων, ήταν κυριολεκτικά αχανές. Στην ουσία επρόκειτο για πολλά μικρότερα εστιατόρια, περίπου σαράντα τον αριθμό,  συγκεντρωμένα στο ίδιο χώρο. Το καθένα είχε τον δικό του τζαμωτό πάγκο – bain marie – όπου εκτίθονταν απλωμένα τα φαγητά του ημερήσιου μενού. Οι πολλές αίθουσες και οι πάγκοι, τα πολλά ταμεία, υπήρχαν για την εξυπηρέτηση των εργαζομένων, για να μειώνεται ο χρόνος αναμονής τους στην ουρά, και δεν είχαν σε τίποτα να κάνουν με την ποικιλία του φαγητού, το οποίο ήταν το ίδιο όπου και αν κατέληγε κανείς για να του βάλουν να φάει. 
Η διακόσμηση του εστιατορίου ήταν μετρημένη, για να μην πω ανύπαρκτη, αφού περιοριζόταν σε κάτι ηλεκτρικές, νοσοκομειακού τύπου πινακίδες με το όνομα Speedrest που κρέμονταν εδώ κι εκεί στους τοίχους. Η επίπλωση ήταν πάνω κάτω η κλασσική – για τα δεδομένα της εποχή μας εννοείται – επίπλωση εστιατορίου εργοστασιακού στιλ. Αποτελούνταν από μικρά, γυάλινα τραπεζάκια με μεταλλικό σκελετό, τα οποία συνοδεύονταν από δύο καρέκλες από Plexiglas που ήταν καρφωμένες στο πάτωμα. Η απόσταση μεταξύ των τραπεζιών δεν είχε αφεθεί στην τύχη. Από όποια γωνιά και αν τη μετρούσε κανείς, έπαιρνε πάντα το ίδιο αποτέλεσμα, πέντε μέτρα, ούτε πάνω ούτε κάτω.
Όλη αυτή η ευταξία των τραπεζοκαθισμάτων, οι καρφωμένες καρέκλες στο πάτωμα, δεν αποτελούσαν ούτε αισθητική πρόταση, ούτε πρόδιδαν την περί γεωμετρίας άποψη του αρχιτέκτονα που σχεδίασε τον χώρο. Εξυπηρετούσε καθαρά λειτουργικούς σκοπούς. Οι εργαζόμενοι έπρεπε να τρώνε ανά δύο, και σε «ασφαλή» απόσταση από τους άλλους συναδέλφους τους, ώστε να επικεντρώνονται στο φαγητό τους και να επιστρέφουν γρήγορα στη δουλειά, και όχι να χάνονται σε άσκοπες, ατέρμονες συζητήσεις, κάτι που θα συνέβαινε σίγουρα – έτσι πίστευαν οι άνθρωποι του καθεστώτος – αν εστιάζονταν σε παρέες των πέντε ή και παραπάνω ατόμων.
Βέβαια ότι κέρδιζε το καθεστώς σε χρόνο το έχανε σε χώρο. Πέντε μέτρα από δω πέντε μέτρα από εκεί, καταλαβαίνετε ότι το εστιατόριο δεν είχε τέλος. Οι άνθρωποι όμως του καθεστώτος δεν νοιάζονταν. Άλλωστε είχαν πάψει από χρόνια να βλέπουν τον χώρο ως χώρο. Τον έβλεπαν ως όγκο. Μέσω του όγκου πίστευαν αυτοί ότι επιτυγχάνεται η οικονομία χώρου. Μια άποψη που προφανώς ισχύει για τους εξωτερικούς χώρους με τους ουρανοξύστες που έχτιζαν. Πώς τώρα πέρασε αυτό στο εσωτερικό των εστιατορίων των γραφειακών κέντρων δεν το ξέρω.
Σε γενικές γραμμές το εστιατόριο ήταν η επιτομή της λειτουργικότητας. Από τις ηλεκτρικές πινακίδες που κρέμονταν στους τοίχους, μέχρι και τα μαχαιροπήρουνα με τα οποία έτρωγαν οι εργαζόμενοι, όλα λειτουργούσαν ως εξωτερικές πηγές που εξέπεμπαν σήματα μιας cpued πραγματικότητας, σήματα εύληπτα που περνούσαν μέσα από τους πόρους των υπαλλήλων του γραφειακού κέντρου και τους κρατούσαν, μαζί με τόσα άλλα πράγματα στη ζωή τους, πιστούς στην πορεία την οποία είχε χαράξει γι’ αυτούς η input – output εποχή.
Με το που μπήκαν στο Speedrest ο Δημήτρης και ο Γιώργος, άρχισαν να κατευθύνονται  στο «μικροεστιατόριο» 32, όπου και θα συναντούσαν τον διευθυντή τους και τον Ιωάννου. Όταν έφτασαν εκεί, ο Δημήτρης πήρε ένα δίσκο και στήθηκε στην ουρά. Ο Γιώργος που δεν κατάλαβε ότι ο Δημήτρης είχε μείνει πίσω, συνέχισε να προχωρά. Όταν το αντιλήφθηκε, πήγε προς το μέρος του και του είπε αστειευόμενος, «μα καλά δεν έχεις πάρει χαμπάρι ότι σήμερα είμαστε VIP; Άσε τον δίσκο και πάμε στην αίθουσα συνεδριάσεως. Να εκεί απέναντι., θα μας σερβίρουν φαγητό εκεί. Έλα κάνε γρήγορα γιατί οι άλλοι έχουν φτάσει.  Μόλις πριν από λίγο προέβαλα στο κινητό μου ένα b-mail που μου έστειλε ο διευθυντής μας και ρωτά που είμαι». Ο Δημήτρης που ούτε καν του είχε περάσει από το μυαλό πως θα μπορούσε έστω και για μια στιγμή να είναι VIP, άφησε αμέσως τον δίσκο κάτω και ακολούθησε τον Γιώργο στην αίθουσα συνεδριάσεως όπου περίμεναν ο διευθυντής με τον Ιωάννου.
Με το που τους είδαν, ο Γιώργος ζήτησε συγγνώμη για την αργοπορία τους. Ο διευθυντής, ενοχλημένος κάπως που οι υπάλληλοί του τον είχαν στήσει, και μάλιστα σε ραντεβού με σύμβουλό του υπουργού, τους έσκασε ένα πνιχτό χαμόγελο, το οποίο όμως εξαφανίστηκε αμέσως, μόλις ένιωσε να πέφτει επάνω του το άγριο βλέμμα του Ιωάννου. Ο Ιωάννου ήταν και αυτός ενοχλημένος, όμως η ένταση που είχαν επάνω τους τα μάτια του, έδειχναν ότι κάτι άλλο τον είχε ενοχλήσει, πιο σοβαρό από την αργοπορία των παιδιών.
Ο διευθυντής δεν άργησε να καταλάβει πως το πρόβλημα ήταν ο Δημήτρης, ο οποίος δεν έπρεπε, δεν αναμενόταν, δεν ήταν «εξουσιοδοτημένος» να βρίσκεται εκεί μαζί τους. Με το που το κατάλαβε, έσπευσε να καθησυχάσει τον Ιωάννου, καλύπτοντας παράλληλα τον Γιώργο για την απρονοησία του να φέρει τον Δημήτρη μαζί του, χωρίς πρώτα να τον έχει ρωτήσει. Το πήρε τελείως πάνω του το ζήτημα, ζητώντας συγγνώμη από τον Ιωάννου που του διέφυγε να του πει πως θα ήταν τάχα κι ο Δημήτρης  στη συνάντηση. Του τον παρουσίασε μάλιστα τον Δημήτρη ως απαραίτητο, λόγω των γνώσεων και της εμπειρίας του, σε όσα είχαν να πουν, ενώ παράλληλα τον διαβεβαίωσε για το έμπιστο του χαρακτήρα του. Ο Ιωάννου που με τη σειρά του είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στον διευθυντή, έδειξε να ηρεμεί με όσα άκουσε, αν και πέρασαν κάμποσα λεπτά μέχρι να φύγει τελείως από το πρόσωπό του η ταραχή που είχε νιώσει στην αρχή όταν είδε τον Δημήτρη.

Μεσημέρι πρώτης μέρας στο Speedrest: Ο Ιωάννου και το καθεστώς
Όση ώρα οι άλλοι παράγγελλαν φαγητό στο σερβιτόρο, ο Δημήτρης περιεργαζόταν τον Ιωάννου. Επρόκειτο για έναν άνθρωπο κοντά στα εξήντα, με αθλητική κατασκευή και ωραίο παρουσιαστικό. Από τις λίγες κουβέντες που αντάλλαξαν όταν αλληλοσυστήθηκαν, κατάλαβε πως ήταν κάποιος με μεγάλη συγκρότηση και αυτοκυριαρχία, κάποιος δηλαδή που συγκέντρωνε επάνω του ορισμένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της cpued εποχή μας. Όλα επάνω του φαίνονταν φυσιολογικά και αναμενόμενα, εκτός από την ηλικία του, η οποία ήταν αρκετά μεγάλη για σύμβουλος και δεν συμβάδιζε με όλη αυτή την σημερινή αποθέωση της νεότητας, μια τάση που έχει κληροδοτηθεί ατόφια σε εμάς από τα τέλη του 20ου αιώνα.
Ενώ ο Δημήτρης τα σκεφτόταν όλα αυτά, ξαφνικά συνειδητοποίησε πως τον τελευταίο καιρό συναντούσε ολοένα και πιο συχνά περιπτώσεις σαν του Ιωάννου. Μόλις πρόσφατα μάλιστα, κάποιος συνάδελφός του, τού είχε δείξει στο μετρό έναν άλλο σύμβουλο του υπουργού, επίσης γύρω στα εξήντα. Επίσης, δεν είχαν περάσει ούτε δύο εβδομάδες από τότε που άλλαξαν τον γενικό διευθυντή του λογιστηρίου του υπουργείου με ένα εβδομηντάρη.
Όλες αυτές οι συμπτώσεις, είχαν μείνει ως σήμερα απαρατήρητες από τον Δημήτρη, του οποίου το συνωμοτικό, αλλά συχνά αλάνθαστό μυαλό, στη θέα του Ιωάννου, άρχισε να παίρνει στροφές, ετοιμάζοντας σιγά – σιγά να ξεφουρνίσει την δική του θεωρία γι’ αυτόν τον άνθρωπο.  Δεν πρόλαβε όμως καθώς ο Γιώργος, ο οποίος όλη αυτήν την ώρα έβλεπε τον Δημήτρη να αποκόβεται και να βυθίζεται στις δικές του σκέψεις, αποφάσισε να γίνει και πάλι η πύλη, απ’ όπου θα περνούσε ο φίλος του από τον κόσμο της φαντασίας στην πραγματικότητα.
«Δημήτρη σε ρωτάει ο άνθρωπος τι θα πάρεις. Τι λες για φασολάκια λαδερά», του πρότεινε μιας και αργούσε να του δώσει απάντηση. «Καλό φαγητό, υγιεινό, από τα βάθη της μεσογειακής παράδοσης. Ό,τι πρέπει για σένα που σου αρέσουν τα παλιά πράγματα».
«Τι ακούω σας αρέσουν τα παλιά πράγματα»; Τον ρώτησε ο Ιωάννου.
«Ε. τι παλιά. Δηλαδή όχι ακριβώς παλιά», είπε ο Δημήτρης με το μισό του μυαλό ακόμα χαμένο στις συνωμοτικές του σκέψεις, «απλά μου αρέσει η ιστορία», πρόσθεσε πιστεύοντας ότι έτσι το έσωσε, για να συνειδητοποιήσει βέβαια αμέσως ότι πρόφερε μια απαγορευμένη λέξη. 
«Η ιστορία είναι καλό πράγμα, αν βέβαια με αυτό εννοείτε κάποιες παλαιότερες  εξελίξεις γύρω από τη δουλειά σας, η γνώση των οποίων είναι απαραίτητη για να βελτιώνετε τις επιδώσεις σας. Εσείς όμως νομίζω ότι δεν μιλήσατε για ιστορία, αλλά για την ιστορία».
Στο άκουσμα αυτής της κουβέντας ο Δημήτρης άρχισε να δείχνει σημάδια ανησυχίας, το βλέμμα του γύριζε γύρω – γύρω, αγρίεψε και ηρέμησε μόνο όταν έπεσε επάνω στο γνώριμο πρόσωπο του Γιώργου, ο οποίος είχε κι αυτός με τη σειρά του στυλώσει τα μάτια του πάνω στο Δημήτρη, με έναν τρόπο σαν να του ζητούσε συγγνώμη γι’ αυτό που προκάλεσε. Καταφέρνοντας όμως να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του, με ένα θάρρος που δεν μπορούσε να καταλάβει από πού προήλθε, απάντησε στον Ιωάννου.
«Ναι μου αρέσει η ιστορία. Έχω μια ακατανίκητη περιέργεια να ψάχνω για παλιά αντικείμενα, παλιές διηγήσεις, οτιδήποτε τέλος πάντων από το παρελθόν λειτουργεί ως γέφυρα που συνδέει τον παλιό κόσμο με τον σημερινό. Και ευνοείται πως όλο αυτό με κάνει καλύτερο στη δουλειά μου».
«Και πως δηλαδή η συγκεκριμένη συμπεριφορά διαφέρει από αυτήν των αντιστασιακών;», είπε ο Ιωάννου τονίζοντας την κάθε συλλαβή.
«Μα σας είπα ότι με τη ιστορία γίνομαι καλύτερος και χρησιμοποιώ ό,τι μαθαίνω για να υπηρετήσω το καθεστώς. Το είπατε κι εσείς άλλωστε. Απορώ μάλιστα πως το καθεστώς δεν το έχει σκεφτεί όλο αυτό, πως δεν έχει φτάσει στο ίδιο συμπέρασμα που έχουμε φτάσει εσείς κι εγώ».
Ο Δημήτρης εκφραζόταν με αρκετή ελευθερία, όμως δεν σκόπευε να αφήσει τον εαυτό του να παίξει το παιχνίδι του συνομιλητή του χωρίς δίκτυ ασφαλείας, κάτι που πίστευε ότι του το εξασφάλιζαν τα όσα είπε περί κοινών απόψεων του ιδίου και του Ιωάννου.
«Δεν νομίζω ότι λέμε τα ίδια πράγματα. Εγώ μίλησα για κάτι απόλυτα χρηστικό  που έχει να κάνει με ορισμένες εξελίξεις στον πρόσφατο ιστορικό χρόνο, εξελίξεις που είναι χρήσιμο να τις ξέρουμε».
Τα λόγια του Ιωάννου κομμάτιασαν το δίχτυ ασφαλείας του Δημήτρη κι άρχισαν να ανεβαίνουν προς τα πάνω, εκεί όπου ακροβατούσε. Μόλις ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του, τού έριξαν μια σπρωξιά με αποτέλεσμα να γκρεμοτσακιστεί. Γεμάτος τώρα πληγές και αίματα,  με το μυαλό του να έχει γίνει ομίχλη, απάντησε στον Ιωάννου χωρίς να το πολυσκεφτεί.
«Δηλαδή εσείς θέλετε να ταξιδεύουμε σε μια άγνωστη θάλασσα, όπου μας περιμένει ο αντίπαλός μας με τα σαγόνια ανοιχτά».
Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια ο διευθυντής του Δημήτρη πετάχτηκε από την καρέκλα του. Ετοιμαζόταν να επιπλήξει τον υπάλληλό του, όμως πριν προλάβει να πει κάτι, ο Ιωάννου, με μια κίνηση του χεριού του, του έκανε νόημα να καθίσει κάτω.
«Και πως εγώ, εμείς οι άνθρωποι του καθεστώτος, το κάνουμε αυτό;»
«Είναι απλό κύριε Ιωάννου. Πάμε σε μια μάχη με ένα νέο είδος ανθρώπου που ξέρουμε το πόσο υψηλός είναι ο δέκτης ευφυΐας του, έχοντας ως μόνα όπλα στη διάθεσή μας τα τεχνολογικά επιτεύγματα της εποχής. Κοιτάμε μπροστά και το τώρα και δεν βλέπουμε ότι πίσω μας υπάρχει ένα τεράστιο κενό, έτοιμο να μας καταπιεί. Δεν βλέπουμε πως δεν μας περιμένει καμία αγκαλιά, πως καμιά ανάμνηση δεν έχουμε κοντά μας για να θρέψει τη φαντασία μας, καμία γνώση από το παρελθόν δεν υπάρχει για να μας εμπνεύσει, για να μας δώσει τη δυνατότητα να παράγουμε καινούργιες ιδέες, ώστε να κινηθούμε με τρόπο διαφορετικό από αυτόν που ήδη γνωρίζει ο αντίπαλος για εμάς. Έχουμε γίνει προβλέψιμοι. Ετοιμαζόμαστε  να παλέψουμε πάνω στα κύματα μιας άγρια θάλασσας, όπως είπα προηγουμένως, που παριστάνουμε ότι την ξέρουμε. Όμως αλλοίμονο, ούτε καν το όνομά της δεν γνωρίζουμε, που είμαι βέβαιος πως είναι κάποιο όνομα που έχουν επιλέξει οι νέοι άνθρωποι. Ναι οι νέοι άνθρωποι, που έχουν ήδη ερευνήσει τα βάθη αυτής της θάλασσας, έχουν μάθει τα μυστικά της, τις παγίδες της, ξέρουν τα κατατόπια, ξέρουν που είναι οι ύφαλοι και οι ξέρες για να προστατευτούν. Εμείς είμαστε αυτοί που δεν ξέρουμε, όπως δεν ξέρουμε πως η θάλασσα μέσα στην οποία παλεύουμε ανήκει στους νέους ανθρώπους, οι οποίοι κάπου είναι και κρύβονται περιμένοντας να μας αιφνιδιάσουν, στη δική τους θάλασσα μέσα, αυτήν που την ξέρουν καλά, εμάς που επίσης μας ξέρουν καλά».
Αυτά είπε ο Δημήτρης απορώντας κι ο ίδιος με το θάρρος του. Ήταν ένας άλλος Δημήτρης, γεμάτος πάθος και ένταση, ένας Δημήτρης που είχε ξανοιχτεί βαθιά μέσα στο πέλαγο, αφήνοντας πίσω του τα ρηχά νερά της μεθοδικότητας. Απόρησε μάλιστα και ο ίδιος με αυτόν τον άλλο εαυτό που φαίνεται πως κυοφορούσε μέσα του χωρίς να το ξέρει. Να όμως που τώρα ο Ιωάννου, αναγνωρίζοντας την ωριμότητα της κυήσεώς του, έγινε κάτι σαν μαιευτήρας, που τον βοήθησε να φέρει στο φως τον καινούργιο Δημήτρη.
«Ενδιαφέροντα είναι αυτά που λέτε», του είπε ο Ιωάννου, «κύριε, πώς είπαμε ότι λέγεστε;».
«Δημήτρης Φωτόπουλος».
«Ενδιαφέροντα είναι όλα αυτά, αλλά νομίζω κάπως απαρχαιωμένα. Στην ουσία σας βγάζουν έκτος του ορθολογικού πλαισίου  της εποχής μας. Η σκέψη σας ξεστρατίζει σε δρόμους ιρασιοναλιστικούς και αδιέξοδους, με αποτέλεσμα να θολώνει η κρίση σας και να μην μπορείτε να βρείτε το στόχο. Σε αυτήν την παγίδα έχουν πέσει και οι καινούργιοι άνθρωποι. Και αυτό δεν θα ήταν πρόβλημα, αν δεν προσπαθούσαν να ανατρέψουν το καθεστώς, αν δηλαδή δεν πάλευαν να αντικαταστήσουν τη λογική, που με τόσο κόπο κατακτήσαμε, με μια σειρά από ιδεοληψίες και άλλα παρόμοια παραληρήματα. Όμως η παλινόρθωση του αλόγου να είστε βέβαιος πως δεν θα περάσει. Εσάς κανονικά, ως νεότερος που είστε, θα έπρεπε να σας ενοχλούν όλοι αυτοί οι παραλογισμοί. Θα έπρεπε να κάνετε τα πάντα για να εμποδίσετε την εξάπλωσή τους».
«Είναι γνωστή η δουλειά μου και η αφοσίωση μου στο καθεστώς. Τα όσα είπα δεν πηγάζουν από κάποιο αίσθημα συμπάθειας για την αντίσταση, γι’ αυτό δηλαδή που ονομάζουν αντίσταση αυτοί οι προκλητικοί τρομοκράτες. Απλά πιστεύω ότι πρέπει να διευρύνουμε τη λογική μας, κάτι που το χρειαζόμαστε στη μάχη που δίνουμε».
«Η λογική είναι λογική. Δεν διευρύνεται ούτε τεντώνεται. Είμαστε πια σε θέση μετά από αιώνες ατέρμονων αναζητήσεων μέσα στα κύματα μιας άγριας θάλασσας, όπως λέτε κι εσείς, μιας θάλασσας που μας ξέβραζε πότε εδώ πότε εκεί, να βιώνουμε μια πραγματικότητα της οποίας είμαστε εμείς οι κύριοι και νοηματοδότες. Εμείς, με τη σκόνη της ιστορίας περασμένη από το κόσκινο μας, καταφέραμε να φέρουμε στο φως τη λογική, τον μόνο αληθινό νοηματοδότη αυτού του κόσμου, τη λογική που κινείται αποκλειστικά και μόνο στα όρια του αντιληπτού, που κάθε της απόφανση είναι και μια αλήθεια, μιαν αλήθεια καθαρή και διάφανη. Κάθε της απόφανση και μια αλήθεια χωρίς, σε αντίθεση με ό,τι γινόταν παλαιότερα, να υπάρχει τίποτα που να περισσεύει, τίποτα που να μπορεί να επιστρέψει ύπουλα πίσω για να την ανατρέψει. Αυτόν τον κόσμο της αλήθειας του οποίου τα όρια είναι τέτοια που δεν γίνεται να χαθείς, που μερικές μόνο λέξεις είναι αρκετές για να τον ονομάσουν, αυτόν τον κόσμο θέλουν να μας στερήσουν αυτοί οι αχρείοι.  Έναν κόσμο που επικράτησε χωρίς να τον επιβάλει καμία επίσημη αρχή. Αυτόν θέλουν να μας πάρουν οι θιασώτες του παραλόγου, για να μας οδηγήσουν και πάλι στην άβυσσο, απ’ όπου βγήκαμε με τόσο κόπο, για αναστήσουν και πάλι σκονισμένα θηρία που από  καιρό τα έχουμε κλείσε μέσα στο μπαούλο, ώστε να μπορούν μετά ανενόχλητοι να επιβάλουν κάθε μορφής καταπίεση και παραβίαση των ελευθεριών μας που θα τους έλθει στο αρρωστημένο τους μυαλό. Ε λοιπόν δεν θα τους κάνουμε το χατίρι. Θα τους αντισταθούμε. Θα παλέψουμε με νύχια και με δόντια μέχρις εσχάτων».
Ο Δημήτρης που όσην ώρα μιλούσε ο Ιωάννου είχε ανοίξει το μυαλό του και κατάπινε μια μια τις λέξεις που άκουγε, έσπευσε αμέσως να δώσει την απάντησή του, μια απάντηση που ήταν αυθόρμητη, που όμως ακούστηκε σαν να την είχε προβάρει.
«Συμφωνώ μαζί σας, όπως πιστεύω ότι συμφωνεί ο κάθε σώφρων άνθρωπος. Δεν μπορώ όμως να μη επισημάνω την ύπαρξη ενός παραδόξου σε αυτά που είπατε προς το τέλος. Δίνουμε λέτε μάχη έναντι μιας ομάδας ανθρώπων που έχει ως στόχο να μας επιβάλει απαγορεύσεις, να μας στερήσει βασικές ελευθερίες. Μαχόμαστε εναντίον κάποιων που  θέλουν να μας καθυποτάξουν. Και πώς αυτό είναι διαφορετικό, για να αντιστρέψω την ερώτηση που κάνατε στην αρχή της συζήτησης, από τη σημερινή κατάσταση; Θέλω να πω δηλαδή, πώς δεν σας προβληματίζει το γεγονός ότι κάποιες από τις ελευθερίες που είπατε ότι θα μας στερήσουν οι νέοι άνθρωποι, έχουν κατά κάποιο τρόπο ήδη περικοπεί στις μέρες μας και μάλιστα από το δικό μας καθεστώς»;
«Δημήτρη, τι είναι αυτά που λες. Δεν θα σταματήσεις επιτέλους καμιά φορά;», είπε ο διευθυντής του, με έναν τρόπο που πρόδιδε περισσότερο φόβο παρά θυμό.  
«Κύριε διευθυντά δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα», είπε ο Ιωάννου. «Ο Κύριος Φωτόπουλος έχει ανοίξει ένα θέμα συζήτησης που έχει πολύ ενδιαφέρον, το οποίο θα ήθελα να κουβεντιάσω λίγο ακόμα μαζί του. Λοιπόν, πραγματικά απορώ που βλέπετε την ομοιότητα. Μετά την εμφάνιση των τρομοκρατών, το καθεστώς  μας έγινε πιο προσεκτικό. Αυτό είναι όλο. Έχουμε πόλεμο και αφού λέτε ότι ξέρετε από ιστορία, θα έπρεπε να ξέρετε ότι όταν γίνεται πόλεμος, η ζωή αποκτάει άλλο νόημα. Ο πόλεμος αναδεικνύει - ναι αναδεικνύει, όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο αυτό - το πολύτιμο της ζωής, η οποία για να προστατευτεί απαιτείται η εφαρμογή μιας σειράς κανόνων εκτάκτου ανάγκης».  
«Με συγχωρείτε αλλά δεν συμφωνώ καθόλου με αυτά που λέτε», είπε ο Δημήτρης. «Ακόμα και αν δεν είχαμε πόλεμο είμαι βέβαιος ότι θα φτάναμε στο ίδιο αποτέλεσμα με το σημερινό. Απλά οι απαγορεύσεις που θα μας επιβάλλονταν θα ήταν κάπως ανεπίσημες.  Δεν θα υπήρχε δηλαδή κάποιος τρίτος να μας λέει τι πρέπει να κάνουμε, ώστε να καταλάβουμε ότι υπάρχει απαγόρευση. Με άλλα λόγια θα συνεχίζαμε την πορεία μας μέσα στην ίδια διαδρομή, αυτήν που ακολουθούσαμε πριν την εμφάνιση της αντίστασης. Θα αυτολογοκρινόμασταν, αυτό θα κάναμε, μέχρι να σβηστεί ακόμα και το τελευταίο ίχνος όσων απόψεων υπήρχαν που διαφοροποιούνταν από την άποψη του καθεστώτος, αυτήν δηλαδή που μας οδηγεί να αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα ως μια σειρά δεδομένα που πρέπει να αναλύουμε. Αυτή είναι που αποτελεί την κυρίαρχη, την μόνη ιδεολογία της εποχής που ζούμε, παρότι δεν έχει ακόμη διατυπωθεί επισήμως ως τέτοια. Και ούτε που χρειάζεται εδώ που τα λέμε. Έτσι κι αλλιώς όλα αυτά που σας λέω τώρα έχουν ήδη συμβεί, έχουν συμβεί πολύ πριν την εμφάνιση της αντίστασης. Τολμώ να πω μάλιστα πως είμαστε στο 99%».
«Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ έτσι, αυτό δηλαδή που είπατε περί δεδομένων. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν πρόκειται για αυτολογοκρισία ή για ιδεολογία, αλλά για επικράτηση της καθαρής λογικής ως αποτέλεσμα φυσικής επιλογής», αντέταξε ο Ιωάννου στο Δημήτρη.
«Επιτρέψτε μου παρακαλώ να συνεχίσω», του είπε ο Δημήτρης δείχνοντας κάποια ενόχληση που τον διέκοψε.
«Μέχρι να κάνει την εμφάνισή της η αντίσταση, οι τρομοκράτες δηλαδή, όλα κυλούσαν ομαλά για το καθεστώς. Μέχρι τότε, ποτέ δεν προχωρήσαμε σε αυτοανάλυση. Ποτέ δεν κάναμε ενδοσκόπηση. Δεν μπήκαμε στον κόπο να αρπάξουμε τα χαρακτηριστικά, την ιδεολογία της εποχής μας, κι όλα μαζί να τα προβάλουμε πάνω στον καθαρό, ξάστερο ουρανό, ώστε να κοιτάξουμε μέσα τους για να δούμε ποιοι είμαστε. Αν το είχαμε κάνει, θα είχαμε διορθώσει τα λάθη μας κι έτσι όλα σήμερα θα ήταν διαφορετικά. Και κυρίως το ένα λάθος, το μεγάλο, αυτό της μονομέρειας της λογικής, που ήρθε κι έκατσε πάνω από τα κεφάλια μας. Στην αρχή ως αεράκι, ένα αεράκι όμως που σιγά σιγά άρχισε να αποκτά βάρος και να μας ασκεί πίεση, πολύ μεγάλη πίεση, μέχρι που στο τέλος βρεθήκαμε όλοι μας κάτω από τη γη, ανήμποροι να κουνηθούμε και να αναπνεύσουμε. Ο κατά τ’ άλλα τρισδιάστατος κόσμος μας έγινε ξαφνικά μονοδιάστατος. Και δεν θα το καταλαβαίναμε χωρίς την αντίσταση. Αυτή μας ξύπνησε. Όσο περισσότερο την κοιτούσαμε, τόσο πιο πολλά μαθαίναμε για εμάς. Κι αυτό που είδαμε, αυτό που μάθαμε, δεν μας άρεσε καθόλου. Η μια μας διάσταση μας τρόμαξε πολύ. Συνειδητοποιήσαμε αμέσως την παραμόρφωσή μας, καταλάβαμε αμέσως τα συμπτώματα της ασθένειας μας. Δεν κάναμε όμως κάτι για να γιατρευτούμε. Αντιθέτως, αντιμετωπίσαμε την αρρώστια μας με άρνηση. Αποφασίσαμε μάλιστα να την ονομάσουμε υγεία. Μετά ήλθε και το επόμενο βήμα: απονομιμοποιήσαμε κάθε άλλη άποψη που αντιστρατευόταν την δική μας αντίληψη για τον κόσμο. Τρομάξαμε, τρομάξαμε πολύ γιατί ξαφνικά αποκτήσαμε ανταγωνιστή, γιατί πιστέψαμε πως το ένα μάτι, το τυφλό, που μετά από πολλά χρόνια γιατρεύτηκε και είδε, θα γύριζε τώρα να τυφλώσει το άλλο, το γέρο, για να είναι και πάλι ένα το μάτι που θα βλέπει. Και ρωτώ θα γινόταν κάτι απ’ όλα αυτά αν είχαμε επέμβει νωρίτερα, αν δηλαδή είχαμε δώσει στη λογική μας περισσότερο χώρο για να κινείται; Η ερώτηση είναι ρητορική οπότε φαντάζεστε την απάντηση. Σε μια κοινωνία με διευρυμένη λογική, όπου βρίσκουν χώρο και συνυπάρχουν περισσότερες από μια αναγνώσεις του κόσμου, σε μια κοινωνία όπου συγκρούονται, συνταιριάζονται, αντιπαρατίθενται και συντίθενται, όλες οι διαφορετικές εμπειρίες ζωής, όλες οι ιδεολογίες, σε μια τέτοια λοιπόν κοινωνία καμιά αντίσταση, καμιά άποψη αντίθετη από τη δική μας δεν θα μπορούσε να μας απειλήσει. Σε μια τέτοια κοινωνία, δεν θα αρρωσταίναμε, καμία ασθένεια δεν θα είχαμε ανάγκη».
»Κι αν οι νέοι άνθρωποι, αν η αντίσταση δεν ήθελε να συμμετέχει σ’ αυτήν την διαλεκτική, θα μπορούσε πολύ εύλογα να ρωτήσει κάποιος. Μα τότε θα είχαμε εμείς το πάνω χέρι. Γιατί σε μια τέτοια περίπτωση η αντίσταση θα έμενε μόνη της, αποκομμένη από τον κόσμο, καταδικασμένη να ζει μέσα στα στενά, δικά της όρια. Τότε τα πράγμα θα ήταν αντίστροφα και εμείς οι κερδισμένοι. Δυστυχώς όμως τα γεγονότα δεν εξελίχθηκαν έτσι. Γίναμε εμείς τελικά αυτοί που έκαναν το λάθος. Αυτοπεριοριστήκαμε τόσο πολύ μέσα στη λογική μας, που όταν ο κόσμος άρχισε να έχει τη δυνατότητα περισσότερων επιλογών ζωής, με τη βοήθεια που του προσέφερε αυτό το δεύτερο, αυτό το σαθρό κατά την άποψή μου σύμπαν νοηματοδοσίας που είναι η αντίσταση, τότε δεν είχαμε άλλο τρόπο να αντιδράσουμε παρά να επιτεθούμε και να επιβάλουμε απαγορεύσεις. Αν όμως είχαμε κινηθεί διαφορετικά, τότε θα γελούσαμε με τους νέους ανθρώπους, όπως ο όλος κόσμος θα γελούσε μαζί τους και με τις παράξενες απόψεις τους. Αν είχαμε κινηθεί διαφορετικά, δεν θα αισθανόμασταν τόσο μόνοι, τόσο φτωχοί, τόσο απροστάτευτοι».
Κανείς δεν μίλησε μετά από τον Δημήτρη. Όλοι σιώπησαν, σαν να ήθελαν χρόνο για να χωνέψουν όσα άκουσαν. Ο Δημήτρης πάλι, μέσα σε αυτή τη σιωπή, βρήκε την ευκαιρία να ασχοληθεί με τον Ιωάννου. Είχε κολλήσει το βλέμμα του πάνω του και τον περιεργαζόταν. Του έκανε εντύπωση που ήταν ήρεμος, που δεν είχε αναστατωθεί καθόλου από αυτά που του είπε.
Μα ποιος είναι επιτέλους αυτός ο άνθρωπος, σκέφτηκε. Τώρα που είχαν υποχωρήσει όλοι του οι φόβοι, η εικόνα περί κλασσικής περίπτωσης ανθρώπου του συστήματος που είχε αρχικά σχηματίσει για τον Ιωάννου, άρχισε να ξεθωριάζει. Μίλησε βέβαια, σκέφτηκε, σαν άνθρωπος του συστήματος, υπήρξε μάλιστα αρκετά ψαρωτικός στην αρχή, όμως δεν ήταν πια βέβαιος πως είχε βγάλει το σωστό συμπέρασμα γι’ αυτόν. Ξανασκέφτηκε την ηλικία του και συμπέρανε πως δεν μπορεί να ήταν τυχαίο πως είχαν εμπιστευθεί στον ηλικιωμένο Ιωάννου τη θέση του συμβούλου του υπουργού, μια θέση ευθύνης που ήταν κατάφορτη με συμβολισμούς του καθεστώτος, οπότε λογικά, σκέφτηκε,  θα έπρεπε να είχε δοθεί σε κάποιον πολύ νεότερό του.
Αυτό το «δεν μπορεί να ήταν τυχαίο», ήρθε στο μυαλό του Δημήτρη τελείως φυσικά. Ο Δημήτρης δεν την πίστευε καθόλου την τύχη. Άποψή του ήταν πως στη σημερινή εποχή, η τύχη είχε χάσει τη σημασία της. Δεν συνέδεε τον κόσμο με το παρόν. Ο κώδικάς της δεν μπορούσε να διαβαστεί, όπως έλεγε κάποιες φορές χαριτολογώντας, από τον μεταγλωττιστή της cpued καθημερινότητας μας, ώστε να μεταφράζεται σε μια κατανοήσιμη και άμεσα εκτελέσιμη εντολή. Όχι δεν υπήρχε τύχη. Η τύχη ήταν μόνο μια λέξη, μια λέξη με σημασία περισσότερο ιστορική, που η εκφορά της έκανε το νου να καταδύεται σε κόσμους ξεχασμένους. Εκεί ψάχνοντας, μόνο εκεί, μπορούσε ο νους να βρει βοήθεια για να αναπαραστήσει έστω και λίγο από την αρχική της σημασία. Αφού λοιπόν η τύχη έχει χάσει όλη την οστική μάζα και φτάνει ως εμάς μέσα από θραύσματα άλλων εποχών, αφού είναι κάτι σαν εικονική πραγματικότητα, η άνοδος του Ιωάννου στις υψηλές βαθμίδες των κυβερνητικών στελεχών, δεν μπορούσε παρά να είναι, σκεφτόταν ο Δημήτρης, αποτέλεσμα κάποιου σχεδίου. Το ποιο ήταν αυτό το σχέδιο, δεν το ήξερε. Όσο όμως το σκεφτόταν, τόσο περισσότερο σιγουρευόταν, ότι κάπου εκεί έξω υπήρχαν πολλοί άνθρωποι μεγάλης ηλικίας σε θέσεις ευθύνης, σαν τον Ιωάννου. Άλλωστε ήταν και οι άλλες δύο περιπτώσεις υψηλόβαθμων στελεχών της διοίκησης που γνώριζε, οι οποίοι ήταν εξίσου μεγάλοι. Να ένα πρώτα στοιχείο που, ναι μεν, δεν ήταν αρκετό για να επιβεβαιώνει τους συλλογισμούς του Δημήτρη, τους έδινε όμως κάποιους πόντους.
Δεν ήταν όμως μόνο η ηλικία του Ιωάννου που είχε προβληματίσει τον Δημήτρη, αλλά και όσα αυτός του είχε πει. Αυτός ο άνθρωπος, σκέφτηκε, υπερασπίστηκε το πνεύμα της εποχής μας, κάνοντας χρήση όλων των απόψεων που «κουρδίζουν» τον κόσμο μας στους σημερινούς του ρυθμούς. Όμως δεν μίλησε σαν κάποιον που απλά έχει αποστηθίσει την προπαγάνδα του καθεστώτος. Δεν επιχειρηματολόγησε  στηριζόμενος στις δανεικές σκέψεις κάποιου δελτίου τύπου του υπουργείου που είχε διαβάσει. Αντιθέτως, έχτισε την υπεράσπιση της σημερινής λογικής με έναν τρόπο που μαρτυρούσε ότι είχε πολύ καλή γνώση των απόψεων των αντιπάλων του. Μπορούσε όμως κάτι τέτοιο να είναι δυνατόν;
Ο Δημήτρης εκείνη τη στιγμή έκανε μια τολμηρή σκέψη. Φαντάστηκε τον Ιωάννου σαν κάποιο μέλος της αντίστασης, σαν κάποιον που ο νους του είχε διευρυνθεί μέσα από την επαφή του με την αντίσταση, που είχε εμβαθύνει στην κοσμοθεωρία των νέων ανθρώπων, αλλά για κάποιον άγνωστο λόγο διαφώνησε μαζί τους στην πορεία, διαφώνησε ιδεολογικά και προγραμματικά, κι έτσι επέστρεψε και πάλι στις παλιές του απόψεις, θέτοντας μάλιστα στην υπηρεσία του καθεστώτος τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει. Όλο αυτό όμως ήταν μια υπόθεση που δεν μπόρεσε κάπου να τη βασίσει. Ουσιαστικά ήταν μια σκέτη εικασία, και έτσι η σκέψη του οδηγήθηκε πολύ γρήγορα έξω από αυτό το μονοπάτι.
Ο Ιωάννου, μαζί με όλες τους τις αντιφάσεις, εξακολουθούσε να στέκει μπροστά στα μάτια του Δημήτρη σαν ένα άλυτο μυστήριο που ερέθιζε τη σκέψη του. Τα ερωτηματικά γι’ αυτόν τον άνθρωπο, όσο έμεναν αναπάντητα, τόσο πιο πιεστικά γίνονταν, τόσο πιο πολύ αυξάνονταν. Μα επιτέλους ποιος είναι, αναρωτήθηκε. Που οφείλεται η ευρύτητα της σκέψης του, αν όχι στην αντίσταση; Και τελικά γιατί το καθεστώς αποφάσισε να χρησιμοποιήσει έναν τέτοιον άνθρωπο, δίνοντάς του μάλιστα μια τόσο υπεύθυνη θέση στην κυβέρνηση, αντί να τον φοβηθεί και να το έχει στο περιθώριο; Κι έτσι όπως τα σκεφτόταν όλα αυτά, όπως είχε βάλει στη σειρά αυτές του τις σκέψεις, αισθάνθηκε να συνταράσσεται ολόκληρος λες και μόλις τον είχε χτυπήσει κάποιος τηλεκατευθυνόμενος πύραυλος. Μόνο που αυτός ο πύραυλος δεν είχε σκάσει δίπλα του, αλλά μέσα στο κεφάλι του ανοίγοντας όσο χώρο πρέπει για να φιλοξενηθεί, για να ρίξει βλαστούς, μια νέα υπόθεση.
Όχι αυτή τη φορά δεν ήταν μια απλή εικασία. Ο ίδιος αισθανόταν πως η υπόθεσή του είχε το ένα της πόδι γερά πατημένο στην πραγματικότητα. Είχε πιαστεί από την ουρά της προηγούμενης υπόθεσης, εκείνης που απέρριψε αμέσως, με αποτέλεσμα να μην προσέξει τα μικρά γράμματα που υπήρχαν στο περιθώριο. Από εκεί ξεκινώντας, από τα μικρά γράμματα, από το αποφάγια της σκέψης που είχε πετάξει στα σκουπίδια, στα σκουπίδια μέσα ψάχνοντας, έβλεπε τώρα να μπαίνουν σιγά σιγά στη θέση τους τα κομμάτια του πάζλ που λεγόταν Ιωάννου, αποκαλύπτοντάς του μια εικόνα τόσο για εκείνον, όσο και για το καθεστώς – κυρίως για το καθεστώς – που αν ήταν αλήθεια, τότε όλα όσα ο Δημήτρης θεωρούσε ως τότε δεδομένα θα ανατρέπονταν. 
Το καθεστώς, σκέφτηκε, αμυνόταν. Η εμφάνιση της αντίστασης του είχε δώσει την ταυτότητα που του έλειπε. Το είχε κάνει να αποκτήσει συνείδηση της ίδιας του της ύπαρξης. Αμέσως μετά έγινε και το επόμενο βήμα. Η ηθική. Η ηθική βγήκε από τον πέτρινο τάφο της, αναστήθηκε κι άπλωσε τις ρίζες της μέσα στο γόνιμο χώμα του διπολικού πια κόσμου. Η ηθική, σκέφτηκε, φυτρώνει πάντα κάτω από τη σκιά δύο αντιμαχόμενων κοσμοθεωριών. Εκεί αναπτύσσεται, ψηλώνοντας και παχαίνοντας ακατάπαυστα, κοιτάζοντας το πως θα κατασπαράξει την πιο αδύναμη από τις δυο. Αυτό όμως δεν γίνεται ποτέ, γιατί η πιο δυνατή κοσμοθεωρία, την έχει ανάγκη την ηθική, όπως έχει ανάγκη την αντίπαλή της ιδεολογία. Γιατί αν η δυνατή κοσμοθεωρία αφήσει την ηθική που δεν γνωρίζει από λογική, να αποτελειώσει την αδύναμη, τότε η ηθική θα πεθάνει μην έχοντας τι άλλο να φάει, κι έτσι η δυνατή κοσμοθεωρία θα πέσει από τη σφαίρα του μύθου και θα καταλήξει σαν μια καθημερινή συνήθεια. Κι αυτό είναι κάτι πολύ επικίνδυνο, καθώς μιαν απομυθοποιημένη κοσμοθεωρία αμφισβητείται πολύ εύκολα. Ένα συννεφάκι αμφισβήτησης, όχι μια συγκροτημένη ιδεολογία με τις βασικές της αρχές και τα εννοιολογικά της εργαλεία, μια απλή αμφιβολία, μπορεί σε μια τέτοια περίπτωση να εξελιχθεί σε καταιγίδα που θα ξεπλύνει την κυρίαρχη κοσμοθεωρία από το μυαλό των ανθρώπων.
Αυτό το απίστευτο σενάριο, σκέφτηκε ο Δημήτρης, που κανονικά δεν γίνεται πότε, αυτό έπαθε η cpued κοσμοαντίληψη. Κατέλεξε να είναι μια καθημερινή συνήθεια, αφού για πολλές δεκαετίες καμιά αντίπαλη κοσμοθεωρία δεν εμφανίστηκε για να προκαλέσει την παντοδυναμία της, κανένας δεν σήκωσε το λάβαρο της επανάστασης, κανένας δεν αμφέβαλε. Έστω κι ένας άνθρωπος μόνος του, χωρίς να έχει πίσω του κάποια ιδεολογία να τον στηρίζει,  ένας τέτοιος δεν βρέθηκε να ακούσουμε τη φωνή του. Με την εμφάνιση όμως της αντίστασης όλα αυτά άλλαξαν. Η ηθική, ο μεγαλύτερος φίλος της εξουσίας, είχε πια αναστηθεί, και το καθεστώς έτρεχε να προλάβει να τη χωρέσει στα μέτρα του. Και τα κατάφερε. Στην αρχή τουλάχιστον τα είχε καταφέρει καλά. Όμως επειδή δεν είχε ιδέα από αμφισβήτηση, αφού στον παρελθόν δεν είχε δώσει ούτε μια μάχη ώστε να ξέρει τι θα πρέπει να κάνει αν κάποια αντίπαλη ιδεολογία, κάποιο αντίπαλο κίνημα, προκαλέσει ευθέως την νομιμότητά του, την πάτησε. Την πάτησε το καθεστώς σαν μικρό παιδί. Και πώς έγινε αυτό; Απλά άρχισε να πιστεύει τα ίδια του τα ψέματα, αυτά που είχε βγάλει από το σακούλι της ηθικής και έλεγε για την αντίσταση και τους νέους ανθρώπους. Την πάτησε το καθεστώς ακριβώς όπως εκείνη η παλιά αυτοκρατορία ιδεών, η οποία κυβερνιόταν από ανθρώπους που αντί να καθίσουν να μάθουν καλά τον αντίπαλό τους, αρκούνταν σε μια στρεβλή του αναπαράσταση, ανακατεύοντας ψέματα με αλήθειες – αυτό το μείγμα δίνει πάντα ψέματα στο τέλος – με αποτέλεσμα, κάποια στιγμή, να πέσουν θύματα των ιστοριών που σκαρφίζονταν και διέδιδαν στον απλό κόσμο για να πιστέψει.
Αυτό ακριβώς έχει πάθει και το σημερινό καθεστώς, είπε ο Δημήτρης από μέσα του. Ενώ οι αντιστασιακοί όχι, όχι αυτοί. Αυτοί είχαν διαβάσει καλά τον αντίπαλό τους, ήξεραν από σύνορα αυτοί, δεν έπεσαν στην παγίδα τού να φτιάχνουν ψέματα για το καθεστώς και να τα πιστεύουν.
Έτσι κύλησε στη αρχή  η κατάσταση, σκέφτηκε ο Δημήτρης. Η κυβέρνηση έκανε το ένα λάθος μετά το άλλο, τα δίχτυα της είχαν γεμίσει με αυτογκόλ. Όταν όμως συνειδητοποίησε  κάποια στιγμή – το πώς έγινε αυτό ο Δημήτρης δεν μπορούσε να το εξηγήσει - ότι παρά την προπαγάνδα και την λάσπη που της πετούσε, η αντίσταση, η δύναμή της, η επιρροή της που είχε στο κόσμο, μεγάλωσε αντί να μικραίνει, τότε η κατά τα άλλα λογική κυβέρνηση, που όμως ήταν εγκλωβισμένη μέσα στο βάζο με τις αυταπάτες, όταν τελικά αυτό το βάζο έπεσε κάτω και έσπασε και ξαναβρέθηκε να πατά στην πραγματικότητα,  η κυβέρνηση τότε την είδε, ναι την είδε την αντίσταση, κατάλαβε ότι όντως υπάρχει, και τον κόσμο της,  τον μύρισε τον κόσμο της, όμως δεν μπορούσε να τον δει αυτόν. Και ήταν αυτό που  είχε  μεγαλύτερη ανάγκη τώρα να κάνει, να γίνει κλέφτης δανεικών αναμνήσεων και   ραγισμένων ονείρων, τα υλικά δηλαδή από τα οποία αποτελείται η αντίσταση, τα υλικά αυτά έπρεπε με κάποιο τρόπο η κυβέρνηση να τα πιάσει στα χέρια της, να τα μελετήσει, για να την μάθει καλή την αντίσταση, ώστε να μπορέσει να την πολεμήσει.
Πως τελικά τα κατάφερε το καθεστώς  να δει μέσα στον κόσμο της αντίστασης, αν υπήρχε κάποιο οργανωμένο σχέδιο, ο Δημήτρης δεν μπορούσε να πει. Μπροστά του όμως ήταν βέβαιος πως είχε τώρα ένα μέρος αυτού του σχεδίου. Ήταν ο Ιωάννου. Ήταν τα άλλα ηλικιωμένα μεγαλοστελέχη για τα οποία γνώριζε. Γιατί, αλήθεια, ποιοι ήταν καλύτερα προετοιμασμένοι για να διαβάσουν την συμπεριφορά της αντίστασης από τους ηλικιωμένους; Όχι πως δεν ήταν κι αυτοί μέρος της cpued πραγματικότητας – είχαν γεννηθεί άλλωστε στην ακμή της τεχνολογικής επανάστασης, προς τα μέσα του 21ου αιώνα. Όμως, αυτοί, σε αντίθεση με τους νεότερούς τους, εξακολουθούσαν να δέχονται μηνύματα από το παρελθόν. Κάποια παλιά ιστορία από τους γονείς, κάποια δανική ή σβησμένη ανάμνηση από τους παππούδες, κάποια φωτογραφία στο σπίτι, όλο και κάτι θα υπήρχε, σκεφτόταν ο Δημήτρης, που μπορούσε να ξεκλειδώσει το μυαλό τους, που μπορούσε να το κάνει να περιπλανιέται, να τσαλαβουτάει έστω και στα ρηχά νερά εκείνου του παλιού κόσμου των πολλαπλών αναγνώσεων, του κόσμου δηλαδή όπου ζούσε και ανέπνεε η σκέψη των ανθρώπων της αντίστασης. Γι’ αυτό έδωσαν στον Ιωάννου, συμπέρανε ο Δημήτρης, μια τόσο υπεύθυνη θέση κοντά στον υπουργό. Γι’ αυτόν τον λόγο.
Ο Δημήτρης προσπάθησε για μια στιγμή να αποσπάσει το μυαλό του από αυτά που σκεφτόταν. Ίσως ενστικτωδώς ήθελε να κρατηθεί μακριά από μια ακόμη αποκάλυψη που την ένιωθε επικίνδυνη. Όμως, το ανάχωμά που ύψωσε μέσα στο κεφάλι του δεν άντεξε την τόση πίεση από τους συνειρμούς του που ξεφύτρωναν ο ένας μετά τον άλλο, κι έτσι πολύ γρήγορα οδηγήθηκε σε μια καινούργια νοητική διαδρομή.
Το καθεστώς σκέφτηκε επιχειρεί τη μεγάλη επιστροφή. Αυτό είναι. Αυτή είναι στην ουσία η μεγάλη αποκάλυψη, η μεγάλη αλήθεια. Το καθεστώς έχει καταλάβει ότι μετά την εμφάνιση της αντίστασης δεν γίνεται ο cpued κόσμος να παραμείνει στη θέση του, όποτε προσπαθεί να έχει το ίδιο τον έλεγχο τον εξελίξεων. Να ένας ακόμη λόγος, σκέφτηκε, για την εμφάνιση του φαινομένου Ιωάννου. Μετά τον πόλεμο, ο κόσμος θα είναι διαφορετικός. Ποιος όμως κόσμος; Αυτός της αντίστασης που επιδιώκει ένα μια εκ βάθρων αλλαγή πορείας; Δηλαδή ένας κόσμος καινούργιος, που θα προέλθει μέσα από μια επανάσταση; Αυτό είναι καλύτερο ή μια ελεγχόμενη επανάσταση, μια χωρίς αμφιβολία ανατροπή και πάλι της σημερινής πραγματικότητας, όμως μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας, που θα μας οδηγήσει σε έναν κόσμο που θα δέχεται μεν περισσότερες από μια αναγνώσεις, αλλά θα υποτάσσεται στους κανόνες που θα θέτει γι’ αυτόν το καθεστώς και η ιδεολογία του, η οποία θα είναι η επίσημη, η κυρίαρχη ιδεολογία, η πρώτη τη τάξει;
Ο Δημήτρης σκεφτόταν πως αν είχε δίκιο σε όλα αυτά, το ηθικό δίλημμα που θα ετίθετο θα ήταν μεγάλο. Τα ερωτηματικά που θα έπρεπε να απαντηθούν πολλά. Γιατί η ελεγχόμενη επανάσταση να είναι χειρότερη; Ποιος μας εγγυάται ότι αν επικρατήσει η αντίσταση, δεν θα προβεί στην πλήρη απαγόρευση του «αναλυτικού» μας κόσμου, που ως η μόνη υπαρκτή, ως η μόνη σήμερα αποδεκτή από το καθεστώς πραγματικότητα, μας επιβάλει σαφέστατα περιορισμούς. Όμως τι καλό θα προκύψει αν εξαφανιστεί τελείως; Μήπως έτσι, αντικατασταθεί η μονομανία της σημερινής cpued εποχής, με μια καινούργια μονομανία «επαναστατική», όμως μονομανία; Μήπως στο τέλος κινδυνεύσουμε να μας καταπιεί αυτό το πράγμα που λέγεται δανεικές αναμνήσεις, από όπου η αντίσταση αντλεί το υλικό της για τη νοηματοδοσία της πραγματικότητας; Μήπως χαθούμε μέσα στους μύθους, και τις μισές αλήθειες που αποτελούν αυτόν τον κόσμο;
Όλες αυτές οι σκέψεις άρχισαν να προκαλούν δονήσεις, να μετακινούν τις τεκτονικές πλάκες μέσα στο μυαλό του Δημήτρη. Κάπως λεγόταν αυτό παλιά, ο Δημήτρης δεν θυμόταν. Το θέμα είναι ότι το μυαλό του, έτσι ξαφνικά, σταμάτησε να γεννά καθαρές εικόνες και σκέψεις. Όλο αυτό το καθαρό φως που αν άνοιγες νωρίτερα το κεφάλι του, θα το έβλεπες να διαχέεται παντού, μετατράπηκε τώρα σε κάτι θολό και ξεθωριασμένο. Κάτι τέτοιες στιγμές ο Δημήτρης τις φοβόταν πολύ. Το σταυροδρόμι, αυτό το φοβόταν πάντα. Εκεί που η διαδρομή σου, έλεγε ή που τελειώνει ή που δεν ξέρεις τι θα πρέπει να επιλέξεις για να φτάσεις στον προορισμό σου.  Όλο αυτό το ένιωθε πολύ επικίνδυνο τώρα. Όμως όχι, σκέφτηκε, δεν θα χαθώ. Όχι δεν θα πανικοβληθώ. Ξέρω ποιος είμαι και τι θέλω. Δημήτρης Φωτόπουλος, αναλυτής, μέλος της αντίστασης, της μόνη αληθινής επιλογής για την σωτηρία του κόσμου από την κατάντια στην οποία μας έχει οδηγήσει το σημερινό καθεστώς και η cpued πραγματικότητα που μας έχει επιβάλει, αυτή η πραγματικότητα που μας έχει αποκόψει από την φαντασία και την δημιουργική μας πλευρά. Όχι δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Δεν υπάρχουν ημίμετρα και μέσοι οδοί. Ο κόσμος μας πρέπει να αλλάξει. Πρέπει να αλλάξει μια για πάντα. Κι αυτό μόνο η αντίσταση το μπορεί. Όλα τα άλλα είναι θεωρητικές ανησυχίες, θεωρητικούρες, ναι αυτό είναι, σκεφτόταν, ασκήσεις επί χάρτου. Η μόνη αλήθεια είναι η πραγματική αλήθεια. Και η μόνη πραγματική αλήθεια σήμερα είναι αυτή των νέων ανθρώπων. 

Μεσημέρι πρώτης μέρας στο Speedrest: Ένα παράξενο project
Όταν ο Δημήτρης ξύπνησε από όλη αυτήν την ονειροφαντασία, οι υπόλοιποι στο τραπέζι συζητούσαν ήδη το θέμα για το οποίο ο Ιωάννου τους είχε συγκεντρώσει στο εστιατόριο. Κατά έναν παράδοξο τρόπο, κανένας δεν του είχε απευθύνει τον λόγο νωρίτερα ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε, αφού αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, πίστευε πως θα το καταλάβαινε, όσο βαθιά και αν ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του. Αν πάλι όχι, σκεφτόταν, σίγουρα θα τον «ξυπνούσε» ο Γιώργος.
Όπως αποδείχτηκε αργότερα, ως προς το πρώτο είχε πέσει μέσα. Ως προς τον φίλο του όμως όχι. Ο Γιώργος που είχε σαφέστατα καταλάβει ότι ο Δημήτρης είχε χαθεί στον κόσμο του, ανέλαβε πρωτοβουλία να το βάλει στη συζήτηση, μόνο όταν μυρίστε την επιστροφή του, αρχίζοντας με μια μικρή περίληψη των όσων είχαν προηγηθεί, που ακούστηκε λες και τη διάβαζε από κάποιο χαρτί.
«Λοιπόν Δημήτρη δεν έχεις μιλήσει καθόλου. Εσύ τι γνώμη έχεις; Τι πιστεύεις; Πόσος χρόνος και τι μέσα θα χρειαστούμε για να κατασκευάσουμε μια βάση δεδομένων, όπου θα συγκεντρώνονται πληροφορίες σχετικά με τα προσόντα των πιο έξυπνων υπαλλήλων του γραφειακού μας κέντρου, ώστε ο κύριος Ιωάννου και οι συνεργάτες του να μπορούν να ανατρέχουν σε αυτήν ανά πάσα στιγμή για να τους αξιολογούν, να αξιολογούν δηλαδή αν μπορούν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καινούργιων, πολλαπλών καθηκόντων που θα αναλάβουν»;
«Όπως βλέπετε κύριε Φωτόπουλε πολλά πράγματα αλλάζουν», είπε ο Ιωάννου. «Πολύ δουλειά περιμένει τους εξυπνότερους από εσάς, οι οποίοι θα βρεθούν σε ρόλο πρωταγωνιστή».
Ο Δημήτρης έμεινε να τον κοιτάζει απορημένος για όλο αυτό το σχέδιο με τα πολλαπλά καθήκοντα, του οποίου οι λεπτομέρειες και ο σκοπό του ήταν άγνωστος. Σε ό,τι αφορά στο Γιώργο, παρά την πρωτοβουλία που πήρε για να τον βάλει στη συζήτηση, αισθανόταν πως δεν τον είχε βοηθήσει και πολύ. Σίγουρα του είχαν ξεφύγει πολλά την ώρα που είχε βυθιστεί στις σκέψεις του. Σίγουρα οι άλλοι είχαν πει κάτι σημαντικό, οπότε τι θα έπρεπε να κάνει τώρα; Να ρωτήσει ή να μη ρωτήσει για να μην φανεί πως δεν τους είχε παρακολουθήσει; Σκέφτηκε να κάνει το πρώτο, να μη ρωτήσει. Όπως όμως του πέρασε από το μυαλό να μην πει τίποτα, έτσι και του έφυγε στο άψε σβήσε. Σήμερα άλλωστε ήταν μέρα αναγέννησης γι’ αυτόν. Σήμερα κήδευε τον παλιό του εαυτό, τον Δημήτρη τον συγκρατημένο, τον δειλό και γιόρταζε τον Δημήτρη τον καινούργιο, τον τολμηρό. Δεν άντεξε λοιπόν και ρώτησε, κι ας τον επέπληττε αργότερα ο διευθυντής του που δεν είχε παρακολουθήσει τη συζήτηση.
«Ξέρετε, αυτό εξαρτάται από το τι ακριβώς θέλετε να πετύχετε», είπε στον Ιωάννου. «Ποια είναι αυτά τα ειδικά καθήκοντα που θα πρέπει να εκτελέσουν οι συνάδελφοι, τι είναι τέλος πάντων αυτό το ξεχωριστό που θέλετε να κάνουν. Έχετε να προσθέσετε κάτι σε αυτά που μας έχετε ήδη πει»;
Ο Δημήτρης  πίστευε πως είχε χειριστεί έξυπνα το θέμα και πως τελικά θα απέφευγε την επίπληξη του διευθυντή του. Είχε προσπαθήσει να καλύψει την άγνοιά του με ρητορικά κόλπα, με ερωτήσεις δηλαδή, που ήταν έτσι διατυπωμένες – έτσι τουλάχιστον πίστευε αυτός  – ώστε ακόμα κι αν ο Ιωάννου τις είχε απαντήσει στη συζήτηση που είχε προηγηθεί νωρίτερα, να τον αναγκαστεί να τις ξανααπαντήσει. Αυτή ήταν η παγίδα του, όμως δυστυχώς δεν έπιασε, καθώς ο Ιωάννου, μιλώντας του κάπως απότομα, του έδωσε μιαν απάντηση που τον ξάφνιασε.
«Κύριε Φωτόπουλε αυτό που ρωτάτε δεν αφορά τη συζήτησή μας ή μάλλον για να το θέσω στις σωστές του διαστάσεις δεν σας αφορά».
Ο Δημήτρης, ο οποίος από αλλού το περίμενε και από αλλού του ήρθε –  σκεφτόταν πως το χειρότερο που θα μπορούσε να ακούσει από τον Ιωάννου ήταν πως δεν είχε να προσθέσει τίποτα – όχι μόνο δεν φοβήθηκε από αυτήν την επιθετική συμπεριφορά, αλλά ξέροντας ότι είχε χτυπήσει ευαίσθητη φλέβα, θέλησε να μάθει περισσότερα.
«Συγγνώμη, αλλά όλο αυτό με τα πολλαπλά καθήκοντα ξεφεύγει κατά πολύ από τον τρόπο λειτουργίας των υπηρεσιών του υπουργείου. Αν δεν ξέρω γιατί γίνεται όλη αυτή η μεταστροφή, τότε πως μπορώ να βοηθήσω»;
«Βλέπω ότι τις μεγάλες κουβέντες τις έχετε στο τσεπάκι σας και τις λέτε με μεγάλη ευκολία. Αυτό που σας ζητάω, που ζητά ο υπουργός δηλαδή, μπορείτε να το κάνετε και με τις πληροφορίες που σας έχω ήδη δώσει. Μην το ρίχνετε λοιπόν στις κοσμοθεωρίες, γιατί πως προς τα εκεί βλέπω πως σκοπεύετε να το πάτε, αν δεν σας σταματήσει κάποιος, αν κάποιος δεν σας συγκρατήσει. Δεν υπάρχει κάτι διαφορετικό, κάτι το περίεργο στην περίπτωση που εξετάζουμε. Όπως κάνουμε με όλα μας τα σχέδια και τις αποφάσεις μας στο υπουργείο, έτσι και τώρα το κέντρο της προσοχής μας είναι ο άνθρωπος και το πώς θα καταφέρουμε να διευρύνουμε τις δυνατότητές του».
Ο Δημήτρης κοιτούσε τον Ιωάννου με ανοιχτό το στόμα σαν να μην πίστευε αυτό που άκουγε. Τι είναι πάλι αυτό, σκέφτηκε, το περί του ανθρώπου στο κέντρο της προσοχής του καθεστώτος; Από πότε νοιάζεται το καθεστώς για τον άνθρωπο, από πότε έπαψε να τον αντιμετωπίζει ως υπολογιστική μηχανή; Και γιατί, αναρωτήθηκε,  το είπε ο Ιωάννου με τέτοιο τρόπο, ώστε να ακούγεται σαν το πιο φυσιολογικό πράγματα του κόσμου; Του έστελνε μήπως κάποιο μήνυμα, που από όλη την παρέα μόνο αυτός ήταν σε θέση να καταλάβει; Χωρίς να μπορέσει να δώσει κάποια απάντηση στα ερωτήματά του και για να μην προκαλέσει και πάλι την αντίδραση του διευθυντή του, που τον έβλεπε να ξύνει νευρικά το κεφάλι του, αποφάσισε να μιλήσει όσο γινόταν πιο υπηρεσιακά.
«Ναι μπορούμε να το κάνουμε. Θα μας δώσετε τη δουλειά τους, μαζί με ορισμένα στατιστικά. Εννοώ το είδος δουλείας με το οποίο ασχολούνται. Τα εργασιακά τους επιτεύγματα, τους χρόνους τους, όλα αυτά τα χρειαζόμαστε. Θα χρειαστούμε όμως και πληροφορίες σχετικά με την προσωπική τους ζωή».
Αυτό το τελευταίο για την προσωπική ζωή ο Δημήτρης το είπε κάπως δειλά, καθώς ήξερε πως έβγαινε και πάλι έξω από τα όρια που είχε βάλει στη συζήτηση ο Ιωάννου. Ωστόσο, όντας πεπεισμένος ότι αυτές οι πληροφορίες ήταν απαραίτητες, συνέχισε να υποστηρίζει τη θέση του, ευελπιστώντας πως ο Ιωάννου θα καταλάβει, αν και μέσα του δεν το πολυπίστευε.
«Πρέπει να ξέρουμε και κάποια πράγματα γι’ αυτούς εκτός δουλειάς. Τα χόμπι τους, τις καθημερινές τους συνήθειες, τον αν έχουν κατοικία, τι είδους πτεροκίνητο διαθέτουν. Δεν ξέρω πως σας φαίνονται όλα αυτά, αλλά πιστέψτε με μας είναι απαραίτητα. Αυτό που μας ζητάτε είναι να προχωρήσουμε σε μια ανάλυση τύπου profiling, οπότε όλες αυτές τις πληροφορίες τις θέλουμε. Αν τις αποκτήσουμε, και με την βοήθεια των μοντέλων που θα αναπτύξουμε, θα καταφέρουμε να φτιάξουμε μια αξιόπιστη βάση δεδομένων, ένα αξιόπιστο πρόγραμμα, όπως ακριβώς μας το έχετε ζητήσει. Όσο για τον χρόνο που θα απαιτηθεί – για να προλάβω την ερώτησή σας – αυτό εξαρτάται από τον αριθμό των έξυπνων ανθρώπων που θα βρούμε και φυσικά από τις διαφορές που θα εντοπίσουμε στη συμπεριφορά τους. Με άλλα λόγια από την ποσότητα, αλλά κυρίως από το είδος των ταξινομήσεων που θα προκύψουν, καθώς θα προχωρούμε στην ομαδοποίηση νοητικών προσόντων, συνηθειών, συμπεριφορών και άλλων τέτοιων χαρακτηριστικών. Καταλαβαίνετε βέβαια ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη. Profiling είναι αυτό, κάτι που απ’ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, δεν έχει ξαναγίνει σε καμία υπηρεσία κανενός υπουργείου τις τελευταίες δεκαετίες» – εδώ ο Δημήτρης παραλίγο να πει, αφού στις περισσότερες δουλειές που κάνουν οι υπάλληλοι, ακολουθείται μια αυτοματοποιημένη διαδικασία, αλλά συγκρατήθηκε – «οπότε λόγω έλλειψης προηγούμενης εμπειρίας, καταλαβαίνετε πως κάποιον χρόνο θα τον χρειαστούμε. Μόλις όμως ολοκληρωθεί, θα είμαστε σε θέση να σας δώσουμε αυτό που ψάχνετε. Θα έχουμε καταφέρει να βρούμε τους ιδανικούς υπαλλήλους και φυσικά το ιδανικό μοντέλο συμπεριφοράς, γιατί αυτό είναι που κυρίως ψάχνετε αν κατάλαβα καλά, για την εκτέλεση multitasking καθηκόντων».
«Έχετε απόλυτο δίκιο» είπε ο Ιωάννου στον Δημήτρη, που δεν μπορούσε να πιστέψει ότι τον είχε πείσει και μάλιστα τόσο εύκολα. «Όντως πρέπει», συνέχισε, «με κάποιο τρόπο να πρακτορεύσουμε τη ζωή αυτών των υπαλλήλων, πρέπει να βγούμε εκτός δουλειάς και να μάθουμε περισσότερα γι’ αυτούς, αν θέλουμε πραγματικά να πετύχει το σχέδιο μας. Μου είχε περάσει κι εμένα από το μυαλό αυτό. Απλά ήλπιζα ότι εσείς θα είχατε να μου προτείνετε μια πιο εύκολη λύση. Ας γίνει λοιπόν έτσι. Τι λέτε και εσείς κύριε διευθυντά»;
Ο διευθυντής, του οποίου η καρδιά είχε πάει στη θέση της ύστερα από την θετική ανταπόκριση του Ιωάννου σε αυτά που του πρότεινε ο Δημήτρης, αφού κορδώθηκε λίγο για τον υπάλληλό του, τού είπε πως συμφωνούσε απόλυτα μαζί του και πως δεν είχε να προσθέσει τίποτα διαφορετικό.
«Ωραία λοιπόν ας γίνει έτσι», είπε ο Ιωάννου.
«Κύριοι σας ευχαριστώ για τη συνεργασία σας. Ήδη ανυπομονώ για τις λεπτομέρειες του σχεδίου που συμφωνήσαμε. Όσο για τον χρόνο, πολύ φοβάμαι πως θα σας αγχώσω λιγάκι. Λυπάμαι, αλλά ό,τι είναι να γίνει θα πρέπει να γίνει άμεσα. Σκεφτείτε το ως εξής: πως το deadline έχει ήδη λήξει».
Ο Ιωάννου, ο οποίος όπως εξήγησε είχε να πάει και σε άλλη συνάντηση, μάζεψε βιαστικά τα πράγματα, και αφού χαιρέτησε τον Δημήτρη και τους άλλους, αποχώρησε από το εστιατόριο. Ο Δημήτρης, ο Γιώργος και ο διευθυντής έμειναν γύρω στα σαράντα λεπτά ακόμη για να συζητήσουν κάποιες πρώτες ιδέες γύρω από το θέμα του profiling. Μετά αποχώρησαν κι αυτοί για τα γραφεία τους.

Μεσημέρι πρώτης μέρας συνέχεια: κάτι έχει αλλάξει
Όταν επέστρεψε στο γραφείο του ο Δημήτρης, προσπάθησε να ελαφρύνει τις σκέψεις του, να τις καθαρίσει από τα απομεινάρια της συζήτησης που είχε με τον διευθυντή του και τον Γιώργο για το profiling. Δεν πρόλαβε όμως να πάρει μιαν ανάσα, κι ο κενός χώρο που δημιουργήθηκε μέσα στο κεφάλι του, γέμισε με κάτι άλλο, μιαν εικόνα αυτή τη φορά, την εικόνα του Ιωάννου. Του  Ιωάννου που είχε έρθει απρόσκλητος, για να καταχραστεί, όπως συνέβη και στο εστιατόριο, την φιλοξενία που του προσέφερε η φαντασία του. Όμως αυτή τη φορά  βρισκόταν εκεί για άλλο λόγο. Όχι, ο Δημήτρης δεν είχε κάποια νέα συνωμοσία στα σκαριά. Ο Ιωάννου που σκεφτόταν τώρα δεν χρειαζόταν αποκωδικοποίηση. Δεν ήταν ο ευφυής, αινιγματικός άνθρωπος που είχε γνωρίσει πριν από λίγο, αυτός που αναζητούσε να μάθει τον ακριβή του ρόλο μέσα στην κυβέρνηση. Ήταν ένας άλλος Ιωάννου, για τον οποίον δεν είχε περιέργεια να μάθει κάτι, δεν είχε κανένα συναίσθημα γι’ αυτόν. Ήταν κάποιος με ύφος αυστηρό και ψυχρό, σαν ανακριτής ή δικαστής, που εξυπηρετούσε μια συγκεκριμένη ανάγκη που είχε ο Δημήτρης αυτήν την στιγμή, μια πολύ δική του ανάγκη: το να περάσει τον εαυτό του από δίκη γι’ αυτά που έκανε ή που δεν έκανε, που είπε ή που δεν είπε στο εστιατόριο. Με τον Ιωάννου παρόντα και το σκηνικό του δικαστηρίου έτοιμο μέσα στο κεφάλι του, η παράσταση δεν άργησε να ξεκινήσει.
«Είστε ικανοποιημένος από τη συνάντηση μαζί μου» τον ρώτησε ο «δικαστής» Ιωάννου.
«Ναι φυσικά, ήσασταν μια αποκάλυψη για μένα. Πραγματικά χρωστάω πολλά στο Γιώργο που με κάλεσε να σας δω».
«Τι είναι αυτό που σας κάνει να με αποκαλείτε αποκάλυψη; Είναι βαριά αυτή λέξη. Γιατί δηλαδή δεν είμαι ένας ακόμα κυβερνητικός αξιωματούχος;».
«Γιατί το μυαλό σας κινείται σε πολλά επίπεδα. Δεν είστε cpued εσείς. Ή μάλλον είστε και cpued, όμως το μυαλό σας είναι αχαρτογράφητο. Το βάθος και το πλάτος του είναι άγνωστα».
«Αφήστε τα γύρω γύρω και μιλήστε ευθέως» είπε ο Ιωάννου, περνώντας στην επίθεση. «Για ποιο λόγο ήλθατε να με συναντήστε;».
«Για να σας αποσπάσω πληροφορίες για το σχέδιο επίθεσης κατά της αντίστασης».
«Τι μάθατε γι’ όλο αυτό;».
«Τίποτα».
«Οπότε αποτύχατε».
Ο Δημήτρης συνήθιζε να είναι πολύ αυστηρός με τον εαυτό του. Ήταν κομμάτι της ιδιοσυγκρασίας του, δεν μπορούσε να το ελέγξει. Δεν μπορούσε εκλογικεύσει, να θέσει υπό έλεγχο τις υπερβολές στις  οποίες κατέληγε η αυτοκριτική του. Κι ήταν κάποιες φορές τόσο αδυσώπητη αυτή η αυτοκριτική, τόσο μεταλλική και ψυχρή, που την ένιωθε σαν όπλο, σαν ένα πολυβόλο που ακουμπούσε επάνω του και απειλούσε να γεμίσει με τρύπες την αυτοπεποίθησή του. Στον παρελθόν είχε προσπαθήσει να απαλλαγεί από αυτόν το εφιάλτη με τρόπο λογικό. Όταν η αυτοκριτική του τού έσφιγγε το μυαλό,  έψαχνε να βρει επιχειρήματα, τα καλύτερα που μπορούσε, για να γλιτώσει. Με αυτά παραμάσχαλα πήγαινε να κοιμηθεί το βράδυ, κι αναθαρρούσε καθώς η ομίχλη τους σκέπαζε το πολυβόλο που τον σημάδευε. Όταν όμως ξυπνούσε, η ομίχλη, που δεν ήταν πραγματική – δικό του ήταν το λάθος, αυτός είχε διαλέξει να παλέψει με τη βοήθεια της λογικής – δεν υπήρχε. Το εκτελεστικό απόσπασμα, το πολυβόλο, αυτά είχαν επιστρέψει, κι ήταν έτοιμα να τον τρυπήσουν με τα πυρά τους.
Αυτό γινόταν συνέχεια, χρόνια πολλά, όμως δεν το έβαλε κάτω. Και κάποια στιγμή, μετά από τόσες εκτελέσεις, τα κατάφερε. Βρήκε τη λύση. Τη βρήκε σε ένα κόλπο που σκαρφίστηκε, που αυτή τη φορά ερχόταν από κάπου που υπήρχε πραγματική ομίχλη. Ήταν αυτό το κόλπο με το άλλο πρόσωπο, με τον δικαστή, ένα τρικ που τον απάλλασσε από τον χειρότερο δικαστή, από τον χειρότερο δυνάστη, που ήταν ο ίδιος του ο εαυτός, αφήνοντάς του το περιθώριο μιας κάποιας αντικειμενικότητας. Ήταν ένα κόλπο που, από ένα σημείο και μετά, δεν το προετοίμαζε για να το περφορμάρει, αλλά γινόταν από μόνο του. Με αυτό τον τρόπο πίστευε ότι υπήρχε η ελπίδα να αθωωθεί. Με αυτόν, μόνο με αυτόν, ενώ όταν καθόταν ο ίδιος στη θέση του δικαστή, τότε η απόφαση έβγαινε πάντα σε βάρος του, πάντα ήταν καταδικαστική.
Αυτό το κόλπο είχε βάλει σε εφαρμογή και τώρα. Η φαντασία του είχε επικαλεστεί τον Ιωάννου, ελπίζοντας στην επιείκειά του. Μόνο που αυτή τη φορά ένιωθε πως τα πράγματα μπορεί να μην κυλούσαν όπως τα ήθελε. Το έβλεπε καλά, όλα τα στοιχεία ήτανε σε βάρος του. Τις κουβέντες του Ιωάννου, ειδικά αυτό το τελευταίο που του είπε περί αποτυχίας, έκατσε και τις σκέφτηκε καλά.  Και το συμπέρασμα που έβγαλε δεν του άρεσε καθόλου. Δεν υπήρχε αμφιβολία, η απόφαση θα ήταν καταδικαστική. Την έβλεπε τη μαυρίλα που ερχόταν. «Να τη έφτασε κιόλας», είπε δυνατά, δείχνοντας τους τοίχους του γραφείου του, όπου επάνω τους έβλεπε να τρέχουν χέρια από μαύρο καπνό, χέρια που κατέληγαν σε μακριές, μαύρες ουρές που ανέβαιναν πολύ γρήγορα πάνω στο ταβάνι, σέρνοντας την κοιλία τους πάνω –κάτω σαν τα σκουλήκια. Εκεί στο ταβάνι συγκεντρωμένα τα μαύρα χέρια, έγιναν μια άμορφη μάζα, μάκρυναν, με την ευκολία που μακραίνει ο καπνός, μέχρι που στο τέλος έφτασαν τον Δημήτρη, τυλίχτηκαν γύρω από τον λαιμό του και άρχισαν να τον πνίγουν.
Θάνατος. Αυτή ήταν η απόφαση του δικαστή Ιωάννου, σκληρή και αμείλικτη. Θάνατος για την αποτυχία του, μιαν απόφαση που υπέμεινε χωρίς να διαμαρτυρηθεί καθόλου, και αυτό γιατί δεν έχει λόγο να διαμαρτυρηθεί, γιατί ο δικαστής είχε δίκιο. Ναι, είχε δίκιο ο Ιωάννου, σκέφτηκε. Είχε πάει στο εστιατόριο για να του αποσπάσει πληροφορίες για το σχέδιο επίθεσης. Και τι έκανε αντί γι’ αυτό; Άφησε το εαυτό του να περιπλανηθεί σε μια φιλοσοφική αναζήτηση, με αποτέλεσμα να μη μάθει τίποτα. Άφησε να χαθεί μια χρυσή ευκαιρία. Το μεγάλο άλμα από το Α στο Δ ακόμη δεν έγινε ποτέ. Τώρα έπρεπε να γυρίσει ξανά στις αναλύσεις του, που ποιος ξέρει αν και πότε θα απέδιδαν. Έπρεπε δηλαδή να επιστρέψει στον παλιό του, μετρημένο εαυτό;
Όχι, θα έπρεπε να κάνει κάτι άλλο. Θα έπρεπε να ξανασυναντήσει τον Ιωάννου για να μάθει αυτό που έψαχνε. Ναι αυτή ήταν η σωστή κίνηση. Έτσι κι αλλιώς, σκέφτηκε, ο άνθρωπός αυτός, η συμπεριφορά του, αποτελεί μια ανατροπή στα ως τώρα δεδομένα του cpued κόσμου. Σίγουρα έπρεπε να τον δει για να μάθει, τόσο για το σχέδιο επίθεσης, όσο και για τις αλλαγές που έχουν συμβεί στη λειτουργία του καθεστώτος.
Είχε κάνει τη δουλειά του ο νέος Δημήτρης που είχε βγάλει από μέσα του ο Ιωάννου. Κι αυτό φαινόταν κι εξωτερικά, στο πρόσωπό του, που δεν ήταν πια αφυδατωμένο. Δεν ήταν αφαιμαγμένο από την απογοήτευση στην οποία είχε παλινδρομήσει νωρίτερα, εξ’ αιτίας της αποτυχίας του να αποσπάσει από τον Ιωάννου τις πληροφορίες που ζητούσε. Το πρόσωπό του είχε ξαναβρεί τους χυμούς και τα χρώματά του. Το αίμα είχε γυρίσει πίσω.  Αυτό το καινούργιο πρόσωπο που είχε τυλιχθεί τώρα γύρω από το κρανίο του, κρύβοντας τα σημάδια και τις ρωγμές των αμφιβολιών του. Που είχε ανάψει το φως του, αποκαλύπτοντάς του διαδρομές εσωτερικές που δεν ήξερε ότι υπάρχουν.  Και ήταν στην αρχή μιας τέτοιας διαδρομής που βρισκόταν τώρα ο Δημήτρης. Κι ήταν μια πραγματική αποκάλυψη αυτή η διαδρομή.
Το είχε σκεφτεί στο Speedrest πως το καθεστώς αλλάζει, πως ψάχνει να βρει τρόπο να μπει μέσα στον κόσμο των σκόρπιων ονείρων και των γεμάτων σκόνη ιστοριών του παρελθόντος, χρησιμοποιώντας ως πράκτορες, ως διαμεσολαβητές, μεταξύ της σημερινής cpued εποχής και των περασμένων αιώνων, ηλικιωμένους ανθρώπους. Το είχε σκεφτεί στο Speedrest, όμως δεν είχε αντέξει το βάρος εκείνης της σκέψης. Μια κλωστή αμφιβολίας κρεμόταν από πάνω του, ένα νήμα, τα νήματα τα είχε ανάγκη ο Δημήτρης.
Και στην αρχή της δίκης, όταν αποκάλεσε τον Ιωάννου non cpued, όταν χαρακτήρισε το μυαλό του αχαρτογράφητο και αβαθές, κάτι είχε ψελλίσει και τότε, όμως ο δικαστής Ιωάννου, ανακατεύθυνε τη συζήτηση σε άλλο θέμα. Να όμως που το φως εκείνων των σκέψεων ήταν πολύ δυνατό για να σβήσει. Να που τελικά η συνάντησή του με τον Ιωάννου, και οι δύο συναντήσεις, δεν είχαν πάει στο βρόντο. Κάτι είχε μάθει από αυτές, κάτι που σίγουρα θα βοηθούσε την αντίσταση στον αγώνα της κατά του καθεστώτος.
Ο Δημήτρης ξεαμπάλαρε το νοητικό του εύρημα και βρέθηκε μπροστά σε μια ολοστρόγγυλη πιθανότητα, που ο ίδιος την αισθάνθηκε σαν βεβαιότητα.  Αυτό είναι, είπε από μέσα του. Το καθεστώς κινείται έξω από τους cpued κανόνες συμπεριφοράς που το ίδιο είχε φτιάξει για τον εαυτό, οπότε και η κρυψώνα του σχεδίου επίθεσης, δεν μπορεί παρά να είναι σε μέρη διαφορετικά απ’ αυτά που υποπτευόμαστε. Αποκλείεται, σκεφτόταν, η κυβέρνηση να το έχει κρύψει μέσα σε κάποιο γραφείο των επιπέδων ΙΙ και ΙΙΙ του υπουργείου, λαμβάνοντας υπόψη της παραμέτρους μόνο χωροταξικές και μαθηματικοκεντρικές. Σίγουρα οι άνθρωποι της κυβέρνησης τα έχουν υπολογίσει  αυτά, όπως και τον παράγοντα εμπιστοσύνη – ο Δημήτρης εξακολουθούσε να πιστεύει πως δεν είχε κανένα νόημα να ασχοληθεί με το επίπεδο Ι του υπουργείου όπου εργάζονταν χαμηλόβαθμοι υπάλληλοι – όμως κάτι άλλο μάλλον έχει καθορίσει την τελική τους απόφαση. Ίσως, στεφόταν, η απάντηση βρίσκεται σε εκείνη τη συζήτηση με τον Ιωάννου. Ίσως το μυστικό κρυβόταν στο profiling.
Όπου κι αν ήταν, το σίγουρο είναι ότι έπρεπε να το μάθει. Κι ο καλύτερος τρόπος για να το μάθει δεν ήταν άλλος από το να δει και πάλι τον Ιωάννου. Αυτό σκεφτόταν να κάνει τώρα. Επίσης, σκεφτόταν πως έπρεπε να ενημερώσει την αντίσταση για τα συμπεράσματά του. Δεν υπήρχε λόγος να συνεχίσει άλλο με τις αναλύσεις του. Κάτι τέτοιο θα ήταν χάσιμο χρόνου. Απεναντίας, έπρεπε να δει από κοντά κάποιον από την αντίσταση και να του εξηγήσει.
Χωρίς λοιπόν καθυστέρηση, με ένα κλικ των ματιών του, έστειλε b- mail στον XR000XRP, όπως ήταν το κωδικό όνομα του συνδέσμου του στην αντίσταση, ζητώντας του να συναντηθούν όσο πιο γρήγορα γινόταν. Η απάντηση που έλαβε ήταν εξίσου γρήγορη. Το μήνυμα που προέβαλε στην οθόνη του γραφείου του έλεγε: Στις 16:00, στη Στέβη.

 Μεσημέρι πρώτης μέρας: η δικαιολογία
Η επιλογή της ώρας δεν ήταν τυχαία. Δυστυχώς, η απαγόρευση της κυκλοφορίας, επέβαλε να γίνει η συνάντησή τους σχετικά νωρίς, πράγμα που σήμαινε ότι ο Δημήτρης έπρεπε να πάρει άδεια από τη δουλειά. Για να γίνει όμως αυτό θα έπρεπε να επικαλεστεί μια πολύ πειστική δικαιολογία, αφού όσους ζητούσαν άδεια στο υπουργείο τούς περνούσαν κυριολεκτικά από κόσκινο.
Σκέφτηκε στην αρχή να προφασιστεί ότι δεν αισθανόταν καλά, πως είχε ζαλάδες ή σκοτοδίνες, συμπτώματα τέλος πάντων που αν τα περιέγραφε κανείς χρησιμοποιώντας το λεξιλόγιο της καθομιλουμένης της εποχής μας, θα τα έλεγε παύσεις ή διακοπές της εγκεφαλικής λειτουργίας. Ο στόχος βέβαια ήταν να πάρει ιατρική άδεια που ήταν και η πιο επίσημη. Όμως σήμερα βιαζόταν. Δεν μπορούσε να δαπανήσει μια  ώρα και βάλε που θα του έπαιρνε για να εξασφαλίσει το πολύτιμο χαρτί με τον πράσινο σταυρό. Κάτι οι εξετάσεις που θα έκανε μόνος του με το pen scanner, ανοίγοντας την εγκεφαλική εφαρμογή allDoc, που ήταν κάπως βαριά και ήθελε το χρόνο της για να βγάλει αποτελέσματα, κάτι η επανεξέταση που θα έπρεπε να γίνει στην πιο κοντινή σε αυτόν μονάδα ιατρικής φροντίδας του γραφειακού κέντρου, όπου θα επιβεβαιώνονταν τα αποτελέσματα των εξετάσεων και θα γινόταν η τελική διάγνωση, στο τέλος θα την έτρωγε την ώρα του. Άσε που υπήρχε και το άλλο, το πιο βασικό απ’ όλα. Το ότι δηλαδή δεν είχε τίποτα. Με αυτό τι θα γινόταν; Πως θα έπειθε τους γιατρούς, αυτούς τους πιστούς υπηρέτες του συστήματος, οι οποίοι δεν τον είχαν σε τίποτα, αν έβλεπαν ότι πας να τους ξεγελάσεις, να σου ρίξουν ένα φακέλωμα από τα πολύ περιποιημένα, πως θα τους έπειθε αυτούς για τις σκοτοδίνες και τις ζαλάδες; 
Όχι, θα έπρεπε να κινηθεί διαφορετικά. Σκέφτηκε τον διευθυντή του. Ήξερε πως τον συμπαθούσε. Ύστερα μάλιστα από όλο αυτό που έγινε στο εστιατόριο με εκείνη την εισήγησή του που έδωσε λύση στο πρόβλημα που τους είχε θέσει ο Ιωάννου – αν και παραλίγο να τα κάνει θάλασσα με τα επαναστατικά του – θα είχε λογικά ανεβεί κι άλλο στα μάτια του. Θα πήγαινε λοιπόν σε αυτόν και θα του ζητούσε να γυρίσει σπίτι προκειμένου να ετοιμάσει με την ησυχία του ένα προσχέδιο, μια πρώτη ανάλυση για το πώς θα προχωρήσουν με το profiling.
Ο Δημήτρης το είχε πάρει απόφαση να πει ψέματα για να φύγει, κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν το είχε κάνει ποτέ του, μιας και η έννοια του καθήκοντος ήταν βαθιά ριζωμένη μέσα του. Κυρίως, όμως, ήταν αυτή η έλλειψη επιλογών που είχε ή που καλύτερα δεν είχε στη ζωή του. Βλέπετε, η εργατικότητα και η ευσυνειδησία του Δημήτρη, είχαν βρει τρόπο να στέκονται έξω από αυτόν. Κρέμονταν από πάνω του σαν αιώνιες αλήθειες, όπως ακριβώς το φεγγάρι κρέμεται πάνω από τη νύχτα και ο ήλιος πάνω από την ημέρα, δύο δυνάμεις του σύμπαντος, που ναι μεν βρίσκονται έξω από τον γήινο κόσμο, όμως τον ορίζουν απόλυτα. Αυτό ακριβώς του συνέβαινε. Είχε μάθει να ζει αποκλειστικά υπό το φως της ευσυνειδησίας και της εργατικότητας, όποτε το να σκαρφιστεί κάτι για να αποφύγει τη δουλειά ούτε καν του περνούσε από το μυαλό. Κι αν τυχόν έκανε την εμφάνισή της μια τέτοια τολμηρή σκέψη, αν ξεγλιστρούσε μια τέτοια σκέψη από τους κανόνες και τις παγίδες της με μαθηματική ακρίβεια δομημένης λογικής του και κατάφερνε να φτάσει κάτω από τα μάτια του στήνοντας το ωραίο σκηνικό της, τότε ο φόβος, το βαρύ πυροβολικό του Δημήτρη, θα έριχνε μερικές προειδοποιητικές βολές και πολύ γρήγορα η σκέψη θα υποχωρούσε.  
Να όμως που τώρα, με όλα αυτά που ζούσε, με όλες αυτές τις συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί, τα πράγματα είχαν αλλάξει. Η σκέψη του να φύγει από τη δουλειά έγινε. Και όσο για τον φόβο, το βαρύ πυροβολικό, άφαντο. Ήταν πολύ αδύναμο, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα τώρα που ο Δημήτρης έχει πάρει την ευθύνη να επιλέξει μεταξύ κοπάνας από τη δουλειά και εργατικότητας, κάτι που λειτούργησε μέσα του πολύ απελευθερωτικά. Γιατί όχι μόνο πήγε γεμάτος αυτοπεποίθηση στον διευθυντή του να του αραδιάσει τα παραμύθια του, αλλά ήταν βέβαιος πως ο διευθυντής, ο οποίος ενέκρινε μόνο τις υπογεγραμμένες από ιατρό αιτήσεις αδείας, θα του έλεγε στο τέλος ένα καθαρό, ολοστρόγγυλο, προφορικό, ανεπίσημο, αλλά με την ισχύ επίσημου ναι, κάτι που τελικά έγινε, γι’ αυτό πολύ γρήγορα ο Δημήτρης μάζεψε ό,τι είχε να μαζέψει – κυρίως έσβησε τα ψηφιακά ίχνη από τους χάρτες που είχε προβάλει στην οθόνη του γραφείου του – και ξεκίνησε για να πάει στο ραντεβού που είχε με τον άνθρωπο της αντίστασης.

Μεσημέρι προς απόγευμα πρώτης μέρας: η πόλη
Η Στέβη είναι μια μικρή πόλη της βορειοανατολικής Αττικής – βρίσκεται εκεί που παλιά υπήρχε η πόλη του Αγίου Στεφάνου – και είναι γνωστή για τις πολεοδομικές και οικιστικές της παραξενιές. Η δόμησή της, για παράδειγμα, είναι αρκετά χαμηλή, δεν υπάρχουν καθόλου κτήρια σαν αυτά των τριακοσίων και βάλε ορόφων που συναντάς στην Αθήνα. Οι δρόμοι της, αν και πρόκειται για πόλη σχεδιασμένη με τα παλιά πρότυπα, είναι αρκετά πλατιοί, κίνηση δεν έχουν καθόλου. Και φυσικά, αφού έχει δρόμους και όχι αυτοκινητοδρόμους, αφού τα κτήριά της είναι χαμηλά, όποτε πολλά, οπότε σχετικά κοντά το ένα με το άλλο, η Στέβη έχει και γειτονιές,  τόσο πολύ non cpued είναι. Έχει γειτονιές που χωρίζονται σε τρία είδη: σε αυτές όπου κατοικούν μεγαλοστελέχη της κρατικής διοίκησης, στις γειτονίες των εργαζομένων στα σώματα ασφαλείας και στις πιο, ας το πούμε, λαϊκές συνοικίες όπου μένουν άνθρωποι χαμηλού επαγγελματικού προφίλ.
Για να μην λέμε πολλά, η Στέβη είναι έτσι χτισμένη που θες δεν θες την προσέχεις. Θες δεν θες – θες εδώ που τα λέμε – την λες ωραία. Κάτι η δόμησή της, κάτι τα αρχιτεκτονικά πειράματα που εφαρμόστηκαν εκεί στις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, όπως τα κτήρια από ενεργειακό γυαλί που σου επιτρέπουν να ελέγχεις το ηλιακό φως που εισέρχεται σπίτι σου – αντικειμενικά δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπα αυτά τα κτήρια, αλλά βλέποντας τόσα πολλά συγκεντρωμένα στον ίδιο χώρο τα κάνει να φαίνονται πρωτότυπα – δεν θέλει και πολύ για να μείνεις με το στόμα ανοιχτό. Η Στέβη, όμως, δεν ξεχωρίζει μόνο για την όψη της. Ξεχωρίζει ακόμα – ίσως μάλιστα αυτό να την κάνει πραγματικά ιδιαίτερη – από τα διαφορετικά ήθη και συνήθειες, από τους διαφορετικούς τρόπους ζωής που συναντά κανείς μεταξύ των κατοίκων της από γειτονιά σε γειτονία.
Η Στέβη δεν είναι μια πόλη κομμένη στα τρία. Κι ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι γιατί καμία επαγγελματική ομάδα, από τις τρεις που κατοικούν εκεί, δεν είναι συγκεντρωμένη σε ένα μόνο μέρος της πόλης. Βέβαια, η κάθε μια από αυτές τις ομάδες ζει μέσα στις δικές τις γειτονιές. Πρόκειται, όμως, για γειτονιές που δεν έχουν καμιά μεταξύ τους επικοινωνία. Κι αυτό γιατί κόβονται από τις γειτονιές των άλλων ομάδων. Με άλλα λόγια εκεί που τελειώνει μια γειτονιά μεγαλοστελεχών, ξεκινάει μια άλλη αστυνομικών, ακολουθούμενη από μια κατώτερων στελεχών, με την επόμενη γειτονιά να είναι πάλι αστυνομικών ή μεγαλοστελεχών και πάει λέγοντας. Το αποτέλεσμα όλης αυτής της εύτακτης αταξίας είναι κάθε γειτονιά να διαφέρει από την άλλη ως προς την εμπειρία ζωής που προσφέρει στους κατοίκους της. Κάθε μια τους, είναι ένας ξεχωριστός, κλειστός κόσμος, με κατοίκους που μοιράζονται κοινές συνήθειες, έχουν μια κοινή οπτική για τα πράγματα, οπότε και μια δική τους, διακριτή ταυτότητα. Μέσα στις γειτονιές τους ζουν προστατευμένοι και ασφαλείς. Αυτές είναι η κρυψώνα τους, το δικό τους λημέρι, του οποίου τα όρια κανείς ξένος δεν τολμά να παραβιάσει.
Η κυβέρνηση, βέβαια, έχει πολλές φορές σκεφτεί να δώσει ένα τέλος σε όλη αυτήν την παραφωνία. Έχει σκεφτεί να προχωρήσει σε ανάπλαση της Στέβης, του 29ου  διαμερίσματος, όπως είναι η επίσημη ονομασία της περιοχής, ώστε αυτή να μοιάζει με τα υπόλοιπα δημοτικά διαμερίσματα της Αθήνας, να γεμίσει, δηλαδή, που λέει ο λόγος, με ένα, άντε δυο το πολύ πανύψηλα κτήρια, από αυτά που έχουν έκτασης αρκετές χιλιάδες τ.μ. Αυτό, πιστεύουν οι κρατούντες, θα εξασφαλίσει, πέραν της προσαρμογή της περιοχής στις σύγχρονες αντιλήψεις περί χωρικής οργάνωσης, ότι οι σχέσεις μεταξύ των κατοίκων θα είναι πιο απομακρυσμένες. Ή για να το θέσω αλλιώς, θα είναι όσο χρειάζεται κοντά, ώστε να μην αποσπώνται από την προσήλωση που οφείλουν να έχουν στα επαγγελματικά τους καθήκοντα, ώστε να μη φεύγει το μυαλό τους εκτός των ορίων της μετρημένης cpued λογικής της εποχής μας. Παρά όμως την βούληση της κυβέρνησης για το χτίσιμο μιας καινούργιας Στέβης, αυτό δεν έγινε ποτέ. Πότε τα σχέδια ανάπλασης κρίνονταν ανεπαρκή, πότε η χρηματοδότηση δεν έφτανε, όποιοι τέλος πάντων κι αν ήταν οι λόγοι, σημασία έχει ότι η Στέβη παραμένει ανέπαφη στη θέση της, αλλάζοντας μόνο μέσα από παρεμβάσεις των ίδιων των κατοίκων της. 
Σε αυτήν την non cpued πόλη θα συναντούσε σε λίγη ώρα ο Δημήτρης τον XR000XRP. Σε αυτό το πολεοδομικό και αρχιτεκτονικό απομεινάρι περασμένων δεκαετιών, που για τους επαναστατημένους ανθρώπους πρέπει είναι κάτι σαν πύλη σύνδεσης, η πιο φανερή, μπορεί και η γρηγορότερη από όσες έχουν  εντοπίσει, για να συνδέονται με τις σβησμένες αναμνήσεις του παλιού κόσμου. Για να πάει όμως ο Δημήτρης στη Στέβη έπρεπε πρώτα να περάσει από το σπίτι του. Κι αυτό για να πάρει το πτεροκίνητό του, καθώς η Στέβη, αν και άρτια πολεοδομικά, δεν έχει σύνδεση  με γραμμή του μέτρο, κάτι που δεν μπορείς να το πεις αβλεψία της κυβέρνησης, ούτε μπορείς να το αποδώσεις σε τεχνικό πρόβλημα λόγω, ας πούμε, κακής γεωλογίας της περιοχής. Απλά η κυβέρνηση έκανε το μικροσαμποτάζ της στη Στέβη, προκειμένου να αποθαρρύνει τους κατοίκους της Αθήνας από το να αναζητούν στέγη εκεί.
Μεσημέρι προς απόγευμα πρώτης μέρας: Συνάντηση με τον XR000XRP
Όταν ο Δημήτρης έφτασε στον σταθμό του μετρό που βρισκόταν κάτω από τον ουρανοξύστη όπου έμενε, μπήκε σε ένα από τα ασανσέρ που υπήρχαν εκεί και κατέβηκε στο επίπεδο -4. Από εκεί πήρε ηλεκτρικό λεωφορείο για το γκαράζ Α22, όπου είχε αφήσει το πτεροκίνητό του, και σε κάτι λιγότερο από ένα λεπτό βρέθηκε περί τα 350 μέτρα πάνω από το έδαφος, στον αεροδιάδρομο Ε123, στο 3ο επίπεδο κυκλοφορίας, που προοριζόταν για τα μικρού κυβισμού, αργά πτεροκίνητα, σαν το δικό του.
Όση ώρα οδηγούσε, είχε το βλέμμα του στυλωμένο μπροστά, πάνω από τον μοχλό πλοήγησης. Η περιφερειακή του όραση τον είχε εγκαταλείψει. Ήταν σαν να είχαν πέσει κουρτίνες δεξιά και αριστερά από τα μάτια του, που τον ανάγκαζαν να επικεντρώσει την προσοχή του αποκλειστικά σε ό, τι ήταν μπροστά και σε κοντινή απόσταση από αυτόν. Ήταν ένδειξη άγχους όλο αυτό; Ίσως ναι. Ο ίδιος ο Δημήτρης, ο οποίος κατόρθωσε να πάρει κάποιες αποστάσεις από αυτό που του συνέβαινε, έτσι το ερμήνευσε. Πως ήταν άγχος, που ύστερα από αρκετή ώρα αυτοπεποίθησης, που ήταν τόσο εμφανής επάνω του, ώστε κάθε έκφραση του προσώπου του στερεοποιούταν, τυλιγόταν σαν κόκαλο γύρω από τις αμφιβολίες του και δεν τις άφηνε να περάσουν μέχρι μέσα το μυαλό του,  επανέκαμπτε.
Άλλες φορές όταν οδηγούσε κοιτούσε δεξιά και αριστερά. Κοιτούσε τα κτήρια, τους άλλους οδηγούς, τους ανθρώπους στα μπαλκόνια ή μέσα από τα παράθυρα που ήταν στο ίδιο ύψος με το επίπεδο κυκλοφορίας που βρισκόταν κι εκείνος, κοιτούσε ό,τι έπιανε το μάτι του από το κάτω μέρος των πτεροκίνητων που κινούνταν στον πάνω αεροδιάδρομο από τον δικό του. Τώρα όμως ούτε καν είχε γυρίσει να ρίξει μια ματιά σε όλα αυτά.
Ήταν άγχος όλο αυτό; Μπορεί και όχι. Μπορεί ο Δημήτρης να βιάστηκε στην εκτίμησή του. Ίσως το πτεροκίνητο και τα μάτια του έπαιζαν απλά τον ρόλο τους. Ίσως  ήταν το τόξο και αντιστοίχως το βέλος, που τον κατεύθυναν, που τον πήγαιναν στον στόχο του, στην συνάντηση δηλαδή που είχε με τον XR000XRP, που ήταν το μόνο που πραγματικά μετρούσε γι’ αυτόν αυτήν την στιγμή. Να για ποιο λόγο μπορεί να έριξε γύρω του όλο αυτό το νοητό, πυκνό, μαύρο πλέγμα, για να μην μπορεί καμία εικόνα, καμία σκέψη να καθυστερήσει ή να εξοστρακίσει το βέλος από την πορεία του. Γι’ αυτόν τον πολύ απλό λόγο.
Το σίγουρο πάντως είναι ότι από ένα σημείο και μετά ο Δημήτρης άρχισε πραγματικά να ανησυχεί, καθώς ο XR000XRP αργούσε να του στείλει το b-mail με τις τελικές οδηγίες για το πού ακριβώς, σε ποια γειτονιά, θα συναντιόνταν. Είχε μάλιστα φτάσει στην διασταύρωση για τη Στέβη κι ετοιμαζόταν να κατεβεί στο επίπεδο 0, αλλά ακόμα δεν είχε λάβει τίποτα. Αν και ανήσυχος, δεν πανικοβλήθηκε. Φόρεσε ένα προσωπείο αισιοδοξίας, ό,τι του βρέθηκε πρόχειρο εκείνη τη στιγμή, για να αισθανθεί καλύτερα, και πήρε το κατήφορο για την είσοδο Β.  
Στην αρχή σκέφτηκε να περιμένει με τα αλάρμ αναμμένα σε κάποιο στενό κάπου κοντά στην είσοδο. Είχε φαίνεται δουλέψει κάπως η αισιοδοξία, η οποία όμως είχε έρθει σε τελείως λάθος στιγμή, καθότι τώρα ήταν συνετό να σκεφτεί συνωμοτικά, να σκεφτεί δηλαδή με το μυαλό και όχι με την ψυχή του. Και υπήρχαν πολύ λόγοι για να το κάνει αυτό. Πολλές πιθανές αναποδιές θα μπορούσαν να του συμβούν. Να, αν ας πούμε καθόταν με τα αλάρμ αναμμένα στην άκρη του δρόμου για αρκετή ώρα, ίσως κινούσε το ενδιαφέρον κάποιου περαστικού. Αυτός ο περαστικός τώρα μπορεί να μην ήταν ένας απλός πολίτης, αλλά κάποιος αστυνομικός, οπότε λογικά θα πήγαινε κοντά του για να δει αν είχε σταματήσει γιατί του συνέβαινε κάτι. Επειδή όμως τίποτα δεν συνέβαινε, μόλις το διαπίστωνε αυτό ο αστυνομικός θα προχωρούσε, λογικά και πάλι, στο επόμενο στάδιο, θα υποπτευόταν δηλαδή ότι μπορεί κάτι να του έκρυβε ο Δημήτρης, οπότε θα του ζητούσε τα στοιχεία του για εξακρίβωση, από την οποία κάτι μπορεί να ξετρύπωνε, κάτι μπορεί να προέκυπτε, οπότε άντε μετά ο Δημήτρης ξεμπερδέψει.  Βέβαια όλο αυτό ακούγεται κάπως υπερβολικό, αλλά απίθανο δεν το λες, ειδικά σε καιρό πολέμου. Ο Δημήτρης έπρεπε να την σκεφτεί αυτήν την πιθανότητα κι όχι να μείνει ακινητοποιημένος μέσα στο πτεροκίνητό του, αφήνοντας τον εαυτό του να παρασυρθεί από τη λάμψη της στιγμιαίας αισιοδοξίας του.
Μα κι αστυνομικός να μην ήταν ο περαστικός, μπορεί να ήταν κάποιος συνάδελφός του από το υπουργείο που θα τον έβλεπε, χωρίς αντιστοίχως να τον έχει δει κι εκείνος, θα τον έβλεπε, όμως για κάποιον άγνωστο λόγο δεν θα του μιλούσε, δεν θα μιλούσε παρά σε κάποιον άλλον, κοινό τους συνάδελφο τους, αργότερα στη δουλειά, με αποτέλεσμα να μάθαιναν στο γραφείο ότι ο Δημήτρης δεν ήταν σπίτι, να ανακάλυπταν δηλαδή ότι είχε πάρει άδεια για να πάει σπίτι να δουλέψει με την ησυχία του, αλλά αντί γι’ αυτό είχε βρεθεί στην άλλη άκρη της πόλης, για ποιον λόγο, σίγουρα αυτό θα το έψαχναν και τότε θα βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση. Ίσως κι αυτό το σενάριο να είναι υπερβολικό, αλλά και πάλι δεν είναι απίθανο να συμβεί. Ίσως, μάλιστα, ο Δημήτρης να σκέφτηκε κάτι παρόμοιο, γιατί μια συνωμοσία σίγουρα τη σκέφτηκε, αφού το μετάνιωσε και δεν σταμάτησε το πτεροκίνητό του, παρά συνέχισε να οδηγεί μέσα στα στενά και τους δρόμους της Στέβης, έχοντας αποφασίσει πως έτσι θα κάνει μέχρι να λάβει τις οδηγίες που περίμενε.
Είχε περάσει σχεδόν μια ώρα που ο Δημήτρης περιπλανιόταν στους δρόμους της Στέβης, όμως δεν είχε λάβει ακόμα καμία ειδοποίηση. Αυτό μάλιστα που το θεωρούσε ως το πιο ασφαλές, το να συνεχίσει δηλαδή να κινείται, είχε γυρίσει τώρα μπούμερανγκ, καθώς στην μικρή Στέβη δεν μπορεί, όλο και κάποιος, σκεφτόταν, θα παρατηρούσε έναν τρελό που πάει πέρα δώθε με το πτεροκίνητό του. Ήταν εκνευρισμένος και ανήσυχος μαζί. Στο τέλος μάλιστα η ανησυχία του, που η έντασή της μεγάλωσε συνεχώς, τρύπησε τον εκνευρισμό του και απλώθηκε φαρδιά πλατιά πάνω σε όλο του το πρόσωπο. Και ποιος ξέρει για πόση ώρα θα καθόταν ακόμα εκεί πάνω, αν δεν ακουγόταν τελικά μέσα στο κεφάλι του εκείνο το μπιπ, αυτός ο γνώριμος ηλεκτρονικός παλμός, σημάδι πως μόλις είχε λάβει b-mail. 
Με το που τον άκουσε ηρέμησε μονομιάς λες και κατάπιε το πιο ισχυρό ηρεμιστικό χάπι. Μετά προέβαλε το b-mail στην οθόνη του πτεροκίνητου για να δει τι γράφει. Στην οδό Νικηφόρου 28, στο ισόγειο, στο διαμέρισμα R002, έλεγε το μήνυμα.
Έβαλε τα στοιχεία της διεύθυνσης στο σύστημα πλοήγησης και ξεκίνησε για να πάει στο ραντεβού του. Δεν άργησε καθόλου. Μέσα σε περίπου πέντε λεπτά ήταν έξω από την πόρτα του διαμερίσματος όπου τον περίμενε ο XR000XRP.
Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη, κι έτσι δεν χρειάστηκε να χτυπήσει κουδούνι. Απλά την έσπρωξε με το χέρι του και μπήκε μέσα.
«Κλείδωσε την πόρτα και έλα στην κουζίνα» ακούστηκε μια φωνή να του λέει, χωρίς όμως ο Δημήτρης ακόμα να μπορεί να διακρίνει κανέναν.  
«Πώς να κλειδώσω την πόρτα, δεν έχω το κωδικό»;
«Με κλειδί, είναι πάνω στην κλειδαριά. Μη με ρωτήσεις αν δεν ξέρεις τι είναι. Δεν έχουμε χρόνο για τέτοια. Απλά στρίψε αυτό το σιδεράκι που βλέπεις εκεί στην τρύπα να προεξέχει δεξιόστροφα κι έλα μέσα».
Ο Δημήτρης ψιλοπροσβλήθηκε, γιατί αν και παλιός άνθρωπος, ως μέλος της αντίστασης που ήταν, είχε αποκτήσει επαφή με το παρελθόν – ήταν κρυπτοπαλιατζής άλλωστε – ήξερε καλά από ιστορία ή τουλάχιστον έτσι πίστευε, οπότε αυτά τα περί κλειδιού που του είπε ο XR000XRP, αυτά τα λόγια τα αισθάνθηκε λιγάκι υποτιμητικά. Εκείνο όμως που δεν πολυκατάλαβε, που του φάνηκε περίεργο, είναι γιατί του είπε να πάει στην κουζίνα κι όχι στην αίθουσα συνεδριάσεως. Όλα τα σπίτια, όχι μόνο οι επαγγελματικοί χώροι, διάθεταν τέτοια, ακόμη και τα πιο μικρά. Προς τι η κουζίνα; Τι ρόλο έπαιζε στη συζήτηση που θα έκαναν; Αυτό αναρωτήθηκε, αλλά δεν έκατσε να του δώσει ιδιαίτερη σημασία και έτσι ξεκίνησε για να πάει στην κουζίνα.
Την λίγη ώρα που έμεινε ο Δημήτρης στον διάδρομο της εισόδου, δεν πρόσεξε τίποτα που να κινήσει το ενδιαφέρον του. Όταν όμως έφτασε στο τέλος του διαδρόμου στο χολ, έσκασε μπροστά στα μάτια του κάτι σαν υπερθέαμα. Ένα εργοστάσιο χρωμάτων, όπως έπιασε τον εαυτό του αυθόρμητα να το αποκαλεί, με φουγάρα που εξέπνεαν καπνούς χρυσούς, κόκκινους, μπλε, καφέ, ξεπήδησε από τους τοίχους αυτού του πολύ μικρού –  το έβλεπε καθαρά τώρα –  σπιτιού.
Ευθεία στο βάθος, σε ένα δωμάτιο που ήταν μάλλον προορισμένο για σαλόνι, στην δεξιά άκρη αυτού του χώρου, έπεσε πρώτα το βλέμμα του Δημήτρη, σε μια γωνιά βαμμένη στους χρωματισμούς του χρυσού και του καφέ. Εκεί υπήρχε μια επίπλωση που δεν θύμιζε κανένα ιδιαίτερο στυλ. Αποτελούταν από ένα γραφειάκι και μια μικρή ραφιέρα σε βαθύ καφέ χρωματισμούς. Με μια πρώτη ματιά δεν έβλεπες τίποτα παραπάνω από αυτό που ήταν: δύο απλά έπιπλα. Σε συνδυασμό όμως με το βαθύ χρυσοκαφέ του τοίχου η όψη τους άλλαζε. Όλα μαζί, έπιπλα και βαμμένος τοίχος, γίνονταν μια μηχανή του χρόνου που σε στροβίλιζε μέσα στη δίνη του, κάνοντάς σε να βλέπεις παλιές φωτογραφίες, βιβλία παλιά, γεμάτα  από τη σκόνη του χρόνου που σκόρπιζε στον αέρα, όμως δεν χανόταν, όχι δεν χανόταν καθόλου αυτή η σκόνη, αλλά έστεκε ακίνητη στο αέρα σαν μπάλωμα, σαν ένα απλωμένο τόπι μετάξι, από αυτά που δεν ξέρεις,  που δεν σε νοιάζει που είναι η αρχή και το τέλος τους, μόνο το μετάξι σε νοιάζει, που όταν ξαπλώνεις επάνω του βουλιάζεις, ευχάριστα βουλιάζεις, γεμίζοντας από αδημονία για πράγματα που δεν έχεις ζήσει, που είναι το μέλλον, όμως ταυτόχρονα και το παρελθόν, τα πράγματα αυτά τα παράξενα που έρχονται από μακριά, ίσως από μια μελαγχολία που κρύωσε για κάτι που δεν έκανες, ίσως από μια παράξενη νοσταλγία που έχει γεννήσει η φαντασία σου για μιαν άλλη ζωή, αυτή που θα ήθελες να έχεις.
Κάπως έτσι αισθάνθηκε ο Δημήτρης, καθώς αντίκρισε την χρυσοκαφέ γωνιά. Όταν ξύπνησε από αυτήν την ονειροπόλησή, είχε ήδη φτάσει στο παράξενο σαλόνι και στεκόταν τώρα μπροστά από μιαν άλλη γωνιά, με άλλα χρώματα. Σε αυτήν την γωνιά κυριαρχούσαν οι χρωματισμοί του χρυσού – ναι του χρυσού και πάλι – και του πράσινου. Χρυσοπράσινα φύλα, ένα δέντρο που εκτεινόταν έξω από τον τοίχο με τα μακριά του κλωνάρια να ακουμπούν στο χλοριασμένο χώμα, που δεν ήταν άλλο από ένα ξύλινο έπιπλο, μια μικρή βαθυπράσινη σερβάντα που υπήρχε εκεί, ένα δέντρο όλα μαζί, σερβάντα και πράσινο χρυσαφί του τοίχου ή ένα δάσος ή μια φωλιά μέσα στο δάσος, αυτά έβλεπε ο Δημήτρης καθώς κοιτούσε την χρυσοπράσινη γωνιά.
Τέτοιες εκπλήξεις ήταν γεμάτες όλο το σπίτι. Ακόμα και οι εσωτερικές πόρτες είχαν τη δική τους χρωματική ταυτότητα, το δικό τους ξεχωριστό εικαστικό ύφος, λες και ο ένοικος αυτού του σπιτιού ήθελε να χωρέσει σε λίγα μόνο τετραγωνικά την μπογιά από τις εμπειρίες του κόσμου, όχι όμως όλες, αλλά αυτές που έχει σβήσει η φωτιά τους κι έρχονται σε εμάς ως όνειρα, από εκείνα τα όνειρα που είναι τα μισά μες στη νύχτα, γεμίζοντας τον ύπνο μας με εικόνες ρευστές που δεν πιάνονται, αλλά και από τα άλλα, τα ημερήσια που για κάποιους είναι στερεά, υλικά, ζωντανά, γεμάτα με αίμα, ενώ για άλλους στοιχειά. Όλα τα όνειρα του παλιού κόσμου, αυτά ήθελε να χωρέσει μέσα στο μικρό του διαμέρισμα ο άνθρωπος από την αντίσταση που ήλθε να δει; Και πως γίνεται αυτό, αναρωτήθηκε ο Δημήτρης, και πριν καν ξεκινήσει να βρει απάντηση στο ερώτημα που έθεσε στον εαυτό του, αισθάνθηκε μια φωνή να τρυπάει την ονειροπόλησή του.
Ήταν η ίδια ακριβώς φωνή που είχε ακούσει πριν από λίγο όταν μπήκε στο σπίτι, η οποία τον προσγείωσε τώρα στην πραγματικότητα, θυμίζοντάς του ότι έπρεπε να πάει στην κουζίνα. Λίγα βήματα μόνο τον χώριζαν από το σώμα εκείνης της φωνής. Κι ήταν το σώμα ενός κανονικού ανθρώπου αυτό που είδε ο Δημήτρης μόλις πέρασε την πόρτα της κουζίνας, το σώμα ενός ανθρώπου ούτε ψηλού ούτε κοντού, που στο πρόσωπό του, ούτε κάποιος μύθος ήταν χαραγμένος, ούτε υπήρχε κάτι ιδιαίτερο, κάτι έστω στο βλέμμα του που να κεντρίσει την προσοχή του. Ήταν απλά κάποιος που καθόταν γύρω από ένα τραπέζι και έτρωγε το μήλο του.
«Παύλος», του είπε ο  XR000XRP. Δεν είναι το αληθινό μου όνομα, αλλά έτσι θα με λες και όχι XR000XRP. Νομίζω ότι είναι πιο εύκολο και για τους δύο μας».
«Παύλος λοιπόν. Καλύτερα έτσι. Ακούγεται πιο ανθρώπινο», είπε ο Δημήτρης.
«Χαίρομαι που επιτέλους βλέπω από κοντά το πρόσωπο που βρίσκεται πίσω από τα b-mail που ανταλλάσσουμε», του είπε ο Παύλος και του έτεινε το χέρι του για χειραψία.
«Και εγώ χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω». 
«Δεν φαίνεται».
«Τι δεν φαίνεται. Τι εννοείς», ρώτησε κάπως αμήχανα ο Δημήτρης, που φοβήθηκε μήπως έδειξε κάτι με τη συμπεριφορά του που έκανε τον Παύλο να αμφιβάλει για τις προθέσεις του, για το κατά πόσο ήταν αλήθεια αυτό το χαίρω πολύ που του ανταπέδωσε.
«Όχι κάτι άλλο θέλω να πω, μην με παρεξηγείς. Μιλώ για κάτι που σκέφτηκες, που πέρασε από το μυαλό σου όταν με είδες, αλλά δεν το είπες, δεν το ρώτησες. Μην τρομάζεις, δεν διαβάζω τις σκέψεις σου, δεν έχουμε την δύναμη, δεν είμαστε οι νέοι άνθρωποι, προικισμένοι από τη φύση μας για κάτι τέτοιο. Απλά το είδα στο βλέμμα σου, στη γραμμή των ματιών σου, που με κοίταξαν απορημένα και που πρόδωσαν τη σκέψη που έκανες, πως αν και καινούργιος άνθρωπος δεν μοιάζω με τέτοιον. Ε λοιπόν απλά σου λέω φαίνεται. Δεν φαίνεται ακόμα. Οι αλλαγές έχουν ξεκινήσει από μέσα μας. Δεν έχουν αγγίξει ακόμα την επιφάνεια. Αλήθεια δεν έχεις δει ποτέ άλλοτε νέους ανθρώπους»;
«Τώρα που σε κοιτάζω ίσως και να έχω δει. Από την άλλη βέβαια, οι περισσότεροι από εσάς κρύβονται, κινούνται υπόγεια, στην παρανομία, οπότε η πιθανότητα να έχω δει κάποιον είναι μικρή».
«Σίγουρα έχεις δει, αλλά όχι πολλούς, γιατί όπως είπες κι εσύ κρυβόμαστε. Βλέπεις, δεν ξέρω πως, αλλά το καθεστώς μας καταλαβαίνει. Κάτι πιάνει στη συμπεριφορά μας. Κάτι βλέπουν αυτοί στα μάτια μας που είναι ο καθρέφτης της ψυχής».
«Που έλεγαν παλαιότερα», είπε ο Δημήτρης.
«Ναι που έλεγαν παλαιότερα», επανάλαβε ο Παύλος, «οπότε δεν είναι και πολύ ασφαλές να κυκλοφορούμε έξω, ανάμεσα στον κόσμο, χωρίς να συμβαίνει τίποτα. Αλλά ας τα αφήσουμε τώρα αυτά. Θέλεις, μου έγραψες, να με δεις, για να μου πεις κάτι σημαντικό που έχει να κάνει με την επίθεση που ετοιμάζει η κυβέρνηση. Λοιπόν σε ακούω τι είναι αυτό;».
«Αίθουσα συνεδριάσεως δεν υπάρχει», είπε ο Δημήτρης σαν να μην άκουσε τίποτα από τα λόγια του Παύλου.
«Η αντίσταση είναι αντίσταση φίλε μου. Κάθε στιγμή της ζωής μας πρέπει να είναι και μια δηλωτική πράξη άρνησης προς το καθεστώς. Εδώ στην κουζίνα θα μιλήσουμε, ανάμεσα σε αυτά τα φρούτα και τη μυρωδιά από το φαγητό που έχω στο φούρνο. Εδώ θα στήσουμε το μικρό μας συμπόσιο, όπως έκαναν παλιά. Κι αν αυτά που λέω βρίσκεις πως έχουν μέσα τους κάποια υπερβολή, αν η φωνή μου έχει ένταση, είναι για να τα ακούσεις τόσο εσύ, όσο κι εγώ. Γιατί δεν σου φέρθηκα καλά. Σε έπιασα από τα μούτρα για να μου μιλήσεις, για να μου πεις αυτό το σπουδαίο που λες πως θες να μου πεις, κι ούτε καν σκέφτηκα να σε ρωτήσω αν θες κάτι να πιείς.
«Ποτό εννοείς. Θα χάσω τον ειρμό μου και..»
«Κρασί. Έστω μερικές σταγόνες για να κολυμπήσει η σκέψη μας ελεύθερη, για να κρατήσουμε την επαφή μας με το ένδοξο παρελθόν που θέλουμε να αναστήσουμε».
«Εντάξει ένα ποτηράκι τότε» είπε ο Δημήτρης.
Ο Παύλος έβγαλε από το ακριανό, κάτω δεξί ντουλάπι της κουζίνας ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και γέμισε δυο ποτήρια, ένα δικό του και ένα του Δημήτρη.
«Στην υγεία μας» είπε.
«Υγιαίνετε» ξέφυγε του Δημήτρη στα ελληνικά.
«Ξέρεις ελληνικά» τον ρώτησε ο Παύλος κοιτάζοντάς τον με έκπληξη.
«Ξέρω. Ήταν από τα πρώτα πράγματα που έμαθα όταν μπήκα στην αντίσταση».
«Δεν σε πειράζει λοιπόν να αλλάξουμε γλώσσα», πρόσθεσε ο Παύλος.
«Όχι ας μιλήσουμε ελληνικά αν το προτιμάς. Αυτό που έχω να σου πω μπορώ να στο πω το ίδιο καλά και στα ελληνικά. Δύο μας είμαστε άλλωστε, ποιος άλλος θα μας ακούσει»;
«Το χώμα. Το χώμα που πατάμε θέλει το δικό του νερό για να ανασάνει, για να καρπίσει ο βλαστός του. Δεν είμαστε μόνοι μας όπως λες. Είμαστε εμείς και το χώμα και για να γίνει μαλακό, για να μπορέσουν να ανοίξουν οι πόροι του, για να ξεδιψάσουν όλες οι ιστορίες και τα όνειρα που βρίσκονται βαθιά κρυμμένα μέσα του, για να σηκωθούν αυτές οι ιστορίες και πάλι ψηλά και να μας δείξουν δρόμους παλιούς που εμείς θα διαβούμε για να φτάσουμε κοντά στη νίκη, για να γίνουν τέλος πάντων όλα αυτά, πρέπει να αφήσουμε να κελαρύσει το νερό που έχει ανάγκη αυτό το χώμα, να αφήσουμε να το χαϊδέψει δηλαδή η δική μας γλώσσα. Τότε μόνο θα φανερώσει όλα του τα μυστικά».
Ο Δημήτρης, αφού είπε ένα ξερό ναι, από εκείνα που δεν ανοίγουν, αλλά κλείνουν την συζήτηση, κοίταξε τον Παύλο με ένα βλέμμα που φανέρωνε φόβο ανακατεμένο με αμηχανία. Τρόμος, αυτή είναι η σωστή λέξη, για να περιγράψει κανείς αυτό που ένιωθε εκείνη τη στιγμή. Και ήταν τόσο δυνατός που καταπλάκωσε την καλή διάθεση που είχε όσην ώρα μιλούσε με τον Παύλο.
Μα καλά, σκέφτηκε, τι γίνεται τώρα. Αυτός ο άνθρωπος παλαντζάρει επικίνδυνα μεταξύ λογικής και παραληρήματος. Δεν το βλέπει; Κι όταν είσαι σε μια τέτοια κατάσταση, το παραλήρημα δεν είναι αυτό που νικά στο τέλος; Γιατί μεταξύ τρέλας και λογικής, ακόμα και αν κάποτε συμμαχήσουν, πάντα στο τέλος γίνεται μάχη. Και σε αυτήν την περίπτωση δυστυχώς η στατιστική δεν ευνοεί ιδιαίτερα τη λογική, η οποία αν τύχει και κερδίσει, αυτό γίνεται πάντοτε μετά την καταστροφή, όταν πλέον δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο. Αλήθεια έτσι, σαν τον Παύλο,  σκέφτονται και οι άλλοι νέοι άνθρωποι, έτσι σκέφτονται να  κατατροπώσουν τα κυβερνητικά στρατεύματα; Και πόσο νομίζουν ότι θα αντέξουν;
«Τι ναι», τον ρώτησε ο Παύλος, βγάζοντας τον Δημήτρη από τις σκέψεις τους, γλιτώνοντας τον από σενάρια που μπορεί να θόλωναν την κρίση του γι’ αυτόν, να τον έκαναν να τον δει επιφυλακτικά.
«Ναι ας αλλάξουμε γλώσσα. Εγώ, εσείς και το χώμα. Ας του δώσουμε να πιει από το κρασί που τόσο λαχταρά», είπε ο Δημήτρης. Ήταν όμως λόγια για τα οποία αμέσως μετάνιωσε, καθώς αισθάνθηκε πως έσερναν μαζί τους μιαν ειρωνεία που δεν ήταν στις προθέσεις του.
«Λοιπόν πες μου. Τι είναι αυτό το τόσο σημαντικό που έχεις να μου πεις» είπε ο Παύλος, με μια φωνή που δεν φανέρωσε ενόχληση, που λειτούργησε εκείνη τη στιγμή λυτρωτικά για τον Δημήτρη.
«Κοίτα νομίζω ότι κάτι δεν πάει καλά με το σχέδιο. Γενικά όλη αυτή η προσέγγιση της αντίστασης, το κυνήγι κάποιου σχεδίου επίθεσης με κριτήρια ας το πούμε χωροταξικά, μπορεί να είναι ένα τεράστιο…».
Λάθος ετοιμαζόταν να πει, όμως δεν ολοκλήρωσε τη φράση του. Τον διέκοψε μιαν άλλη φωνή που ερχόταν από μέσα του, μια φωνή δυνατή, δυνατή και καθαρή, η δική του και πάλι φωνή, που όμως δυσκολεύτηκε στην αρχή να τη αναγνωρίσει, γιατί μιλούσε με λέξεις παράξενες, με λέξεις που ακούγονταν, που τις ένιωθε σαν να είναι από νερό. Καθόταν και τις άκουγε προσεκτικά μία μία, τις άκουγε που έβραζαν, κι όταν πια ο ήχος τους εξατμίστηκε και ανέβηκαν στον ουρανό,  έμεινε μόνος του να ψάχνει μέσα στο χώμα για τα υγρά τους αποτυπώματα. Αφού άκουσε, αφού άγγιζε, αφού είδε μέσα από το νερό, ο Δημήτρης αισθάνθηκε σαν να κρατάει στο χέρι του το τελευταίο κομμάτι από το νήμα μιας διαδρομής.
Αυτό είναι, σκέφτηκε. Ο non cpued Ιωάννου και τα άλλα γερασμένα κυβερνητικά στελέχη, ο στέρεος λόγος του Ιωάννου, ένας λόγος με παρελθόν και ρίζες, τα πολλαπλά καθήκοντα των έξυπνων υπαλλήλων, το profiling που τους είχε αναθέσει ο Ιωάννου, αυτό το profiling που δεν μπορούσε να το ξέρει σίγουρα, όμως το ένιωθε μέσα του πως έχει ήδη γίνει, όλα αυτά, τι άλλο μπορεί να σημαίνουν, σε ποιο συμπέρασμα μπορούν να οδηγούν, πέρα από την αφύπνιση των ανθρώπων του καθεστώτος; Τι ήταν αυτό που τους είχε ξυπνήσει, ο Δημήτρης δεν ήξερε να πει. Ούτε έκατσε καθόλου να το ψάξει. Σημασία είχε το αποτέλεσμα. Πως το καθεστώς είχε υπερβεί τον εαυτό του, πως είχε πάρει αποστάσεις από την cpued κοσμοθεωρία του, χωρίς όμως κανείς από την αντίσταση να το καταλάβει. Η ανάλυση των χαρτών του γραφειακού κέντρου, η cpued φορεσιά που κατά καιρούς ντύνονταν οι  νέοι άνθρωποι, που σαν μιαν άλλη ομοιοπαθητική της ψυχής, πίστευαν ότι θα τους άνοιγε κάποιο παράθυρο για να κοιτάξουν μέσα στις πιο μύχιες σκέψεις του καθεστώτος, όλα αυτά του φαίνονταν τώρα ένα μεγάλο ταξίδι στο πουθενά. Το καθεστώς τους την είχε φέρει, τους είχε ξεγλιστρήσει. Αυτό είχε ανοίξει παράθυρο και κρυφοκοίταζε μέσα στις σκέψεις των νέων ανθρώπων, όχι το αντίθετο. Το είχε ανοίξει και τους είχε βρει όλους μέσα, να συζητάνε ελεύθερα μεταξύ τους, να αποκαλύπτουν το ένα μυστικό μετά το άλλο, χωρίς να έχουν καταλάβει ότι υπήρχε κάποιος κοντά τους που τους παρακολουθούσε.
Ναι η μεγάλη επιστροφή είχε ξεκινήσει. Είχε δίκιο πριν στο εστιατόριο που τα σκεφτόταν όλα αυτά, τότε που οι συνειρμοί του είχαν μείνει μισοί, δεν ολοκληρώθηκαν, διακόπηκαν – ο ίδιος τους διέκοψε –  γιατί φοβήθηκε την αλήθεια τους. Όμως η αλήθεια δεν μπορεί να μείνει κρυφή για πάντα. Είτε σε αιφνιδιάζει πατώντας με όλο της το βάρος πάνω στους φόβους σου, σπρώχνοντάς σε στο γκρεμό, αφήνοντάς σε ανάπηρο ή και σκοτώνοντας σε ακόμα, ή εκμεταλλευόμενη της αισιοδοξία σου, την καλή σου διάθεση έρχεται και κάθεται δίπλα σου και μιλάτε σαν παλιοί φίλοι, οπότε ή πας μόνο σου αργότερα να πέσεις από τον γκρεμό ή αποδέχεσαι την ήτα σου και προσπαθείς να ζήσεις μαζί της.
Αυτήν, την δεύτερη περίπτωση ζούσε τώρα ο Δημήτρης, κλίνοντας προς την παραδοχή της αλήθειας, που την έβλεπε τώρα με καλό μάτι, έβλεπε την θετική της πλευρά, τα τέρατα που κουβαλούσε μαζί της αυτή η αλήθεια ούτε καν τα πρόσεξε. Είδε, ήταν βέβαιος πια, ότι το σχέδιο επίθεσης κανένα χωροταξικό τρικ δεν θα το αποκάλυπτε. Κι αυτό γιατί η κρυψώνα του δεν ήταν κάποιοι τοίχοι, αλλά ο άνθρωπος. Όχι ο άνθρωπος που το καθεστώς είχε μετατρέψει σε υπολογιστική μηχανή, αλλά εκείνος ο παλιός άνθρωπος που επέστρεφε, ο γεμάτος αντιφάσεις, ζήλιες, πάθη και μίση, αυτός ο άνθρωπος ο μοχθηρός που όμως όταν τον γύριζες ανάποδα, έβλεπες πόσο ευάλωτος ήταν, πόσο μανιασμένα έψαχνε να βρει την αυταπάρνηση, την αυτοθυσία, ναι τη αυτοθυσία που για πολλά χρόνια το καθεστώς του την είχε ξεριζώσει από τα σπλάχνα του.
Δεν υπήρχε αμφιβολία, οι κρατικοί αξιωματούχοι είχαν βρει τον άνθρωπό τους. Ναι άνθρωπο, όχι κάποιο «έξυπνο» συρτάρι σε ένα γραφείο του γραφειακού κέντρου. Είχαν βρει αυτόν που πληρούσε τις προϋποθέσεις τους, μόνο που μπορεί να ήταν οποιοσδήποτε. Κάποιος από το υπουργείο Προστασίας Δεδομένων, χωρίς αμφιβολία. Κάποιος πιστός στις αρχές και τις αξίες του καθεστώτος, που να ξέρει να κρατά μυστικά, που να χαίρεται να έχει μυστικά, που όσο πιο πολλά έχει, τόσο πιο γερά πατά στα πόδια του, τόσο πιο καλά αισθάνεται με τον εαυτό του. Κάποιος με ανοιχτό μυαλό – όσο αυτό χρειάζεται – ώστε να μπορεί να αναγνωρίζει τους αντιπάλους του, να τους καταλαβαίνει για να προστατεύεται από αυτούς. Κάποιος που να ξέρει πώς να κάνει τους άλλους να τον ψάχνουν, χωρίς όμως ποτέ να τον φτάνουν, χωρίς ποτέ να μπορούν να υποπτευτούν ποιος είναι. Κάποιος με άλλα λόγια που να ξέρει να κρύβεται, δηλαδή ένα ευπροσάρμοστο, μεσαίο στέλεχος του υπουργείου, ένας άνθρωπος της μεσαίας τάξης που έλεγαν παλιά, καθώς μόνο ένας τέτοιος θα μπορούσε να παριστάνει άνετα και το μεγαλοστέλεχος και τον υπαλληλάκο, όταν χρειάζεται. Μπορεί όμως και κάποιος υπαλληλάκος του υπουργείου, ναι κάποιος υπαλληλάκος, αλλά με πολλά προσόντα, που δεν κατάφερε να ανέβει ψηλά στα κυβερνητικά κλιμάκια, κάποιος με άλλα λόγια που τον έχουν «ρίξει» – στα αλήθεια – και που διψάει για μια ευκαιρία για να αποδείξει σε όλους τι αξίζει, οπότε ποιος είναι ιδανικότερος για να του εμπιστευτεί το καθεστώς το σχέδιο επίθεσης, ποιος μπορεί να είναι πιο έμπιστος, πιο αφοσιωμένος, ποιος συγκεντρώνει στο πρόσωπό του καλύτερα απ’ αυτόν την αποφασιστικότητα, την ενέργεια, την αυτοθυσία που απαιτείται για να μείνει κάτι τόσο σοβαρό, όπως το σχέδιο επίθεσης, καλά κρυμμένο; Κάποιος επίσης με οικογένεια, όχι εργένης, οι εργένηδες στο υπουργείο είναι ελάχιστοι, και η αποκωδικοποίηση της συμπεριφοράς τους δεν θα έπαιρνε πολύ χρόνο. Κάποιος απόλυτα cpued ως προς το παρουσιαστικό του για να μην ξεχωρίζει, δηλαδή γυμνασμένος και με αστραφτερό χαμόγελο, όπως είναι οι περισσότεροι υπάλληλοι του υπουργείου, κάποιος ναι έξυπνος, ανοιχτόμυαλος, αλλά όχι ευφυής, γιατί από αυτούς θα ξεκινούσε πρώτα η αντίσταση την ανάλυση. Τέλος κάποιος που αν μέχρι σήμερα τα έχει καταφέρει να περάσει απαρατήρητος, γιατί όχι να μην έχει στον εγκέφαλο του φορτωμένο ολόκληρο το σχέδιο επίθεσης, με άλλα λόγια γιατί το σχέδιο επίθεσης να μην είναι online και όχι offline, όπως πίστευαν από την αντίσταση πως ήταν για λόγους ασφάλειας, ώστε να μην χρειάζεται τα κυβερνητικά στελέχη να ανοίγουν κιτάπια και να ξεδιπλώνουν χάρτες χάνοντας πολύτιμο χρόνο;
«Λοιπόν τι έχεις να μου πεις» άκουσε ο Δημήτρης να του λέει ο Παύλος, διακόπτοντάς τον από τις σκέψεις του. Κι ίσως να ήταν και η 10η φόρα που το είπε ο άνθρωπος.
«Όλα είναι λάθος», είπε ο Δημήτρης ρίχνοντας στον Παύλο έναν κεραυνό με το βλέμμα του, λες και αυτός έφταιγε για τους λανθασμένους υπολογισμούς που είχε κάνει η αντίσταση γύρω από το σχέδιο επίθεσης.
«Λάθος. Τις λάθος δηλαδή»;
«Λάθος φίλε Παύλο. Λάθος. Wroooooooong», είπε σέρνοντας το αγγλικό ο έτσι που ο ήχος του ακούστηκε σαν νυχιά πάνω σε σίδερο. «Πως αλλιώς να στο πω»;
«Δεν καταλαβαίνω τι θες να πεις, όπως δεν μπορώ να καταλάβω προς τι αυτός ο επιθετικός τόνος».
«Εσύ ένας νέος άνθρωπος, όλοι οι νέοι άνθρωποι, σε εσάς επάνω αφήσαμε τη διεξαγωγή ενός αγώνα, ενός όχι όποιου και όποιου αγώνα, αλλά του σημαντικότερου αγώνα της ανθρωπότητας, αυτού που δίνουμε για την ελευθερία μας. Και το αποτέλεσμα ποιο είναι: να βρισκόμαστε και πάλι στο σημείο μηδέν, λες και τώρα μόλις ξεκινάμε παλεύουμε με το καθεστώς. Κι όμως με εσάς στο τιμόνι της αντίστασης, υποτίθεται πως θα καταφέρναμε πολλά. Υποτίθεται ότι το μυαλό σας διαφέρει, πως δεν εμποτίζεται, δεν ικανοποιείται από τα ψίχουλα της μετρημένης λογικής με τα οποία μας ταΐζουν εμάς τους απλούς ανθρώπους».
«Όχι υποτίθεται Δημήτρη. Αν δεν ήμασταν εμείς, ακόμα θα κοιμόσασταν όρθιοι».
«Σοβαρά. Δηλαδή περνιέστε για ξύπνιοι; Ε τότε μάθε το και να το πεις και στους άλλους, στους πάνω από εσένα, πως οι άνθρωποι της κυβέρνησης, οι παλιοί άνθρωποι του είδους μου δηλαδή, σαν έχουν στήσει μεγάλη παγίδα. Έχουν καταλάβει το παιχνίδι που τους παίζετε, σαν έχουν μάθει καλά. Εσάς που λέτε ότι διαβάζετε τη συμπεριφορά των παλιών ανθρώπων σαν ανοιχτό βιβλίο, αυτών που λέτε ότι πάνε σύμφωνα με το πρόγραμμα. Ε λοιπόν μάθε πως δεν είναι έτσι. Μάθε πως έχουν μπει κλέφτες στο σπίτι σας και σας έχουν βουτήξει το δικά σας βιβλίο, τα δικά σας κιτάπια. Τα έχουν ξεκοκαλίσει μέχρι την τελευταία, την πιο ασήμαντη λέξη, έχουν φτιάξει τον χάρτη του μυαλού σας, σας ξέρουν πια, σας ξέρουν τόσο καλά όσο δεν φαντάζεσαι και είναι έτοιμοι να σας παρασύρουν σε μια μάχη που θα γίνει με τους δικούς τους όρους. Στο  δικό τους γήπεδο θα δοθεί η μάχη, που εσείς νομίζετε για δικό σας, μόνο που όταν το καταλάβετε θα είναι πια αργά, γιατί δεν θα έχει μείνει τίποτα από την αντίσταση».
Ο Δημήτρης, ο οποίος είχε σηκωθεί από την καρέκλα του – ήταν όρθιος όση ώρα κράτησε το ξέσπασμα του – είχε γίνει κατακόκκινος. Αισθανόταν το κεφάλι του να έχει μεγαλώσει, να έχει γίνει βαρύ σαν κιλοδοκός, το αισθανόταν πως θα ξεκολλούσε  από τη θέση του και θα έπεφτε κάτω. Ζαλισμένος από το βάρος που είχε το κεφάλι του, στηρίχτηκε για μια στιγμή στα μπράτσα της καρέκλας και ξανακάθισε. Είχε κιόλας μετανιώσει για την έκρηξή του, γι’ αυτό χαμήλωσε κάπως το βλέμμα του, ώστε να μην συναντά άλλο το βλέμμα του Παύλου, ο οποίος έβλεπε όλη αυτήν την ώρα τα μάτια του Δημήτρη να ανοίγουν, να ανοίγουν τόσο πολύ, που ήταν λες και δεν είχε μείνει τίποτα από το υπόλοιπο πρόσωπο του Δημήτρη, λες και τα μάτια του τού το είχαν φάει όλο. Τον φοβήθηκε τον Παύλο, φοβήθηκε ότι η έκπληξη που είχε επάνω το πρόσωπό του ύστερα από τον τρόπο που του μίλησε, θα έδινε γρήγορα τη θέση της στη οργή και ίσως σε κάποιον καυγά ή τσακωμό, σε κάτι τέλος πάντων ανεξέλεγκτο. 
Όχι, σκέφτηκε, δεν έπρεπε να συμβεί αυτό. Έπρεπε να κόψει τον όποιο θυμό αισθανόταν ο Παύλος τώρα, στην αρχή του, πριν προλάβει να δυναμώσει, πριν αποκτήσει μόνιμη θέση μέσα στο κεφάλι του και θολώσει την κρίση του, πριν χαλάσει την τωρινή τους συνάντηση, αλλά κυρίως την μελλοντική τους σχέση. Γι’ αυτό κι αποφάσισε να μην αφήσει τον Παύλο να πει κάτι τώρα για το οποίο ίσως αργότερα μετάνιωνε. Αποφάσισε να πάρει την πρωτοβουλία να μιλήσει πρώτος ο ίδιος, ώστε να δώσει στον Παύλο την χρονική ανάσα που χρειαζόταν για να ηρεμήσει.
«Δεν έχει περάσει παρά λίγη ώρα από τότε που μίλησα με έναν άνθρωπο του καθεστώτος, κάποιον που βρίσκεται πολύ κοντά στον υπουργό Επεξεργασίας Δεδομένων, έναν σύμβουλο του υπουργού. Κι ήταν παράξενος, πολύ παράξενος αυτός ο άνθρωπος, αφού τίποτα επάνω του δεν θύμιζε στέλεχος της κυβέρνησης. Κανένα χαρακτηριστικό δεν είχε που να δικαιολογεί την υψηλή του θέση. Πρώτα απ’ όλα δεν ήταν νέος. Ήταν ένας άνθρωπος πάνω από εξήντα. Το σημαντικότερο όμως δεν ήταν αυτό, αλλά ο τρόπος που μίλησε. Οι σκέψεις του, όλα όσα είπε, φαινόταν σαν να έρχονται από μια άλλη εποχή».
«Τι δηλαδή, ήταν κάποιος εκτός πλάνου»;
«Εντελώς εκτός πλάνου. Δεν θα μπορούσες να το διατυπώσεις καλύτερα. Δεν είναι πως δεν υπήρξε πιστός στην ιδεολογία του καθεστώτος. Κάθε άλλο, την υπερασπίστηκε με ιδιαίτερο πάθος. Όμως ο τρόπος που μιλούσε, ήταν σαν κάποιου που είχε μελετήσει καλά τον αντίπαλό του, σαν κάποιου που ήξερε και με το παραπάνω όλα όσα πρεσβεύει η αντίσταση. «Εμείς» είπε,  «με τη σκόνη της ιστορίας περασμένη από το κόσκινο μας, καταφέραμε να φέρουμε στο φως τη λογική, τον μόνο αληθινό νοηματοδότη αυτού του κόσμου». Είπε και άλλα πολλά, δεν θέλω τώρα να μπω σε λεπτομέρειες. Το θέμα είναι ότι ο άνθρωπος αυτός μίλησε έτσι που ήταν σαν να είχε νιώσει αυτήν την σκόνη, σαν να είχε περάσει από μέσα της, και αφού καθαρίστηκε, ζητούσε τώρα να καθαριστεί κι ο υπόλοιπος κόσμος. Και πίστευε πως ήταν ακριβώς αυτή η δουλειά που είχε αναλάβει να κάνει το σημερινό καθεστώς: να βοηθήσει δηλαδή την ανθρωπότητα να απαλλαγεί από τις αμμοθύελλες της σκοτεινής της πλευράς.
Κάπως έτσι το έθεσε το θέμα ο Ιωάννου…αυτό είναι το όνομα του ανθρώπου για τον οποίο σου μιλάω. Έπειτα είναι και το άλλο. Ο Ιωάννου δεν είναι το μοναδικό υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου του οποίου το προφίλ να δεν ταιριάζει με αυτό των κυβερνητικών στελεχών. Εγώ, προσωπικά, έχω δει κι άλλα στελέχη μεγάλης ηλικίας. Αλλά για να μην ξεστρατίσει η συζήτησή μας, ξέρεις τι άλλο μου είπε ή μάλλον ζήτησε αυτός ο άνθρωπος; Ανέθεσε στο τμήμα μου να κάνουμε profiling των υπαλλήλων που έχουν μεγάλο δίκτυ ευφυΐας. Ο στόχος είναι εντοπίσουμε τους πιο έξυπνους απ’ αυτούς, κι αφού το κάνουμε, να τους αναλύσουμε, να αναλύσουμε τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους, ώστε να δούμε ποιοι είναι οι καταλληλότεροι για να αναλάβουν καθήκοντα multitasking. Τι καθήκοντα ακριβώς και για ποιο λόγο πρέπει να γίνει όλο αυτό δεν το ξέρω, δεν μας το είπε. Η άποψή μου βέβαια είναι πως το profiling που μας ανάθεσε ο Ιωάννου έχει ήδη γίνει, όμως δεν θέλω να σταθώ σε αυτό. Άλλο είναι το ζητούμενο. Πως αν τα συνδυάσεις όλα αυτά που σου λέω, βγάζεις το συμπέρασμα, τουλάχιστον εγώ αυτό το συμπέρασμα έβγαλα, πως κάποια αλλαγή έχει συμβεί στη συμπεριφορά της κυβέρνησης. Multitasking, profiling, ιστορία, ηλικιωμένα κυβερνητικά στελέχη, δεν είναι σαν η κυβέρνηση να απομακρύνεται σιγά σιγά από το ίδιο της το πλάνο; Δεν είναι σαν να κάνει χώρο σε μια δεύτερη λογική, που είναι η δική  μας, η λογική των αντιπάλων της, σαν να θέλει να την έχει από κοντά αυτή την λογική, όχι για να αλλάξει, όχι καθόλου γι’ αυτό, αλλά για να βάλει χέρι στην ξένη σοδιά, στον ξένο καρπό, για να μπορεί να στρέψει εναντίον μας τα ίδια μας τα όπλα, ώστε να πετύχει να κρατηθεί στην εξουσία; Οπότε εσύ τώρα τι περιμένεις; Περιμένεις αλήθεια να ακολουθήσει την τακτική που ξέρουμε; Όχι δεν θα το κάνει».
«Αν ισχύουν αυτά που λες τότε το σχέδιο επίθεσης…»
«Ακριβώς. Τότε το σχέδιο επίθεσης, κι αυτό είναι που μας καίει τώρα, η κρυψώνα που έχουν βρει γι’ αυτό, θα είναι σίγουρα διαφορετική από αυτή που εμείς πιθανολογούμε. Οπότε στην ουσία έχουμε κάνει μια τρύπα στο νερό. Κάποιο μεσαίο στέλεχος, οποιοσδήποτε τέλος πάντων από αυτούς μπορεί να έχει στα χέρια του το σχέδιο. Πάντως η επιλογή θα γίνει με καθαρά ανθρώπινα κριτήρια. Όλα αυτά τα περί χωροταξικών και άλλων κριτηρίων που μέχρι στιγμής πιστεύαμε ότι θα χρησιμοποιήσουν από την κυβέρνηση για να κρατήσουν το σχέδιο ασφαλές, θα πρέπει να τα ξεχάσεις».
Ο Δημήτρης συνέχισε να μιλάει για το σχέδιο επίθεσης, παρουσιάζοντας στον Παύλο αναλυτικά τις απόψεις του.  Μιλούσε χωρίς ένταση, ελέγχοντας τις εκφράσεις του προσώπου του. Δεν μπορούμε όμως να ισχυριστούμε το ίδιο και για τον Παύλο. Ή ένταση και ο εκνευρισμός που ένιωθε προηγουμένως, εξαιτίας της συμπεριφοράς του Δημήτρη, είχαν υποχωρήσει. Τη θέση τους όμως τώρα είχε πάρει ένα εξίσου ανεξέλεγκτο συναίσθημα, ο φόβος. Τον έβλεπες καλά τον φόβο επάνω του, τον έβλεπες σιγά σιγά να τον καταπίνει. Έβλεπες τα μάτια του που είχαν καρφωθεί πάνω στον Δημήτρη, όμως δεν κοίταζαν αυτόν, αλλά ποιος ξέρει ποιες εικόνες καταστροφής, που το δυνατό μυαλό αυτού του νέου ανθρώπου είχε φτιάξει. Κάποιες φορές πάλι ο Δημήτρης έβγαινε εντελώς εκτός κάδρου. Τότε τον έπιανες τον Παύλο να κοιτάζει άσχετα πράγματα: πότε τον τοίχο πίσω από την πλάτη του Δημήτρη, πότε εκείνη την μικρή τροφοθήκη που ήταν δίπλα από την  καρέκλα του, το βλέμμα του χανόταν δεξιά και αριστερά αποφεύγοντας τον Δημήτρη, που τη στιγμή εκείνη ήταν η φωνή της αλήθειας, που άκουγε μεν, αλλά δεν ήθελε να βλέπει το πρόσωπό της. 
«Λοιπόν τι έχεις να πεις;» τον ρώτησε ο Δημήτρης, ρίχνοντας έτσι γέφυρες για να περάσει ο φόβος του Παύλου από τον κόσμο της φαντασίας, σε αυτόν της πραγματικότητας, ώστε να μπορεί να τον χειριστεί. 
Εκείνος, σαν να ξύπνησε απότομα από βαθύ όνειρο, κι αφού πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να ανακτήσει πλήρως τον έλεγχο του εαυτού του, πρόσθεσε κινητοποιώντας το κομμάτι της λογικής εκείνο που ο φόβος του είχε αφήσει απείραχτο:
«Δεν ξέρω τι να πω. Είναι σαν να βρισκόμαστε στο μηδέν, σαν να πρέπει, όπως είπες κι εσύ νωρίτερα, να ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή. Αν βέβαια τα πράγματα έχουν όπως τα λες. Αλλά μπορεί και να κάνεις λάθος Δημήτρη», είπε ο Παύλος με τέτοιο τρόπο που ήταν λες και δεν μιλούσε πια το δικό του το στόμα, αλλά κάποιο άλλο, κάποιο που στεκόταν τώρα σαν ήλιος πάνω από το κεφάλι του αλλάζοντας τον καιρό της διάθεσής του. «Πως μπορείς να είσαι τόσο σίγουρος; Μήπως έχεις αφήσει να σε καταβάλουν αρνητικές σκέψεις, τις οποίες τώρα προσπαθείς να μεταδώσεις και σε εμένα; Όχι με τη θέλησή σου. Το ξέρω αυτό. Δεν παύει όμως να με έχεις κάνει να φοβηθώ. Και λέω τώρα εγώ, μήπως πρέπει να δούμε το θέμα με ψυχραιμία; Τότε μπορεί να διαπιστώσουμε ότι έχεις κάνει λάθος. Ας το εξετάσουμε πιο προσεκτικά. Θα το αναφέρω και στους από πάνω για να δούμε τι έχουν να πουν κι εκείνοι. Ίσως μάλιστα θα πρέπει να σε φέρω σε επαφή με κάποιους. Πάντως προς το παρόν δεν έχω να σου πω κάτι».
«Αν και είναι απόλυτα σίγουρος για τα συμπεράσματά μου, δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό. Φυσικά και να το πεις στους από πάνω, όπως το λες. Και να τους συναντήσω όπου και όποτε θες».
«Ωραία ας γίνει έτσι. Και μιας και συμφωνήσαμε δεν λέμε τώρα κάτι άλλο; Κάτι που δεν είναι, να το πω, υπηρεσιακό, έτσι για να ξεφύγει λιγάκι το μυαλό μας απ’ όλα αυτά. Να για σένα. Ας πούμε για σένα και για την αντίσταση. Για το τι σε έκανε να έλθεις με το μέρος μας».
Ο Δημήτρης δεν είχε καμιά διάθεση να ξεστρατίσει σε μια συζήτηση που ήδη, από την μια και μόνο ερώτηση που του είχε κάνει ο Παύλος, του φαινόταν πως θα κατέληγε σε ανάκριση, και μάλιστα από τις πολύ ύπουλες, από αυτές που κρυμμένες κάτω από τον μανδύα της φιλίας εισβάλουν στον ψυχισμό σου φέρνοντάς σε πολύ δύσκολη θέση. Για να γλιτώσει από αυτό, είπε στον Παύλο πως έπρεπε οπωσδήποτε να φύγει. Συγκεκριμένα, του είπε πως θα το ήθελε πολύ να συζητήσει μαζί του, όμως έπρεπε να προλάβει να γυρίσει σπίτι του πριν τον πιάσει η απαγόρευση της κυκλοφορίας. Αυτήν την δικαιολογία βρήκε, που είχε και μιαν αλήθεια μέσα της, τέτοια που ο Δημήτρης μπορούσε να πιαστεί από πάνω της, ώστε να ακουστεί όσο γινόταν πιο πειστικός. Και πραγματικά δεν χρειάστηκε να προσπαθήσει πολύ. Ο Παύλος κατάλαβε αμέσως – μάλιστα ζήτησε συγγνώμη από τον Δημήτρη που δεν είχε προσέξει πως είχε περάσει η ώρα – κι έτσι τον συνόδευσε μέχρι την πόρτα του σπιτιού όπου του υπενθύμισε να περιμένει ειδοποίησή του για να συναντήσει τους «από πάνω» για να μιλήσουν.

Απόγευμα προς βράδυ πρώτης μέρας: ένα απρόσμενο συμβάν
Ο Δημήτρης πήρε τον δρόμο της επιστροφής ανεβαίνοντας με το πτεροκίνητό του στο 3ο επίπεδο κυκλοφορίας. Αυτή τη φορά οδηγούσε κάπως αφηρημένα, καθώς στο μυαλό του είχε κολλήσει η εικόνα του Παύλου και δεν έλεγε να φύγει από εκεί. Του είχε κάνει εντύπωση ο τρόπος που αντέδρασε σε αυτά που του είχε πει. Δεν είχε δει ποτέ νέους ανθρώπους, τουλάχιστον δεν είχε πέσει κάποιος στην αντίληψή του, ωστόσο είχε δημιουργηθεί μια μυθολογία γύρω τους η οποία, κρίνοντας από τον Παύλο, φαινόταν τώρα σαν είναι ακριβώς αυτό το πράγμα, μια μυθολογία, ένα παραμύθι και τίποτα παραπάνω. Πίστευε ότι οι νέοι άνθρωποι ήταν δυνατοί, πως θα μπορούσαν να ελέγχουν τα συναισθήματά τους. Από τη φύση τους ήταν προικισμένοι να κάνουν ό,τι οι απλοί άνθρωποι έκαναν με τη βοήθεια της τεχνολογίας. Έστελναν b-mail, το μυαλό τους χωρούσε αμέτρητο αριθμό πληροφοριών τις οποίες μπορούσε να ανακαλεί και να επεξεργάζεται ανά πάσα στιγμή χωρίς να κολλάει. Ο συναισθηματικός τους κόσμος που στην αρχή είχε μείνει απαρατήρητο από το καθεστώς, ήταν πάρα πολύ πλούσιος. Αυτό ήταν που ουσιαστικά τους έκανε να ξεχωρίζουν, που όμως καθόλου δεν ακύρωνε την άλλη τους πλευρά, την υπολογιστική, αφού ο εγκέφαλος τους ήταν από τη φύση του ρυθμισμένος να λειτουργεί σαν pc. Οπότε δεν μπορεί, σκεφτόταν ο Δημήτρης, εφόσον είναι σαν pc, κάτι θα είχαν αρπάξει από τη λογικοκεντρική συμπεριφορά της εποχής. Κι όμως ο άνθρωπος που είχε απέναντί του πριν από λίγο, αυτός ο νέος άνθρωπος ο οποίος, όπως και πολλοί άλλοι του είδους του, θα πρέπει λογικά να έχει δώσει σκληρές μάχες κατά του καθεστώτος, φέρθηκε σαν ανθρωπάκι. Βέβαια αυτός μπορεί να είναι ο Παύλος, σκέφτηκε ο Δημήτρης. Αυτή μπορεί να είναι η ψυχοσύνθεσή του, η οποία δεν ταίριαζε καθόλου με την υπεύθυνη θέση που είχε στην αντίσταση. Πως όμως, αναρωτήθηκε, του την εμπιστεύτηκαν αυτήν την θέση, εφόσον είναι κάποιος που δεν μπορεί να κοντρολάρει τα συναισθήματά του; Μήπως τελικά ο φόβος δεν ήταν εγγεγραμμένος μόνο στο δικό του DNA, αλλά σε όλων των νέων ανθρώπων;
Βέβαια δεν παύει να είχε μπροστά του είχε μια και μόνο περίπτωση. Δεν ήταν επαρκές το δείγμα για να βγάλει ένα γενικό συμπεράσματα για τους νέους ανθρώπους. Όμως οι νέοι άνθρωποι ήταν στην αρχή τους. Και στις κοινωνίες που βρίσκονται στα πρώτα στάδια της εξέλιξής τους, όσο ικανοί και προικισμένοι κι αν είναι αυτοί που τις αποτελούν – και οι νέοι άνθρωποι ήταν σαφώς προικισμένοι – τα μέλη των κοινωνιών αυτών παρουσιάζουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά στη συμπεριφορά τους.  Το αντίθετο δηλαδή απ’ ό,τι συμβαίνει με τις παλιές κοινωνίες. Σε αυτές η ατομικότητα είναι βαθιά ριζωμένη, τόσο πολύ, που είναι αδύνατον κάποιος να τις αναλύσει χωρίς να λάβει υπόψη του τις παραμέτρους που διαφοροποιούν τη συμπεριφορά των μελών τους, τα μικροσυμφέροντα δηλαδή που κάνουν τους ανθρώπους να ξεχωρίζουν. Όμως στις νέες κοινωνίες η ατομικότητα, η προσωπικότητα, είναι κάτι που έρχεται αργότερα. Οι άνθρωποι σε αυτές μοιάζουν τόσο πολύ στο πως φέρονται, στο πως ενεργούν, που είναι σαν να έχουν μεγαλώσει, σαν να προέρχονται όλοι από την ίδια οικογένεια. Και οι νέοι άνθρωποι βρίσκονται τώρα σε αυτή την πρώτη φάση της εξέλιξής τους, οπότε, αναρωτήθηκε ο Δημήτρης, γιατί αυτός ο φόβος που είδε στον Παύλο, αυτή η παράδοση σε συναισθήματα που προκαλούν ανεξέλεγκτες συμπεριφορές, να μην είναι κάτι  γενικευμένο, κάτι που να το έχουν και οι άλλοι νέοι άνθρωποι;
Ο Δημήτρης δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τις σκέψεις του. Όλα διακόπηκαν απότομα, όταν ξαφνικά άκουσε ένα σφύριγμα που να περνά από δίπλα του.  Κοίταξε έξω από το παράθυρο,  και είδε πως ο αριστερός καθρέφτης του πτεροκίνητού του είχε γίνει θρύψαλα. Μετά, σχεδόν αντανακλαστικά, κοίταξε πίσω του και ώσπου να γυρίσει το κεφάλι μπροστά, άκουσε και δεύτερο σφύριγμα χωρίς αυτή τη φορά να δει κάτι να σπάει.
Δεν υπήρχε αμφιβολία, κάποιος τον πυροβολούσε. Κοίταξε τον μέσα καθρέφτη και τότε είδε πίσω του, σε πολύ κοντινή απόσταση, ένα άλλο πτεροκίνητο, από τη δεξιά πλευρά του οποίου, μπροστά ή πίσω δεν έβλεπε πολύ καθαρά, κρεμόταν ένα χέρι, που κρατούσε όπλο. Σίγουρος ότι δεχόταν επίθεση, με τις πρώτες σταγόνες του ιδρώτα να έχουν κάνει ήδη την εμφάνισή τους στο μέτωπό του, πάτησε το γκάζι στον μοχλό πλοήγησης και ανέπτυξε ταχύτητα. Δεν πρόλαβε όμως να κάνει 200 μέτρα  κι άκουσε και τρίτο σφύριγμα, συνοδευόμενο αυτή τη φορά από έναν δυνατό κρότο. Το πτεροκίνητό του τραντάχτηκε ολόκληρο και παραλίγο να βρεθεί εκτός αεροδιάδρομου, όμως ο Δημήτρης κατάφερε να το συγκρατήσει στην πορεία του.
Το δυνατό τράνταγμα είχε ως αποτέλεσμα να ανοίξει αυτόματα στο ταμπλό η εφαρμογή με την εικονική αναπαράσταση του κελύφους και του εσωτερικού του πτεροκίνητου. Απ’ ό,τι είδε ο Δημήτρης, από τα σημεία στο ταμπλό που αναβόσβηναν,  ο τρίτος πυροβολισμός είχε χτυπήσει το καπό, όμως δεν είχε κάνει ζημιά στη μηχανή. Κοίταξε τότε ξανά τον μέσα καθρέφτη και είδε το πτεροκίνητο απ’ όπου τον πυροβολούσαν να βρίσκεται και πάλι από πίσω του. Αμέσως πάτησε γκάζι και άρχισε τους ελιγμούς.
Στο άκουσμα του τέταρτου πυροβολισμού, ο οποίος ευτυχώς δεν βρήκε στόχο, τα αντανακλαστικά του, ο φόβος του, τον οδήγησαν να αλλάξει στρατηγική. Για αρχή ξεκλείδωσε το σύστημα ανύψωσης. Μετά άρχισε να ανεβαίνει προς το 4ο επίπεδο κυκλοφορίας όπου και μπήκε σαν σφαίρα, χωρίς να δώσει προσοχή στα διερχόμενα πτεροκίνητα.
Το πτεροκίνητο που τον κυνηγούσε δεν φαινόταν τώρα πουθενά. Δεν πρόλαβε όμως να πάρει μιαν ανάσα, και να το πάλι. Ο Δημήτρης ξανάρχισε τους ελιγμούς που κράτησαν για δύο τρία ακόμα λεπτά. Μετά ακολούθησε μιαν απότομη, κάθετη πορεία, περνώντας μέσα από τα επίπεδα κυκλοφορίας που βρίσκονταν από κάτω του. Μόλις έφτασε περί τα εκατό μέτρα από το έδαφος, πάτησε το κουμπί που άνοιγε το σύστημα προσεδάφισης και προσγειώθηκε στην Κηφισίας, έναν παλιό δρόμο της Αθήνας που είχε πεζοδρομηθεί.
Οδηγούσε με πολύ μεγάλη ταχύτητα στον πεζόδρομο. Είχε στυλώσει τα μάτια του μπροστά και δεν κοίταξε άλλο πίσω. Το μυαλό του όμως δεν ήταν συγκεντρωμένο. Τους διάφορους πεζούς, που πετάγονταν δεξιά και αριστερά από τον τρόμο τους, τους γονείς που έτρεχαν να γλιτώσουν τα παιδιά τους από τις ρόδες του, ούτε που τους είδε. Σαν δαιμονισμένος συνέχισε να τρέχει μέχρι το διασταύρωση με τη Λ. Αλεξάνδρας. Μετά απογειώθηκε για το 3ο επίπεδο κυκλοφορίας  έχοντας ακόμα το γκάζι πατημένο τέρμα.

Απόγευμα προς βράδυ πρώτης μέρας: ένα δεύτερο απρόσμενο συμβάν
Είχε φτάσει πια πάνω από τον ουρανοξύστη όπου έμενε, και γύρισε αντανακλαστικά πίσω του για να τσεκάρει αν ήταν κανείς. Βεβαιώθηκε πως ήταν μόνος του, κι έτσι άνοιξε το σύστημα προσεδάφισης και μπήκε στο υπόγειο γκαράζ. Ούτε καν τον ένοιαξε να βάλει το πτεροκίνητο  στη θέση παρκινγκ τη δική του.  Απλά το παράτησε όπως όπως, ξεχνώντας μάλιστα να το κλειδώσει.
Μόλις μπήκε στο διαμέρισμά του πήγε κατευθείαν στο μπάνιο. Είχε γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα και έτρεμε ολόκληρος. Δεν πρόλαβε όμως να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του, κι άκουσε βήματα να πλησιάζουν έξω από την πόρτα. Χωρίς να έχει συνέλθει από την περιπέτεια που είχε περάσει, χωρίς να μπορεί συνειδητοποιήσει την καινούργια απειλή με την οποία βρισκόταν τώρα  αντιμέτωπος, πλησίασε την πόρτα του μπάνιου και φώναξε αντανακλαστικά «φύγε έχω όπλο». Μια άγνωστη, θαμπή φωνή ακούστηκε τότε που του είπε να βγει έξω και πως όλα ήταν εντάξει. Ο Δημήτρης όχι μόνο δεν υπάκουσε σε αυτό που του είπε η φωνή, αλλά έκανε δυο βήματα πίσω. Επανέλαβε μάλιστα την απειλή του, προσθέτοντας πως είχε ειδοποιήσει την ασφάλεια του κτηρίου. Η φωνή του απάντησε με τα ίδια πάλι λόγια.
«Δημήτρη όλα είναι εντάξει. Βγες έξω να μιλήσουμε». Αυτή τη φορά ακούστηκε πολύ καθαρά.
Στο άκουσμα του ονόματός του ο Δημήτρης αναγνώρισε αμέσως τη φωνή. Ήταν ο Ιωάννου, ο οποίος ποιος ξέρει πως είχε τρυπώσει μέσα στο σπίτι του. Αμέσως τότε η σκέψη του γέμισε από ερωτήματα με μεγάλα ερωτηματικά στο τέλος. Τι ήθελε σπίτι του ο Ιωάννου; Τα είχε καταλάβει όλα γι’ αυτόν, πως δηλαδή ήταν μέλος της αντίστασης; Αυτός βρισκόταν πίσω από την επίθεση που δέχτηκε;
Έχοντας περιέργεια να μάθει και καταλαβαίνοντας πως δεν είχε και πολλές επιλογές, οπλίστηκε με όση ψυχραιμία του είχε απομείνει και με μια απότομη κίνηση άνοιξε την πόρτα μπάνιου και βγήκε έξω. Μπροστά του όμως δεν υπήρχε κανένας κι έτσι κατευθύνθηκε προς την αίθουσα συνεδριάσεως. Ο Ιωάννου ήταν εκεί. Τον περίμενε καθισμένος στη μεγάλη πολυθρόνα, στην κορυφή του τραπεζιού.
«Τι ζητάτε εδώ; Πως μπήκατε; Ποιος σας άνοιξε»; τον ρώτησε ο Δημήτρης ο οποίος μόλις συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρξε κάποια παραβίαση στην πόρτα.
«Θέλω πρώτα να ηρεμήσεις», του απάντησε ο Ιωάννου που δεν είχε ξεγελαστεί καθόλου από την προσπάθεια του Δημήτρη να φανεί ψύχραιμος. «Σου έχω βάλει ένα ποτήρι κρασί. Είχες στο ψυγείο ένα μπουκάλι ανοιχτό. Έχω βάλει και σε εμένα ένα ποτηράκι. Ας τα πιούμε στην υγεία μας και όλα θα τα βρούμε».
Ο Δημήτρης, ο οποίος δεν είχε καμιά διάθεση αυτή τη στιγμή για κρασί, σήκωσε το ποτήρι του ψηλά κι έκανε πως έπινε. Μετά από αρκετά δευτερόλεπτα σιωπής, που όμως δεν άλλαξαν καθόλου την βαριά ατμόσφαιρα που υπήρχε μεταξύ τους, πήρε μια μεγάλη ανάσα κι επανέλαβε στον Ιωάννου τις ίδιες ερωτήσεις που του είχε κάνει προηγουμένως.
«Πως μπήκατε; Τι ζητάτε; Ποιος σας άνοιξε;»
«Είμαι ανώτατο στέλεχος της κυβέρνησης, οπότε δεν μου είναι καθόλου δύσκολο. Θέλω όμως…».
Δεν ολοκλήρωσε τη φράση του, καθώς στο άκουσμα των τελευταίων λέξεων, είδε τα μάτια του Δημήτρη, το πρόσωπό του ολόκληρο, να αγριεύουν. Η ταραχή που ένιωθε πριν από λίγο ο Δημήτρης είχε μετατραπεί σε οργή. Κι ήταν μιαν οργή ρευστή, που είχε απλωθεί παντού, σε όλο του το σώμα, όπως στα χέρια του που έκαναν κάτι παράξενες, κοφτές κινήσεις, σαν μαχαίρια που έσχιζαν τον αέρα. Δεν έμεινε όμως έτσι για πολύ. Μετά από λίγο η οργή του αυτοπεριορίστηκε, απέκτησε σχήμα και το κυριότερο λόγο.
Ο Δημήτρης σκέφτηκε να ρωτήσει τον Ιωάννου, αυτό που είχε και νωρίτερα σκεφτεί, αν δηλαδή κρύβεται πίσω από τη δολοφονική επίθεση που είχε δεχτεί. Δεν θα το έκανε όμως ο ίδιος, αυτοπροσώπως. Όχι, δεν θα τον ρωτούσε ο Δημήτρης Φωτόπουλος ο αναλυτής, αλλά ένας άλλος Δημήτρης, κάποιος με δύναμη και εξουσία, ο Δημήτρης Φωτόπουλος ο δικαστής. Ναι, το είχε αποφασίσει: θα περνούσε τον Ιωάννου από δίκη. Του το χρωστούσε άλλωστε, από εκείνη την παλιά δίκη, όπου ήταν αυτός ο κατηγορούμενος και  Ιωάννου ο δικαστής. Ήθελε, τον έκαιγε μέσα του, να τον δει τον Ιωάννου να αποκαθηλώνεται, να πέφτει, πρώτα ο σταυρός που κρεμόταν από πάνω του και μετά αυτός πάνω στο σταυρό γεμάτος πληγές, με την λόγχη του θανάτου να σέρνεται από πλευρό σε πλευρό, έτοιμη για το τελειωτικό χτύπημα.
Ναι θα τον ανάγκαζε να ομολογήσει. Είχε μάλιστα ήδη στήσει μέσα στο κεφάλι του το σκηνικού του δικαστηρίου, όπως είχε ετοιμάσει και την τακτική που θα ακολουθούσε. Θα επιτιθόταν στον Ιωάννου με τα πιο ισχυρά, τα πιο απρόσβλητα επιχειρήματα που μπορούσε να βρει, κι εκείνος θα αναγκαζόταν με σκυφτό το κεφάλι να πει, ναι εγώ το έκανα. Τον φανταζόταν μάλιστα να του ζητά ταπεινά συγγνώμη, να του ζητά να τον συγχωρέσει για την απόπειρα δολοφονίας του. Μετά θα ακολουθούσε και δεύτερο δικαστήριο, μια ακόμη δίκη, για την παραβίαση αυτή τη φορά του σπιτιού του, κάτι που αποδεικνυόταν εύκολα, καθώς τον είχε πιάσει τον Ιωάννου στα πράσα, οπότε δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι το είχε κάνει. Θα τον ξεμπρόστιαζε γι’ αυτήν του την πράξη, θα τον ταπείνωνε ως εκεί που δεν παίρνει, θα το έκανε να αισθανθεί κυριολεκτικά σκουπίδι.
Καθώς τα σκεφτόταν όλα αυτά και αφού άντλησε όση αυτοϊκανοποίηση είχε ανάγκη να αντλήσει, η λογική άρχισε να παίρνει και πάλι την σωστή της θέση μέσα στο κεφάλι του. Όχι, σκέφτηκε, τίποτα από όλα αυτά δεν πρέπει να κάνω. Κι αν ακόμα ο Ιωάννου ομολογήσει ότι ο ίδιος έβαλε να με σκοτώσουν, τι έχω να κερδίσω; Απλά μια ομολογία. Αυτό όμως δεν θα με φέρει στη θέση του κατήγορου. Κατήγορος θα είναι ο Ιωάννου. Αυτός είναι το μεγαλοστέλεχος της κυβέρνησης και η απόπειρα δολοφονία μου μπορεί να είναι ακριβώς αυτό, μια κυβερνητική εντολή για να βγει από τη μέση κάποιος αντιστασιακός, κάποιος δηλαδή που έχει λάβει μέρος σε συνωμοσία για την ανατροπή του καθεστώτος, οπότε κάποιος  ένοχος. Άλλωστε κανένα δικαστήριο ανθρωπιάς δεν υπάρχει για να με δικαιώσει, όπως ποτέ δεν υπήρξε στην ιστορία του ανθρώπου. Είμαι μεν θύμα, αλλά ένα ένοχο θύμα. Οπότε καλύτερα να μη μιλήσω. Καλύτερα να μην πω τίποτα, καθώς δεν ξέρω – να και κάτι που δεν σκέφτηκα προηγουμένως – αν τελικά ο Ιωάννου όντως έβαλε να με σκοτώσουν. Αν δε είναι έτσι τα πράγματα, αν τον κατηγορήσω για κάτι που δε έκανε θα βγω χαμένος. Γιατί τότε θα υποπτευτεί πως κάτι τρέχει με εμένα, θα αρχίσει να σκαλίζει την «υπόθεση» και πανέξυπνος όπως είναι, θα καταλάβει πως είμαι μέλος της αντίστασης, γι’ αυτό και πήγαν να με βγάλουν από τη μέση, όμως όχι αυτός, αλλά κάποιοι άλλοι από την κυβέρνηση. Όχι καλύτερα να μην πω τίποτα. Ας αφήσω τον Ιωάννου να μιλήσει πρώτος, να δούμε τι έχει ο ίδιος να μου πει για το πώς βρέθηκε στο σπίτι μου. Νομίζω πως οτιδήποτε άλλο θα χειροτερέψει τη θέση μου.
«Λοιπόν κάτι λέγατε» είπε ο Δημήτρης ο οποίος έδειχνε στα αληθινά ψύχραιμος αυτή τη φορά.
Ο Ιωάννου, ο οποίος περισσότερο ευχαριστήθηκε παρά παραξενεύτηκε από την ξαφνική αλλαγή στη διάθεση του Δημήτρη,  συνέχισε την κουβέντα του από εκεί που την είχε αφήσει.
«Έλεγα πως θα ήθελα να σου ζητήσω συγγνώμη που μπήκα στο σπίτι σου σαν κλέφτης, όμως έπρεπε να σε συναντήσω, έπρεπε οπωσδήποτε να τα πούμε από κοντά και μάλιστα αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να περιμένει. Το πώς μπήκα θα μου επιτρέψεις να μην στο πω. Ίσως κάποια άλλη στιγμή, σίγουρα κάποια άλλη στιγμή θα σου πω τις λεπτομέρειες, όμως ξέρω πως καταλαβαίνεις πως κάποιος με τη δική μου θέση έχει τον τρόπο του, έχει τα μέσα να κάνει κάτι τέτοιο».
Ο ευγενικός τόνος του Ιωάννου έκανε τις συνωμοσίες του Δημήτρη να ησυχάσουν προς στιγμήν. Ίσως τελικά να μην ξέρει για μένα, σκέφτηκε. Τι ίσως, σίγουρα δεν ξέρει για μένα. Δεν έβαλε αυτός να με σκοτώσουν. Όχι δεν το έκανε αυτός. Η απόπειρα δολοφονίας μου και η ξαφνική επίσκεψη του Ιωάννου στο σπίτι μου είναι δύο πράγματα που δεν συνδέονται. Πόσο λοιπόν δίκιο είχα που δεν μίλησα, που δεν του έδωσα πάτημα για να με υποπτευτεί.
«Αλήθεια όμως Δημήτρη, όταν μπήκες στο σπίτι, πήγες κατευθείαν στο μπάνιο. Δεν πρόλαβα να σε δω καλά από το σαλόνι που ήμουν, αλλά απ’ ότι μπόρεσα να καταλάβω, μου έδωσες την αίσθηση ότι κάποιος σε κυνηγούσε. Συμβαίνει κάτι; Μπορώ να σε βοηθήσω εγώ σε κάτι»;
Ύστερα από τα απολογητικά λόγια του Ιωάννου, ο Δημήτρης σκέφτηκε πως δεν θα του γινόταν αυτή η ερώτηση, πως ο Ιωάννου θα προχωρούσε κατευθείαν στο θέμα που τον απασχολούσε, θα του εξηγούσε τον λόγο για τον οποίο ήθελε να τον δει, τον λόγο για τον οποίο μπήκε στο σπίτι του και μάλιστα με έναν τόσο ανορθόδοξο τρόπο. Δυστυχώς όμως έπεσε έξω. Τώρα έπρεπε να σκεφτεί μια δικαιολογία, όχι απαραίτητα καλή, απλά μια πιστευτή δικαιολογία, και μάλιστα γρήγορα. Έπρεπε να αυτοσχεδιάσει, να σκέφτεται και να μιλά ταυτόχρονα, χωρίς να διστάζει ή να ψελλίζει, κάτι που δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα του κόσμο. Με τη γλώσσα του να έχει ξεκινήσει να τρέχει και τη σκέψη να ακολουθεί ο Δημήτρης του είπε:
«Έγινε κάτι με το πτεροκίνητο μου. Τράκαρα καθώς έμπαινα στο υπόγειο γκαράζ. Που στο γκαράζ! Τέλος πάντων, δεν με πείραξε το τρακάρισμα, όμως ο άλλος οδηγός είχε διαφορετική άποψη. Σχεδόν πιαστήκαμε στα χέρια. Στο τέλος τα βρήκαμε, αλλά μου έμεινε η ταραχή. Γι’ αυτό με είδατε, με ακούσατε όπως με ακούσατε τέλος πάντων».
«Ορισμένοι άνθρωποι είναι λεπτολόγοι και τα παίρνουν τοις μετρητοίς αυτά τα πράγματα. Αλλά όλα είναι καλά τώρα. Έτσι δεν είναι»;
«Ναι όπως σα είπα τα βρήκαμε. Ας έλθουμε όμως στα δικά μας. Είπατε πως θέλατε να με δείτε».
«Ναι, όπως σου είπα και πριν, θέλω να σου μιλήσω για κάτι πολύ σοβαρό το οποίο δεν μπορεί να περιμένει. Θα ξεκινήσω με μια εξομολόγηση, με την αποκατάσταση μάλλον μιας αλήθειας, καθώς σου είπα πράγματα που σε έχουν παραπλανήσει.  Λοιπόν, για να μην χάνουμε χρόνο, ευθέως, μάθε ότι όλα όσα είπα στο εστιατόριο, όλα όσα εσύ μάλλον με οδήγησες να πω περί profiling και multitasking είναι ψέματα».
Στο άκουσμα των τελευταίων λέξεων, ο Δημήτρης αισθάνθηκε τα πόδια του να μουδιάζουν και τον λαιμό του να χάνει όλα του τα υγρά, να γδέρνεται και να ξεφλουδίζει μπουκώνοντας την ανάσα του σε σημείο που δεν μπορούσε να πάρει άλλο αέρα. Αισθάνθηκε σαν οι τοίχοι του διαμερίσματός του να έχουν ξεκολλήσει από τη θέση τους, σαν να έχουν γκρεμιστεί, αφήνοντάς τον εκτεθειμένο στο έντονο πορτοκαλί φως του απογευματινού ήλιου, έναν ήλιο που λες και υπήρχε τώρα για να τον δείξει στους άλλους, για να τους πει, να εκεί είναι πιάστε τον.
Ο Ιωάννου, σκέφτηκε, τα ξέρει όλα. Πόσο ηλίθιος είμαι που νόμιζα πως θα ξεφύγω από αυτόν τον έξυπνο άνθρωπο. Δεν μίλησε στη συνάντηση που είχαμε στο εστιατόριο του γραφειακού κέντρου για τον αληθινό λόγο για τον οποίο μας είχε μαζέψει εκεί εμένα και τους υπόλοιπους. Δεν το έκανε γιατί του προέκυψα εγώ. Είχε πιάσει λαβράκι. Έτσι όπως μίλησα, έτσι ασυγκράτητος όπως ήμουν, με κατάλαβε – και ποιος δεν θα με καταλάβαινε άλλωστε –  κατάλαβε ότι είμαι μέλος της αντίστασης. Γι’ αυτό ήλθε σήμερα εδώ. Γι’ αυτό μπήκε στο σπίτι μου όπως μπήκε, για να με συλλάβει. Όπου να’ ναι μάλιστα θα πλακώσουν οι αστυνομικοί που σίγουρα έχει φέρει μαζί του. Κάπου εδώ πρέπει είναι στον όροφο. Κάπου είναι κρυμμένοι και περιμένουν σήμα του για να μπουκάρουν.
Η ταραχή που είχε επιστρέψει στο πρόσωπο του Δημήτρη δεν έμεινε απαρατήρητη από τον Ιωάννου ο οποίος τον ρωτήσει, γι’ ακόμα μια φορά, αν όλα ήταν εντάξει.
«Ναι δεν έχω τίποτα. Συνεχίστε».
«Βλέπω ότι τελικά δεν σου έχει περάσει όλη αυτή η ένταση που σου προκάλεσε το ατύχημα. Σίγουρα είσαι καλά; Θες να πάω στην κουζίνα να σου φέρω λίγο νερό να πιείς»;
«Όχι δεν χρειάζεται. Θα συνέλθω. Μου είναι ευχάριστη η παρέα σας άλλωστε. Οπότε θα ξεχαστώ γρήγορα. Συνεχίστε εσείς».
«Η εμφάνισή σου στο εστιατόριο μου προκάλεσε έκπληξη. Ήσουν  ο τελευταίος που περίμενα να δω εκείνη τη στιγμή. Κανονικά δηλαδή δεν έπρεπε να σε δω».
Εδώ τελειώνουν όλα σκέφτηκε ο Δημήτρης. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ξέρει για εμένα. Με ξέρει πολύ πριν συναντηθούμε. Ίσως μάλιστα, σκέφτηκε, αυτή η συνάντηση στο εστιατόριο να αφορούσε εμένα. Ίσως, αλλά πάλι…
«Στο εστιατόριο η συνάντηση είχε προγραμματιστεί για να μιλήσουμε για εσάς».
Κανένας Ιωάννου, κανένα τραπέζι, καμιά αίθουσα συνεδριάσεως, κανένα σπίτι δεν υπήρχε μπροστά στον Δημήτρη αυτή τη στιγμή. Μόνο πηχτό σκοτάδι, σαν κάποιος να του είχε σφαλίσει τα μάτια με μαντίλι. Μόνο σκοτάδι υπήρχε και η γνώριμη, ήρεμη φωνή του Ιωάννου, η γνώριμη αυτή ευγενική φωνή που ετοιμαζόταν να δώσει το σύνθημα για να τον πιάσουν.
«Αλλά νομίζω ότι τα μπέρδεψα και έχω μπερδέψει και εσένα. Ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Σχέδιο για profiling και multitasking, όπως σου είπα, δεν υπάρχει, γιατί πολύ απλά όλα αυτά έχουν ήδη γίνει. Αυτή τη στιγμή άλλα πράγματα μας απασχολούν: ο αγώνας μας κατά της τρομοκρατίας. Για να είναι νικηφόρος αυτός ο αγώνας, πρέπει να έχουμε μαζί μας τους καλύτερους. Χρειαζόμαστε ανθρώπους με κοφτερό μυαλό. Κυρίως όμως θα πρέπει να έχουμε μαζί μας ανθρώπους με πλούσιο συναισθηματικό κόσμο, κάτι που είναι πάρα πολύ δύσκολο να βρεθεί στη εποχή μας. Ξέρω πως με καταλαβαίνεις Δημήτρη, γιατί στο πρόσωπό σου έχω βρει έναν τέτοιον άνθρωπο. Έχω βρει κάποιον που σκέφτεται, σε κάποιον βαθμό, σαν τους νέους ανθρώπους, κάποιον που μπορεί να τους καταλάβει, που μπορεί, όσο αυτό είναι δυνατό, να τους διαβάσει, να προβλέψει τις κινήσεις τους. Η ανάλυση που κάναμε όλοι εμείς, οι άνθρωποι της δικής μου γενιάς – ναι Δημήτρη της δικής μου γενιάς, γιατί μόνο εμείς μπορούσαμε να ανταπεξέλθουμε διανοητικά στις απαιτήσεις ενός τέτοιου project και ξέρω πως εσύ το γνωρίζεις πολύ καλά αυτό – η ανάλυση λοιπόν αυτή υπέδειξε μεταξύ των άλλων και εσένα ως κατάλληλο να συνεργαστείς με την κυβέρνηση. Γι’ αυτό ζήτησα από τον διευθυντή σου να με συναντήσει στο εστιατόριο του γραφειακό κέντρου, για να βρούμε κάποιον τρόπο να σε προσεγγίσουμε. Δεν υπολόγισα όμως τον παράγοντα Γιώργο, ο οποίος είχε την φαεινή ιδέα να σε φέρει στη συνάντησή μας. Όταν σε είδα να μπαίνεις μαζί του στην VIP αίθουσα του εστιατορίου, δεν πίστευα στα μάτια μου. Ένιωθα να μη με χωράει ο τόπος κι έψαχνα να βρω μια δικαιολογία για να φύγω. Ήμουν θυμωμένος. Είχα θυμώσει με τον διευθυντή σας, γιατί αυτός ήταν ο απρόσεκτος της υπόθεσης, καθώς όπως αποδείχτηκε αργότερα, δεν είχε ενημερώσει τον Γιώργο, τον έμπιστό του, για τον σκοπό της συνάντησης. Βέβαια τον παραδέχομαι τον διευθυντή σου. Χειρίστηκε έξυπνα το θέμα. Έκανα κι εγώ λιγάκι τον ηθοποιό κι έτσι δεν κατάλαβες τίποτα. Όμως η συνάντησή μας είχε τελειώσει πριν καλά καλά αρχίσει. Αυτό πίστεψα εκείνη τη στιγμή. Πολύ γρήγορα όμως άλλαξα γνώμη. Εφόσον ήσουν εκεί, σκέφτηκα να εκτιμήσω την κατάσταση, να εκτιμήσω τις ικανότητές σου επί τόπου. Γιατί να ακύρωνα τη συνάντηση και να έχανα πολύτιμο χρόνο; Κι ευτυχώς δεν έπεσα έξω, γιατί χωρίς να χρειαστεί να βρω τρόπο να εκμαιεύσω από εσένα αυτά που ήθελα να μάθω, εσύ σαν σίφουνας όπως είσαι, αποκαλύφθηκες μόνος σου. Μίλησες με θάρρος μπροστά μου για τα στραβά του καθεστώτος. Ακόμα και όταν εγώ έθεσα το θέμα τoυ multitasking, που ήταν το μόνο που έκανα για να σε κεντρίσω, για να δω τι θα σκεφτείς να απαντήσεις, εσύ και πάλι με δικαίωσες, αναπτύσσοντας την άποψή σου έτσι που ήταν λες και προερχόταν από το στόμα ενός νέου ανθρώπου. Αφού λοιπόν έμαθα αυτό που ήθελα να μάθω, και μάλιστα πολύ πιο σύντομα απ’ ό,τι υπολόγιζα, θεώρησα ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να περιμένω. Αυτή είναι η αιτία που βρίσκομαι σήμερα εδώ στο σπίτι σου, απρόσκλητος σίγουρα, όμως καταλαβαίνεις πως η συνάντηση μας έπρεπε να είναι μυστική. Και πιστεύω πιο ασφαλές, πιο μυστικό μέρος από το σπίτι σου, από τον προσωπικό σου «καταφύγιο», δεν υπάρχει. Οπότε να’ μαι εδώ απέναντί σου. Και είμαι εδώ για να σου ζητήσω  επισήμως να ενταχθείς στις τάξεις των μυστικών συμβούλων του καθεστώτος, ώστε να μας βοηθήσεις στη μάχη που δίνουμε κατά της αντίστασης στην Valkanland, κατά αυτών των εγκληματιών που δυστυχώς έχουν επιδείξει μεγάλη αντοχή και που, όπως όλα δείχνουν, αυτοί έχουν το κεντρικό πρόσταγμα στην Ευρώπη, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο, μαζί με την αντιστασιακή οργάνωση που επιχειρεί στην Chinasia».
«Ναι αλλά τι είναι αυτό που θέλετε να κάνω; Γιατί καλά είναι όλα αυτά που μου λέτε, αλλά  κάπως γενικά δεν νομίζετε; Που χωράω εγώ σε όλο αυτό, ποιον ακριβώς ρόλο θα παίξω»;
«Θέλω να έλθεις σε επαφή με την αντίσταση. Ίσως, μη με παρεξηγείς που θα στο πω, από τον κύκλο σου ξέρεις ανθρώπους που γνωρίζουν κάποιους από αυτούς ή ξέρουν κάτι γι’ αυτούς, μια φήμη έστω. Ή πάλι μπορεί εσύ ο ίδιος να έχεις περάσει κάτω από τη σκιά τους και να μην το έχεις καταλάβει. Συνταιριάζοντας λοιπόν φήμες και πληροφορίες από ανθρώπους που ίσως ξέρουν κάτι, εκμεταλλευόμενος ακόμα και την πιο ασήμαντη γνωριμία σου, θέλω να βρεις τρόπο να διεισδύσεις στην αντίσταση. Να τους κάνεις να πιστέψουν ότι είσαι δικός τους άνθρωπος, να αποσπάσεις την εμπιστοσύνη τους και να μάθεις πληροφορίες για πρόσωπα και πράγματα, για τις ενέργειες, για τα πλήγματα που ετοιμάζουν κατά του καθεστώτος. Λοιπόν, τι λες θα συνεργαστείς μαζί μας; Θα έχεις πολλά οφέλη αν το κάνεις, μισθολογικά και όχι μόνο. Σκέψου πάντως ότι έτσι εγκαταλείπεις την υπαλληλική ζωή και ανοίγεις την πόρτα για τα υψηλά κλιμάκια της κυβέρνησης, ανοίγεις την πόρτα για μια μεγάλη καριέρα».
Ο Δημήτρης, ο οποίος παρ’ όλες τις αποκαλύψεις που έγιναν ήταν αρκετά ήρεμος, αισθανόταν ότι ο Ιωάννου δεν τον ρωτούσε για το αν θα ενταχθεί ή όχι στην ομάδα αντικατασκοπίας που έφτιαχνε η κυβέρνηση. Όχι δεν τον ρωτούσε, αλλά το απαιτούσε. Ήλθε  σπίτι μου, σκεφτόταν, για να μου ανακοινώσει ότι με έχουν επιλέξει να είμαι μέλος της καινούργιας ομάδας αντικατασκοπίας που φτιάχνεται στο υπουργείο. Το όχι είναι κάτι που δεν μπορώ να πω. Και αυτό γιατί πολύ απλά με έχει στο χέρι. Ο Ιωάννου ήταν γεμάτος νύξεις. Τι ήταν αυτό που είπε, για το οποίο τάχα μου ζήτησε συγγνώμη, ότι ίσως γνωρίζω ανθρώπους που μπορεί να ξέρουν κάποιους αντιστασιακούς. Ή το άλλο πάλι, ότι έχω περάσει κάτω από τη σκιά αντιστασιακών, αλλά δεν τους έχω πάρει χαμπάρι; Τι είναι όλα αυτά; Τι άλλο από  έμμεση απειλή, σκεφτόταν, να μην τολμήσω να πω όχι γιατί τότε…Όχι δεν υπάρχει αμφιβολία ο Ιωάννου ξέρει. Γνωρίζει πολύ περισσότερα από αυτά που αφήνει να φανούν. Ξέρει ότι είμαι μέλος της αντίστασης, γι’ αυτό και με «επέλεξε». Όλα αυτά τα περί του πλουσίου συναισθηματικού μου κόσμου, δεν είναι τίποτε άλλο παρά δικαιολογίες. Ο Ιωάννου είναι εδώ για να μου πει ή έρχεσαι μαζί μας, πολύτιμος όπως μας είσαι εξαιτίας των διασυνδέσεών σου, εξαιτίας των σχέσεών σου με την αντίστασή ή απλά πας φυλακή, στην καλύτερη των περιπτώσεων. Σίγουρα, σκεφτόταν, αυτός κρύβεται πίσω από την απόπειρα δολοφονίας μου, που δεν ήταν απόπειρα αλλά προσπάθεια εκφοβισμού. Πρέπει όμως να σιγουρευτώ για όλα αυτά με κάποιο τρόπο.  Πρέπει να βρω το κουράγιο να τον αντιμετωπίσω τον Ιωάννου, να τον φέρω σε δύσκολη θέση, ώστε να αναγκαστεί να μου δώσει απαντήσεις.
Παρότι οι χειρότεροι φόβοι του Δημήτρη φαίνεται πως είχαν επαληθευτεί, όντας παραδόξως το ίδιο ήρεμος όπως και πριν, αποφάσισε να τολμήσει. Και θα ξεκινούσε με αυτό που τον απασχολούσε περισσότερο αυτή τη στιγμή, που ήταν το τι θα γινόταν αν δεν δεχόταν να συνεργαστεί με τον Ιωάννου, αν του έλεγε όχι στην πρότασή του, αν προτιμούσε την ησυχία του. Θα τον ρωτούσε για να δει πως θα αντιδρούσε ο Ιωάννου, όμως θα το έκανε κάπως διπλωματικά, καθώς πίστευε πως μια κατά μέτωπο επίθεση, με την κατηγορία της προδοσίας να κρέμεται από πάνω του, θα τον έστελνε στη φυλακή μια ώρα αρχύτερα.
«Κύριε Ιωάννου είμαι ένας ευσυνείδητος κρατικός λειτουργός που έχει αποδείξει, που αποδεικνύω καθημερινά με τη δουλειά μου, πόσο πιστός είμαι στο καθεστώς. Είμαι ένας αναλυτής με πλούσιο συναισθηματικό κόσμο – το παραδέχομαι αυτό – αλλά αναλυτής. Μου αρέσει η δουλειά που κάνω. Η ηρεμία που χαρακτηρίζει αυτή την για πολλούς βαρετή δουλεία μου αρέσει πολύ, είναι κομμάτι της προσωπικότητάς μου. Όλα αυτά που μου ζητάτε είναι καλά και με τιμούν, αλλά είναι πράγματα που με ξεβολεύουν. Θέλω να υπηρετήσω τον αγώνα που δίνουμε κατά των τρομοκρατών, αλλά δεν είμαι άνθρωπος της δράσης. Θέλω να το κάνω με ησυχία. Δεν μπορώ τις φασαρίες, οπότε θα μου επιτρέψετε να το σκεφτώ. Πρέπει να το σκεφτώ, γιατί μου ζητάτε κάτι που είναι αντίθετο με τον χαρακτήρα μου. Δώστε μου λοιπόν λίγο χρόνο κι όταν είμαι έτοιμος θα σας απαντήσω».
«Δημήτρη ξέρω ποιος είσαι, όπως επίσης ξέρω ποιος θες να είσαι. Ξέρω πως δεν είσαι άνθρωπος της δράσης, όμως τη ζηλεύεις. Ζηλεύεις το πάθος των νέων ανθρώπων για τον αγώνα που δίνουν, κάτι που μέχρι σήμερα έλειπε από εσένα, αλλά και από όλους εμάς. Τώρα όμως έχεις μια χρυσή ευκαιρία να τα ζήσεις όλα αυτά και μάλιστα υπηρετώντας έναν ιερό σκοπό: τη σωτηρία του πολιτισμού μας από τις ορδές των βαρβάρων. Αλλά για να το θέσω καλύτερα, δεν σε σου ζητώ να διαλέξεις μεταξύ απραξίας και δράσης, μεταξύ ησυχίας και πάθους. Αυτό που σου ζητώ είναι αυτό το οποίο σε καίει μέσα σου. Και δεν είναι άλλο από  την ισορροπία που πάνε να ανατρέψουν όλοι αυτοί οι επικίνδυνοι τρομοκράτες, την ισορροπία που για σένα και για μένα μεταφράζεται ως συνέχεια της λογικής, αλλά με όλο το βάρος των συναισθημάτων που χάσαμε από τότε που αφήσαμε τον εαυτό  μας να γίνει έρμαιο μιας πραγματικότητας που μας ανάγκαζε να βλέπουμε τον κόσμο ως δεδομένα που πρέπει να αναλύουμε. Είδες πως ακούγομαι Δημήτρη σαν αντιστασιακός. Μόνο που δεν είμαι αντιστασιακός. Είμαι κάποιο στέλεχος της κυβέρνησης που έχει το θάρρος να πει: ναι κάναμε λάθος. Ναι μπορούμε να έχουμε περισσότερες από μια αναγνώσεις του κόσμου, με τελικό όμως διαμεσολαβητή και κριτή τη λογική. Ναι Δημήτρη, κάνουμε ένα βήμα πίσω, για να πάρουμε φόρα και να πάμε μπροστά, κάτι που είναι τελείως διαφορετικό από αυτό που κάνει η αντίσταση, η οποία δίνει αγώνα για την νεκρανάσταση εποχών που αφήσαμε πίσω μας, εποχών γεμάτων φόβο και δεισιδαιμονίες».
» Ξέρω Δημήτρη πως είσαι κάποιος που προτού δράσει, θέλει να γνωρίζει σε όλο της το βάθος τη φιλοσοφία που προηγείται της κάθε πράξης. Ναι είσαι κάποιος που δεν περιμένει να συμβούν πρώτα τα γεγονότα. Θες να τα ξέρεις πριν αυτά πάρουν συγκεκριμένο σχήμα και μορφή. Και όλο αυτό είναι παράλογο, αλλά και λογικό ταυτόχρονα. Γι’ αυτό πιστεύω βαθιά μέσα μου ότι είσαι άνθρωπος των ισορροπιών, των ισορροπιών όμως που δεν τις έχεις κερδίσει ακόμα – ναι Δημήτρη δεν τις έχεις κερδίσει, δεν είναι ισορροπία η αναποφασιστικότητά σου – και που εγώ σου δίνω τώρα την ευκαιρία με την πρόταση που σου κάνω να τις βρεις για πρώτη φορά. Των ισορροπιών που χάσαμε, που χάσαμε ως άνθρωποι, ως πολιτισμός και που το καθεστώς έχει αποφασίσει να τις αποκαταστήσει, κάτι που φυσικά έρχεται σε αντίθεση με όσα επιχειρούν να κάνουν οι νέοι άνθρωποι.
»Ναι Δημήτρη μη γελιέσαι. Προσπάθησε να δεις τα πράγματα καθαρά. Τι άλλο θέλουν να κάνουν οι νέοι άνθρωποι από το μας παρασύρουν σε έναν καινούργιο ολοκληρωτισμό όπου αντί της λογικής θα κυριαρχεί το παράλογο; Σε έναν κόσμο με πληγιασμένα φτερωτά άλογα, κομμένα κεφάλια ταύρων, δράκους με τις ξεσκισμένες σάρκες κάποιων ανθρώπων ανάμεσα στα δόντια τους, σε έναν κόσμο δηλαδή όπου δεν θα υπάρχει τίποτε άλλο πέρα από λείψανα παλιών άστρων, τίποτα πέρα από σπαράγματα, σπασμένες εικόνες και προβολές που φτάνουν ως εμάς από κάποιες βαθιές ασυνταίριαστες, μισές, δανικές αναμνήσεις;
»Και θα σου και κάτι άλλο και θέλω να το προσέξεις. Στις καλές μας στιγμές, εμείς οι άνθρωποι, ψάχναμε να ανακαλύψουμε τους κανόνες της φύσης. Μέσα από την καθημερινή μας εμπειρία, μέσα από τις παρατηρήσεις μας, ψάχναμε να απομονώσουμε τους κανόνες που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά του κόσμου, ώστε να ξέρουμε πως θα πρέπει να πορευτούμε στη ζωή μας, ώστε να μην κάνουμε λάθη, να μην απογοητευόμαστε. Μέχρι και σήμερα που έχουμε χάσει το μέτρο – το ομολογώ και πάλι – ακολουθούμε πολλούς από αυτούς τους κανόνες. Πιστεύεις όμως ότι θα κάνουν το ίδιο και οι νέοι άνθρωποι; Η απάντηση είναι όχι. Γνωρίζουμε τους στόχους τους, έχουμε δει τις διακηρύξεις τους. Δεν έχουν σκοπό να ερμηνεύσουν τον κόσμο, αλλά να τον φυλακίσουν. Δεν θέλουν να «χωρέσουν» στην πραγματικότητα, ούτε καν να τη συνδιαμορφώσουν δεν θέλουν. Όχι δεν το θέλουν ούτε αυτό, γιατί εκείνο που τους ενδιαφέρει είναι να φτιάξουν καινούργιους κανόνες από την αρχή,  κι εκεί μέσα να στριμώξουν όπως όπως την πραγματικότητα, μέσα στους δικούς τους κανόνες που δεν θα απορρέουν από πουθενά, παρά μονάχα από τον κόσμο μιας καλπάζουσας, αρρωστημένης φαντασίας, της δικής τους φαντασίας. Αυτοί είναι οι νέοι άνθρωποι Δημήτρη. Αυτήν την επιστροφή ονειρεύονται, γι’ αυτήν αγωνίζονται. Αυτοί, οι εραστές του παραλόγου, που όταν πάρουν την εξουσία στα χέρια τους, το πρώτα πράγμα που θα κάνουν θα είναι να αποδεκατίσουν όποιον διαφωνεί μαζί τους, όποιον αρνείται να δει τον κόσμο μέσα από τα παραμορφωτικά τους γυαλιά. Και σε ρωτάω θες κάτι τέτοιο; Πιστεύω πως όχι. Είμαι απόλυτα σίγουρος δηλαδή. Γι’ αυτό θα έρθεις μαζί μας.  Θα έρθεις με τις δυνάμεις της λογικής και του μέτρου. Ξέρω πως δεν θα αφήσεις τα σαρκοβόρα προϊστορικά απολιθωμένα φυτά, τα κόκαλα των δεινοσαύρων που ψάχνουν να βρουν από τα βάθη της γης μια καινούργια σάρκα για να τα ντύσει, δεν θα τα αφήσεις όλα αυτά να αναστηθούν και να μας καταβροχθίσουν. Είμαι βέβαιος πως εσύ, ένας άνθρωπος που αναζητά την ισορροπία στη ζωή, θα επιλέξεις το σωστό. Ξέρω πως το έχεις κάνει κιόλας. Όμως δεν θέλω  να σε κουράσω άλλο. Έχεις ταλαιπωρηθεί πολύ σήμερα. Γ’ αυτό σε περιμένω αύριο το πρωί στο τρίτο επίπεδο του γραφειακού κέντρου, στο γραφείο XRP1001RTS, για να μιλήσουμε για την αποστολή σου. Βασίζομαι πολύ επάνω σου. Πιστεύω σε σένα. Είμαι βέβαιος πως θα τα καταφέρεις».
Ο Ιωάννου δεν είχε πέσει στην παγίδα που πήγε να του στήσει ο Δημήτρης. Ήταν ξεκάθαρο πως δεν έχει κανέναν σκοπό να προχωρήσει σε διάλογο μαζί του. Γι’ αυτό έβγαλε αυτόν τον μακροσκελή μονόλογο που ακούστηκε στον Δημήτρη σαν τις  διαλέξεις που γίνονταν σε εκείνα τα παλιά εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα πανεπιστήμια. Έκανε και έναν ωραίο επίλογο με τον οποίο ουσιαστικά φίμωνε τον Δημήτρη, του έδειχνε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι όντως δεν έχει καμία πρόθεση να τον αφήσει να μιλήσει κι αυτό ήταν, τέλος η συζήτηση.
Τώρα είχε σηκωθεί κι ετοιμαζόταν να φύγει. Είχε μάλιστα έτοιμη και την δικαιολογία. Είπε στον Δημήτρη κάτι για μια επείγουσα δουλειά στο γραφείο του υπουργού Εξεργασίας Δεδομένων, του έσφιξε και το χέρι λες και είχε μόλις κλείσει μαζί του κάποια συμφωνία ή είχε κάνει μια καλή πώληση και βγήκε από το σπίτι.
Καθώς ο Ιωάννου προχωρούσε προς το ασανσέρ, ο Δημήτρης καθόταν πίσω την μισάνοιχτη πόρτα του διαμερίσματός του και τον κοιτούσε. Αισθανόταν μια βαριά, ναρκωτική ηρεμία, όχι από εκείνες που τις φέρνουν τα φάρμακα, αλλά από τις άλλες που έρχονται από μόνες τους, που εμφανίζονται, σαν από μηχανής θεός, ύστερα από ένα μεγάλο άγχος ή πανικό, και σε ακινητοποιούν, σε ουδετεροποιούν, παρότι η αιτία, οι αιτίες που έχουν προκαλέσει το άγχος σου, είναι ακόμα εκεί μπροστά σου, σε βλέπουν και τις βλέπεις. Όχι, δεν είχε αδειάσει το μυαλό του.  Οι σκέψεις του ήταν όλες εκεί, απλά δεν ήταν όρθιες. Είχαν καθίσει, είχαν γίνει εικόνες, εικόνες στατικές, φωτογραφίες είχαν γίνει από τη σημερινή μέρα του με τον Παύλο που παραληρούσε από το φόβο του για όσα του αποκάλυψε για το καθεστώς και το σχέδιο επίθεσης, με τον Ιωάννου όταν του μιλούσε στον Speedrest, αλλά και με τον φίλο του τον Γιώργο όταν εκείνος τον τσάκωσε να μιλά στον εαυτό του.
Μέχρι να απομακρυνθεί ο Ιωάννου τόσο, ώστε να φαίνεται σαν ανάποδο θαυμαστικό με ρούχα, ο Δημήτρης είχε προλάβει να ξεφυλλίσει όλο το άλμπουμ της μέρας του. Ύστερα, όταν πια δεν φαινόταν καθόλου, μπήκε και πάλι στο διαμέρισμά του και πήγε στο μπάνιο όπου έκανε ένα κρύο ντους. Έχοντας κάπως ξεμουδιάσει, φόρεσε το μπουρνούζι του και πήγε και ξάπλωσε στο σαλόνι, αφού όμως πρώτα ήπιε όλο το κρασί που είχε περισσέψει στο ποτήρι που του είχε γεμίσει ο Ιωάννου. Εκεί στο σαλόνι έκατσε για πολλές ώρες, που ούτε κατάλαβε πως πέρασαν, χαζεύοντας στην τηλεόραση. Κατά της έντεκα το βράδυ πήγε στο δωμάτιό του και αφού πρώτα έριξε μια ματιά στον πίνακα με την Αθήνα της δεκαετίας του 1920’, έπεσε να κοιμηθεί.

Μια δεύτερη ημέρα μέσα στη νύχτα
«Ωραίο είναι το ανοιχτό θέατρο. Ένας ο ήλιος, είτε καυτός είτε όχι, δεν έχει σημασία. Ένας είναι πάντα και διάφορα μετρήματα με τη μεζούρα δεν ταιριάζουν παρά μονάχα σε ρηχούς ανθρώπους. Έτσι λένε, όμως, εγώ του αντιτάσσω κάτι άλλο. Τη νύχτα που έχει μόνο αστέρια, όταν έχει κρύο…Γι’ αυτό έβαλα να κλείσουν το ανοιχτό θέατρο. Να γεμίσει ο χώρος με σκοτάδι, ώστε εμείς με πολλά κεριά, με ένα κερί μόνο – ναι και ένα αρκεί κάποιες φορές – να δώσουμε σε αυτό το θέατρο το φως και τη θερμοκρασία που του πρέπει. Να είναι πάντα καλοκαίρι στο θέατρό μας, πάντα μέρα. Ας λένε ό,τι θέλουν οι άλλοι. Θα το χτίσουμε το θέατρο. Θα φτιάξουμε σκεπή και τοίχους. Θα το χτίσουμε. Εσείς εκεί τι γίνεται πότε τελειώνουν οι εργασίες»;
«Σε μερικές μέρες θα έχουν τελειώσει»;
«Η σκηνή είναι εντάξει, η ορχήστρα»;
«Ναι εκεί δεν έχουμε πρόβλημα, έχει τελειώσει»;
«Η δεύτερη σκηνή για το θέατρο σκιών είναι έτοιμη; Οι φιγούρες έχουν φτιαχτεί όλες»;
«Ναι δεν έχουμε πρόβλημα»;
«Δηλαδή μπορούμε να ξεκινήσουμε πρόβα»;
«Ναι, αμέσως αν το θέλετε».
«Θα ξεκινήσουμε από το χορικό. Εμπρός ηθοποιέ ετοιμάσου. Ο χρόνος όλος έχει σταματήσει στις πέντε το απόγευμα. Όλα τα λουλούδια στους κάμπους προσπαθούν να κοιμηθούν. Τα βλέφαρά τους κλείνουν, όμως ποτέ δεν καταφέρνουν να  τα πάρει ο ύπνος, καθώς ο ήλιος δε πέφτει. Η θερμοκρασία έχει κατέβει, όμως  ήλιος καίει τα μάτια. Καίει το βαθυκόκκινο χρώμα του δειλινού, που έχει πέσει πάνω απ’ όλα τα φυτά, πάνω απ’ όλα τα ζωντανά της οικουμένης και τα σκεπάζει, αυτό το βαθυκόκκινο χρώμα που μας κρατάει συντροφιά γεμίζοντας με τις ιστορίες του τον αιώνια ξύπνιο χρόνο μας. Να εκεί. Μια κοπέλα είναι. Είναι ξαπλωμένη πάνω σε μια τεράστια φλούδα από καρπούζι. Είναι και η άλλη που ξέμεινε από κάποια παρ’ ολίγον επανάσταση. Πιο νερωμένο το χρώμα, πιο άγουρο το βλέπω. Δεν πειράζει. Εικόνες όλες είναι που ήλιος του απογεύματος μάς έχει δανείσει απλόχερα. Εμπρός φέρτε τα κεριά, φέρτε τον ήλιο τον δικό μας. Το θέατρο σκιών είπες ότι είναι εντάξει»;
«Ναι ναι εντάξει».
«Φέρτε τις φιγούρες. Τις θέλω μαύρες τις φιγούρες και κόκκινο, κάποιο κόκκινο πάντα, το φως που θα πέφτει πάνω στο πανί. Να πως θα σβήσουμε τις κρύες νύχτες. Και μου λεν όλοι αυτοί οι γελοίοι πως δεν μπορούμε. Όμως τι είναι αυτοί εκεί που βλέπω να έρχονται»;
«Γρήγορα γρήγορα, ήρθαν να σας συλλάβουν για το θέατρο. Γιατί το κλείνετε χωρίς να τους έχετε ρωτήσει, γιατί απαγορεύονται τα κλειστά θέατρα».
«Να αυτός εκεί είναι».
«Τι θέλετε εσείς εδώ; Τι γυρεύετε; Δεν καταλαβαίνετε πως μάταια έχετε έλθει; Πως όλα πια έχουν τελειώσει για εσάς;  Ακόμα και αν γκρεμίσετε το θέατρο, δεν μπορείτε να σβήσετε το φως μας. Το είδαμε πια. Ξέρουμε ότι υπάρχει. Δεν μπορείτε να κλέψετε όλες τις μορφές που τώρα πέφτουν στον τοίχο, που σαν το νερό τρέχουν επάνω του και αλλάζουν σχήμα διαρκώς».
«Δεν θα χρειαστεί να γκρεμίσουμε τίποτα. Μόνο τη διαταγή θα κολλήσουμε επάνω στην πόρτα, κι έτσι δεν θα έρχεται κανένας. Μείνε αν θες. Έτσι κι αλλιώς μόνο σου θα είσαι. Μείνει όσο θέλεις. Κανείς δεν θα έλθει μόλις το φως τις καινούργιας μέρας, το αληθινός φως, πέσει πάνω σε τούτες τις γραμμές και τις δούνε. Εσύ ετοιμάσου για το αιώνιο σκοτάδι. Ετοιμάσου για τις κατακόμβες με τα κεριά και τα ψαλτήρια. Γιατί εκεί θα πας να ζήσεις, τις λίγες μέρες που θα σου απομείνουν, μόλις καταλάβεις ότι όλοι σε έχουν εγκαταλείψει. Εμπρός λοιπόν πήγαινε στο σκοτάδι σου. Γιατί μόνο γι’ αυτό είσαι φτιαγμένος. Όμως άλλον κανέναν στο λαιμό σου δεν θα πάρεις».
Βγάζοντας από την τσέπη του μια κοφτερή σα λεπίδι πέτρα και σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά για να τη βλέπουν καλά οι διώκτες του.
«Τα λόγια τούτης της πέτρας εδώ που το αίμα συνάντησε και πέτρα δεν θα είναι πια ποτέ είναι πιο δυνατά από τις φοβέρες σας. Εμπρός λοιπόν φως του ανθρώπου. Εσύ που δροσίζεις τα μάγουλα των κοριτσιών, εσύ που σίδερα λυγίζεις με τη φωτιά σου. Φως ανέγγιχτο, που από κανενός τρίφτη της λεπίδες μέσα δεν έχεις περάσει, παγίδα εσύ θανάτου που πίσω σου σέρνεις την αιωνιότητα, παιάνισε το τραγούδι σου, πες  τώρα τα λόγια τα φοβερά».
Με τις μπότες το στήθος πατώντας
Η φωνή του πνιγμένου μεριάζει
Νερό τώρα που κελάρυσε
Νέα φωνή νέα που πεθαίνει
Πάνω στη στροφή
Γρήγορα η αλλαγή φρουράς
Καπνός τώρα χωρίς το δάσος
Κανένα σημάδι τίποτα
Καμία προειδοποίηση
Μα κάτι καεί κοντά
Λάβα ρουθουνίζοντας
Που είναι το ηφαίστειο
Ηφαίστειο δεν υπάρχει
Από ψηλά φτύνοντας φωτιά
Ο δράκος των παιδιών
Παιδία και μανάδες λαμπαδιάζοντας
Αξίζει αξίζει
Λύπη καμία για τους νεκρούς
Αξίζει αξίζει
Ένας ένας που έρχονται για τη θυσία
Το γουργουρητό των δανδήδων που σβήνουν
Άρτεμις είναι αυτή
Ελεύθερη έξω από την κάμαρα
Με το τόξο τις σάρκες που κεντάει
Μουσική οι κραυγές και το αίμα που ακούγονται
Του ελαφιού το μάτι απέναντι κοιτάζει
Θάνατος μαρτυρικός χωρίς τύψεις
Εκτός Πολιτεία Πλάτωνος
Αξίζει αξίζει

Πρωί δεύτερης μέρας: κάποιες σκέψεις πριν τη δουλειά
Ο Δημήτρης έδινε μάχη με τα σεντόνια. Είχε τυλιχτεί γύρω από τα μουσκεμένα από τον ιδρώτα του σεντόνια και κουνούσε χέρια και πόδια. Οι κινήσεις του ήταν απότομες, σπασμωδικές, ασυντόνιστες, λες και είχε πέσει στη θάλασσα από κάποιο πλοίο που βούλιαζε. Στην τελευταία όμως απότομη κίνηση που έκανε, που ήταν τόσο έντονη, που ένιωσε το σώμα του να τραντάζεται ολόκληρο, ξύπνησε.
Το μάτι του καρφώθηκε πάνω σε ένα παλιό, στρογγυλό ρολόι που είχε πάνω στο κομοδίνο, που ήταν από αυτά που κουρδίζονταν και είχαν φωσφορούχους δείχτες και αληθινό μεταλλικό κουδούνι για ξυπνητήρι. Το ρολόι έδειχνε 6:38. Αμέσως σηκώθηκε από το κρεβάτι. Απενεργοποίησε και την εφαρμογή ξυπνητήρι RV 322 που είχε μέσα στο κεφάλι του, που του ήταν εντελώς άχρηστη μιας και είχε ξυπνήσει, κι αφού φόρεσε ό,τι του βρέθηκε πρόχειρο εκείνη τη στιγμή, πήγε μέχρι την κουζίνα όπου έφτιαξε καφέ.
Μετά από δύο τρεις γουλιές – τόσες μόνο χρειαζόταν ο Δημήτρης – είχε πλέον ξυπνήσει για τα καλά. Αισθάνθηκε το κεφάλι του ανασυγκροτημένο και τον εαυτό του ολόκληρο, κι έτσι παραδόθηκε αμαχητί σε σκέψεις και σε συνειρμούς που είχαν να κάνουν με όλα όσα του είχαν συμβεί εχθές. 
Στην αρχή προσπάθησε να φέρει στη μνήμη του το όνειρο που είχε δει, όμως δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα. Μετά το μυαλό του ταξίδεψε σε πραγματικά γεγονότα και συγκεκριμένα στον Ιωάννου, σε όσα εκείνος του είχε πει για την μεγάλη επιστροφή που επιχειρούσε το καθεστώς, μια επιστροφή που υποτίθεται θα έφερνε στον κόσμο την αρμονία, που θα διέφερε από την καταστροφική επιστροφή που επιθυμούσαν οι νέοι άνθρωποι οι οποίοι, απελευθερώνοντας τις αέρινες κατασκευές της αρρωστημένης φαντασίας τους, σκόπευαν να σβήσουν μια για πάντα την λογική από τον κόσμο.
Όλα αυτά τα περί της επιστροφής δεν του φαίνονταν πρωτόγνωρα του Δημήτρη. Παρόμοιες πάνω κάτω σκέψεις είχε κάνει και ο ίδιος στο Speedrest, όταν τον έπιασε  κάποια στιγμή να αμφιβάλει για την αντίσταση. Κανονικά θα έπρεπε να αισθάνεται δικαιωμένος με όσα άκουσε από τον Ιωάννου. Δύο άνθρωποι που κάνουν την ίδια σκέψη, δύο όχι οποιοιδήποτε άνθρωποι, αλλά κάποιοι που έχουν διαβάσει ιστορία και έχουν υποτίθεται τις γνώσεις να αποκωδικοποιήσουν τη σκέψη του καθεστώτος, αυτοί οι άνθρωποι, που όμοιούς τους δύσκολα συναντά κανείς σήμερα, από τη στιγμή που οι απόψεις του ταυτίζονται, δεν είναι πολύ πιθανόν να έχουν βγάλει το σωστό συμπέρασμα για τον ρόλο που το καθεστώς ετοιμαζόταν να παίξει στην μεταπολεμική εποχή;
Από την άλλη όμως, πώς μπορούσε να είναι σίγουρος; Ενδείξεις είχε, οι οποίες πόρρω απείχαν από τις αποδείξεις που χρειαζόταν. Επίσης, είχε μπροστά του ορισμένα αντικειμενικά δεδομένα που δεν μπορούσε να αγνοήσει. Είχε ένα καθεστώς που επιβίωνε βασιζόμενο στην καταπίεση και στις δεκάδες απαγορεύσεις που επέβαλε στους ανθρώπους. Και ένα τέτοιο απολυταρχικό καθεστώς, σκεφτόταν, πως γίνεται να περάσει τόσο εύκολα από την απόλυτη καταπίεση στην ελευθερία; Πως μπορεί δηλαδή από κλειστό που είναι να ανοίξει έτσι ξαφνικά;
Σύμφωνα με όσα είχε σκεφτεί στο εστιατόριο, το καθεστώς θα άλλαζε προς το δημοκρατικότερο σε βάθος χρόνου, καθώς ο σπόρος της ελευθερίας που είχε σπείρει η αντίσταση είχε ήδη πετάξει βλαστούς και δεν μπορούσε να ξεριζωθεί. Το σημερινό καθεστώς σκόπευε, όπως πιθανολογούσε ο Δημήτρης,  να κρατήσει τον έλεγχο της εξουσίας, για να εγγυηθεί την ήπια μετάβαση σε μια νέα, δημοκρατική εποχή, κάτι που η αντίσταση δεν μπορούσε να πετύχει μέσω της επανάστασης. Αντιθέτως μάλιστα, η επανάσταση ίσως γινόταν φορέας για καινούργιες συμφορές. Αυτά πάνω κάτω είχε σκεφτεί. Τώρα όμως που αναψηλαφούσε εκείνες τις σκέψεις, τις αισθανόταν, ένιωθε πως δεν ήταν τίποτα παραπάνω από απλές υποθέσεις, λογικοφανείς μεν, αλλά υποθέσεις. Κι αυτό γιατί πραγματικά δεν μπορούσε κανένας να του εγγυηθεί ότι αν το καθεστώς διατηρούσε την εξουσία, δεν θα συνέχιζε να συμπεριφέρεται το ίδιο απολυταρχικά όπως και σήμερα. Ακόμα και στην περίπτωση που οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές, οι λόγοι για να αμφιβάλει ήταν πολλοί.
Να αν, ας πούμε, η σημερινή κυβέρνηση νικούσε την αντίσταση, ακόμη και αν υποτεθεί ότι στο μεταπολεμικό πολιτικό τοπίο που θα προέκυπτε θα υπήρχαν μέσα στο κυβερνητικό στρατόπεδο φωνές που θα ζητούσαν την δημοκρατικοποίηση του καθεστώτος, αν όντως υπήρχε ένα τέτοιο αίτημα, αυτό δεν σήμαινε απαραίτητα πως θα τύγχανε  καθολικής αποδοχής. Μπορεί αυτοί που επιθυμούσαν τη δημοκρατικοποίηση να ήταν λίγοι. Σε αυτήν την περίπτωση το πιθανότερο ήταν να μην λαμβανόταν καθόλου υπόψη η άποψή τους. Βέβαια μπορεί να συνέβαινε και το αντίθετο. Μπορεί  να ήταν οι περισσότεροι. Θα ήταν όμως οι καλύτερα οργανωμένοι, αυτοί δηλαδή με την καλύτερη πολιτική δικτύωση; Αν όχι τότε και πάλι η φωνή τους θα χανόταν μέσα στο θόρυβο και το ποδοβολητό των αντιπάλων τους. 
Κανένα ερώτημα δεν μπορούσε να απαντήσει, καμιά υπόθεση δεν μπορούσε να επαληθεύσει ο Δημήτρης εκείνη τη στιγμή. Η μόνη αλήθεια που είχε μπροστά του ήταν η γνωστή σε όλους σκληρότητα τους καθεστώτος: οι απαγορεύσεις, οι διωγμοί, οι χιλιάδες νέοι άνθρωποι που στοιβάζονταν στις φυλακές. Αν τώρα το καθεστώς είχε τη δυναμική να μετατραπεί σε κάτι άλλο, αυτό θα έπρεπε να το ερευνήσει, θα έπρεπε να το εξετάσει διεξοδικά. Μόνο έτσι θα κατάφερνε να μάθει κάτι.
Βέβαια το ότι το καθεστώς ήταν απολυταρχικό, αυτό δεν έκανε τον Δημήτρη να αισθάνεται τυφλή εμπιστοσύνη για τους νέους ανθρώπους. Αντιθέτως, είχε και γι’ αυτούς τις αμφιβολίες του, αμφιβολίες που είχαν δυναμώσει ύστερα από την συνάντησή του με τον Ιωάννου σπίτι του. Είχε όμως και την ιστορία με το πλευρό του, η οποία του είχε διδάξει πως όταν υπάρχει ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, ο αντίπαλός του είναι πολύ πιθανόν να είναι κάποιο εξίσου ολοκληρωτικό σύστημα ιδεών, που θα θέλει με τη σειρά του να γίνει καθεστώς. Σκεφτόταν λοιπόν πως έπρεπε να τους ψάξει κι αυτούς. Έπρεπε να δει κατά πόσο οι νέοι άνθρωποι είναι όντως θιασώτες τους παραλόγου, αν έχουν όντως, όπως έλεγε ο Ιωάννου, απόλυτες θέσεις που σημαίνει ότι αν έπαιρναν την εξουσία, θα έκαναν μια από τα ίδια με το σημερινό καθεστώς ή αν τελικά είναι οι γνήσιοι επαναστάτες που διατείνονται πως είναι, κάποιοι δηλαδή που έχουν ως μόνη τους έγνοια  να επιστρέψουν στην ανθρωπότητα το παρελθόν και το μέλλον της, τα όνειρα και τις ελπίδες, την ελευθερία που της έχουν κλέψει.
Ο Δημήτρης είχε αποφασίσει να βρει τρόπο να μάθει την αλήθεια, τόσο για τον ρόλο και τις προθέσεις του καθεστώτος, όσο και για την αντίσταση. Όμως αυτή τη στιγμή υπήρχε κάτι άλλο που τον απασχολούσε περισσότερο: το τι θα κάνει με την υπόθεση της κατασκοπίας που του είχε φορτώσει ο Ιωάννου. Δεν είχε πια καμία αμφιβολία ότι ο Ιωάννου γνώριζε γι’ αυτόν. Οπότε το να πει, όχι δεν αναλαμβάνω την αποστολή, δεν θα μπορούσε να το κάνει, γιατί τότε θα έβαζε να τον συλλάβουν. Πως όμως θα μπορούσε τώρα να χειριστεί την κατάσταση;
Ο Ιωάννου τον εξωθούσε σε μια πράξη που δεν ήθελε να κάνει, που όμως δεν έχει άλλη επιλογή από το να την κάνει ή μάλλον να βρει έναν τρόπο να φαίνεται ότι την κάνει. Ο ίδιος ήταν μέλος της αντίστασης. Πως θα γινόταν να αποφύγει να καρφώσει τους συντρόφους του, χωρίς όμως να εκτεθεί, χωρίς να καταλάβουν από το καθεστώς ότι δεν έκανε την δουλειά που του είχαν αναθέσει; Η κατάσταση γινόταν ακόμα πιο δύσκολη, ύστερα από την απόφασή του να μην πει κάτι στην αντίσταση. Δεν ήθελε να ενημερώσει τους νέους ανθρώπους για την αποστολή του. Δεν γινόταν έτσι κι αλλιώς να το κάνει μιας και ήθελε χρόνο για να διαπιστώσει αν αυτοί ήταν όντως όπως έδειχναν, αν δηλαδή ήταν απελευθερωτές ή εκκολαπτόμενοι δεσμοφύλακες. Οπότε, χωρίς τη δική τους βοήθεια, θα ήταν μόνος του. Θα ήταν μόνος του, μετεωριζόμενος ανάμεσα σε δύο πολιτικά στρατόπεδα, σε δύο αντιμαχόμενες κοσμοθεωρίες, που τον διεκδικούσαν το ίδιο.
Όλο αυτό του φαινόταν πολύ δύσκολο του Δημήτρη, ο οποίος δεν έβλεπε κάποια διέξοδο, τουλάχιστον όχι αυτή τη στιγμή. Μην μπορώντας να αναλύσει άλλο την κατάσταση και βλέποντας πως είχε περάσει κάπως η ώρα, ντυμένος όπως ήταν με τα ρούχα που είχε στην τύχη αρπάξει από την ντουλάπα του δωματίου του, φόρεσε ένα ζευγάρι παπούτσια και βγήκε από το σπίτι. Δεν πρόλαβε όμως να κάνει ένα βήμα, και είδε να στέκει έξω από την πόρτα ο διαχειριστής της πτέρυγας 6R126, του τμήματος δηλαδή του ουρανοξύστη όπου βρισκόταν το διαμέρισμά του, ο οποίος ετοιμαζόταν να του χτυπήσει το κουδούνι. Ο Δημήτρης, που κατάλαβε αμέσως τι συμβαίνει, μίλησε πρώτος.
«Ξέρω ξέρω. Πρόκειται για το πτεροκίνητο που το παράτησα στο διάδρομο του γκαράζ. Είχα κάποιο ατύχημα χθες κάτω. Τέλος πάντων θα σας εξηγήσω άλλη φορά. Πάω τώρα αμέσως να το πάρω».
«Τι ατύχημα είχατε κύριε Φωτόπουλε κάτω; Οι κάμερες δεν κατέγραψαν τίποτε τέτοιο. Δεν προσπαθείτε ξανά»;
Γαμώτο, σκέφτηκε ο Δημήτρης, μην καταφέρνοντας να κρύψει τον εκνευρισμό του. Από τίποτα δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς σήμερα, κυριολεκτικά από τίποτα. Καμία ανάσα. Ούτε ένα μικρό ψεματάκι. Ούτε ένα τόσο δα ψέμα δεν μπορεί να πει κανείς.
«Τσαντίζεστε κιόλας βλέπω», πρόσθεσε ο διαχειριστής ενοχλημένος από τον αδικαιολόγητο, κατά το πώς πίστευε, εκνευρισμό του Δημήτρη. «Δεν φτάνει που έχετε προκαλέσει μποτιλιάρισμα κάτω. Ένα σωρός κόσμος σας περιμένει, ενοχλείστε και από πάνω»;
«Συγγνώμη. Κατεβαίνω αμέσως».
«Να δω τι μούτρα θα κάνετε όταν θα σας έλθει το πρόστιμο που θα σας βάλω».
«Τέλος πάντων, κατεβαίνω να το τακτοποιήσω το θέμα».
Ο Δημήτρης πήρε το ασανσέρ και κατέβηκε στο υπόγειο γκαράζ, όπου είδε ένα πλήθος άλλα πτεροκίνητα να στέκονται πίσω από το δικό του, με τους οδηγούς να έχουν βγει έξω και να συζητάνε μεταξύ τους. Καθώς η ώρα είχε περάσει και επειδή δεν είχε καθόλου όρεξη για καβγά, προσπέρασε όπως όπως όσους ήταν εκεί πετώντας τους ένα ξερό συγγνώμη και μπήκε στο πτεροκίνητό του. Δεν γινόταν όμως να το παρκάρει στη θέση του και μετά να πάρει το μετρό για να πάει στη δουλειά, όπως έκανε κάθε μέρα, καθώς οι άλλοι που ήταν πίσω του τού έκλειναν τον δρόμο. Έτσι χωρίς δεύτερη σκέψη, ξεχνώντας το μετρό, πάτησε το σύστημα ανύψωσης του πτεροκίνητου και ξεκίνησε να πάει με αυτό στη δουλειά.

Πρωί δεύτερης μέρας: συνάντηση με τον Ιωάννου στο γραφείου του
Στο τρίτο επίπεδο του γραφειακού κέντρου όπου βρισκόταν τώρα για να συναντήσει τον Ιωάννου, τα μέτρα ασφαλείας ήταν κυριολεκτικά δρακόντεια. Μπροστά από κάθε γραφείο υπήρχε κι ένα φρουρός, ενώ όσο πλησίαζες προς το γραφείο του υπουργού, οι φρουροί γίνονταν περισσότεροι, όπως επίσης και οι έλεγχοι που περνούσες. Τι από σκανάρισμα του εγκεφάλου του πέρασε ο Δημήτρης, για να δουν αν είχε εμφυτευμένη κάποια εκρηκτική μικροκάψουλα, τι από αντιικό έλεγχο των εφαρμογών του, για να αποφευχθεί το απίθανο ενδεχόμενο μετάδοσης κάποιου ηλεκτρονικού ιού στο τοπικό δίκτυο. Μέχρι που τον έψαξαν με τον παλιό τρόπο, του έκαναν δηλαδή σωματική έρευνα, μήπως και κουβαλούσε επάνω του κανένα όπλο που δεν το είχαν εντοπίσει στον έλεγχο που του είχαν κάνει με τις ακτίνες. Όλα αναγκάστηκε να τα υπομείνει, κι όταν πλέον τελείωσαν να τον ψάχνουν, με τη συνοδεία δύο φρουρών έφτασε έξω από την πόρτα του γραφείου του Ιωάννου, τον οποίο είδε να περπατάει πάνω κάτω κάπως ανήσυχα.
«Δημήτρη πέρασε μέσα», άκουσε τον Ιωάννου να του λέει, ο οποίος σταμάτησε για μια στιγμή να πηγαίνει πάνω κάτω, για να συνεχίσει όμως και πάλι, όταν ο Δημήτρης είχε πια καθίσει, όπως του είχε δείξει, στον μικρό καναπέ που βρισκόταν δίπλα από το γραφείου του. Οι πρώτες κουβέντες του Ιωάννου, που ακούστηκαν στον Δημήτρη σαν απολογία, ήταν για τα αυστηρά μέτρα ασφαλείας που υπήρχαν στο τρίτο επίπεδο του γραφειακού κέντρου, ενώ όση ώρα του μιλούσε, συνέχισε να βαδίζει από τοίχο σε τοίχο και δεν γύρισε να τον κοιτάξει ούτε μια φορά.
Ο Δημήτρης επικέντρωσε την προσοχή του στο συνεχόμενο, νευρικό πήγαινε – έλα του Ιωάννου που έβλεπε να μην έχει σταματημό. Διαισθανόταν –  πιθανολογούσε – ότι  αυτό οφειλόταν στην ντροπή που ένιωθε ο Ιωάννου για τη χθεσινή εισβολή στο σπίτι του. Παράλληλα όμως, σκεφτόταν ότι μπορεί να ήταν και κάτι πολύ πιο δυνατό, αυτό που προκαλούσε την νευρικότητά του. Σκεφτόταν μήπως ο Ιωάννου ετοιμαζόταν να τον μπλέξει σε καμιά επικίνδυνη ιστορία, οπότε το γεγονός ότι δεν τον κοιτούσε, οι κινήσεις πάνω κάτω που έκανε, μπορεί να ήταν απλά μια πρώτη δόση, μια προκαταβολή για τις ενοχές που θα ένιωθε αυτός αργότερα.
Παρά την ανασφάλεια του Δημήτρη, αφού δεν ήξερε τι τον περίμενε, ακούγοντας τον Ιωάννου να μιλά, ένιωσε μια παράξενη ηρεμία. Διέκρινε κάτι το ανθρώπινο στη συμπεριφορά του, κάτι που το έψαχνε εδώ και καιρό στους συναδέλφους του, στους φίλους του, αλλά δεν μπορούσε να το βρει πουθενά, εκφρασμένο έτσι απλά και ξεκάθαρα, όπως η ντροπή ή οι ενοχές που έβλεπε τώρα πάνω στο πρόσωπο αυτού του ανθρώπου. Ο Ιωάννου, ένας άνθρωπος που στην ουσία ήταν εχθρός του, που όμως τώρα που καθόταν απέναντί του ένιωθε γι’ αυτόν οικειότητα.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Ιωάννου όταν βρήκε το θάρρος να αντικρίσει τον Δημήτρη στα μάτια, ήταν να του ζητήσει συγγνώμη για την χθεσινή απρογραμμάτιστη επίσκεψη στο σπίτι του, για την εισβολή, όπως παραδέχτηκε, που είχε κάνει, που όμως του είπε, όπως του είχε πει και χθες, πως ήταν απαραίτητη, καθώς έπρεπε να συναντηθεί μαζί του άμεσα και με μυστικότητα. Η απολογία του Ιωάννου κράτησε για λίγα λεπτά. Μετά διεκόπη, και μάλιστα απότομα, για να μπει στο κυρίως θέμα. Παρά όμως το ότι είχε περάσει από μια απολογία σε κάτι πολύ πιο σοβαρό, ο τόνος της φωνής του Ιωάννου, οι εκφράσεις του προσώπου του, δεν άλλαξαν καθόλου. Το ίδιο απολογητικά και ήρεμα, όπως και πριν, με το βλέμμα του στραμμένο για άλλη μια φορά στον τοίχο, και χωρίς να δώσει έμφαση στη λέξη «πρέπει» με την οποία ξεκίνησε να λέει τι ήθελε, ανακοινώσε στον Δημήτρη την αποστολή του, μιαν αποστολή που μπόρεσε να χωρέσει μέσα σε μια μόνο φράση.
«Πρέπει να έλθεις σε επαφή με κάποιο μέλος της αντίστασης, ένα νέο άνθρωπο, που έχει το κωδικό όνομα XR000XRP και το ανθρώπινο όνομα, αν και αυτό είναι κωδικό, Παύλος».
Αυτό του είπε χωρίς να προσθέσει τίποτε άλλο. Χωρίς καν να του εξηγήσει γιατί θα έπρεπε να έλθει σε επαφή με τον συγκεκριμένο άνθρωπο, πως θα τον πλησίαζε, πόσο σημαντικός ήταν ο ρόλος του στην αντίσταση, τι ήθελε το καθεστώς απ’ αυτόν. Επεδίωκε, ας πούμε, να φτάσει μέσω αυτού στα υψηλότερα κλιμάκια της αντίστασης; Αυτό ήθελε; Ή μήπως το καθεστώς έβλεπε τον Παύλο, αυτόν τον Παύλο που ο Δημήτρης ήξερε πάρα πολύ καλά, αφού ήταν ο σύνδεσμός του με την αντίσταση, σαν κάποιον που θα το οδηγούσε σε παλιούς ανθρώπους που είναι συνεργάτες των αντιστασιακών, σαν κάποιον δηλαδή που θα αποκάλυπτε τους διπλοπρόσωπους προδότες, όπως ο Δημήτρης, αυτούς που υποτίθεται ότι δούλευαν για το καθεστώς, αλλά στην ουσία ήταν αντιστασιακοί και κοιτούσαν πως να βάλουν το δικό τους λιθαράκι στην ανατροπή του σημερινού cpued κόσμου; Μήπως τελικά ήταν ακριβώς αυτό, αναρωτιόταν ο Δημήτρης κάπως ρητορικά. Μήπως δηλαδή μέσω του Παύλου, που είχε μάθει για τη δράση του, ο Ιωάννου του ανακοίνωνε ότι ήξερε πως ήταν κι αυτός αντιστασιακός; Αν ναι ποιο ήταν το σχέδιο του; Προς τι όλο αυτό το μαρτύριο της σταγόνας, γιατί δεν του μιλούσε ευθέως, τι ήθελε; Να του δημιουργήσει πανικό, να τον δει να αποδιοργανώνεται, να χάνει τον έλεγχο του εαυτού του, ώστε να αυτοαποκαλυφθεί; 
Αφού ο Ιωάννου είπε αυτά που είχε να πει, μετά γύρισε προς το μέρος του Δημήτρη, και τον κοίταξε με ένα βλέμμα ουδέτερο, από αυτά που δεν φανέρωναν κανένα συναίσθημα. Ο Δημήτρης όμως δεν είχε καθόλου ανάγκη τα μάτια του Ιωάννου για να καταλάβει. Ήταν σχεδόν βέβαιος ότι ο Ιωάννου ήξερε γι’ αυτόν, όμως δεν έπεσε στην παγίδα του, δεν πανικοβλήθηκε. Αντιθέτως, τα κατάφερε και διατήρησε την ψυχραιμία του, ρίχνοντας μάλιστα στον Ιωάννου, όπως είχε κάνει κι εκείνος προηγουμένως, ματιές γεμάτες κενό.
Το σχέδιο όμως του Ιωάννου ήταν καλά οργανωμένο, είχε back up, ένιωθε ο Δημήτρης. Ο λάκκος που του είχε σκάψει ήταν πολύ βαθύς. Δύσκολα θα μπορούσε να τον αποφύγει. Κι αν δεν ήταν ο πανικός, που δεν ήταν, αυτός που θα του έριχνε την σπρωξιά για να πέσει μέσα στον λάκκο, θα ήταν τα μισόλογα που του είχε πει ο Ιωάννου για να του ανακοινώσει την αποστολή του.
 Ο Δημήτρης δεν είχε επιλογή. Ήταν τόσο λιτή εκείνη η ανακοίνωση, που τον ανάγκαζε, τον εξωθούσε, να ζητήσει αναλυτικές οδηγίες για το τι ακριβώς θα έκανε και πως. Κι αυτή ακριβώς ήταν η παγίδα και ο κίνδυνος: να πει κάτι, καθώς θα άνοιγε με τις ερωτήσεις του την υπόθεση της αποστολής του, που θα έκαναν τον Ιωάννου να τον τσιμπήσει. Το να σιωπήσει, δεν το σκεφτόταν καθόλου. Αυτό πίστευε μάλιστα πως ήταν χειρότερο, καθώς ο Ιωάννου, λογικά σκεπτόμενος, θα εκλάμβανε την σιωπή του ως ομολογία. Έτσι, καταλαβαίνοντας πως δεν μπορούσε να το αποφύγει, έβαλε μπροστά για την πρώτη του ερώτηση, προσπαθώντας να είναι όσο γίνεται πιο προσεκτικός.
«Πως θα έλθω σε επαφή με αυτόν τον άνθρωπο; Που θα τον βρω; Υπάρχουν κάποιοι δικοί μας που μπορούν να με βοηθήσουν να διεισδύσω…»;
Στην τρίτη ερώτηση που έκανε, ο Ιωάννου είχε ήδη σηκωθεί από το γραφείο του και στεκόταν μπροστά από την πόρτα, έτοιμος να φύγει. Για μια στιγμή έστρεψε το κεφάλι του πίσω και κοίταξε τον Δημήτρη. Χωρίς να υπάρχει κάποια πονηριά στο βλέμμα του, χωρίς  να φαίνεται αυτή η ικανοποίηση που διαγράφεται πάνω στο πρόσωπο κάποιου που την έχει, όπως λέμε,  «φέρει» στον άλλον, του είπε πολύ ήρεμα:
«Δεν έχουμε να πούμε κάτι άλλο. Είσαι πολύ έξυπνος και θα τα βρεις όλα μόνος σου, το πώς θα τον πλησιάσεις, όπως και όλα τα άλλα. Τώρα όμως πρέπει να φύγω γιατί έχω πάρα πολύ δουλειά. Ό,τι είχαμε να πούμε εμείς οι δύο σήμερα το είπαμε. Θα είμαστε σε επαφή για να δούμε πως τα έχεις πάει, αν και σου έχω απόλυτη εμπιστοσύνη. Λοιπόν, καλή συνέχεια ή μάλλον καλή αρχή στη νέα σου δουλειά».
Αυτή ήταν η τελευταία του φράση. Μετά έφυγε και άφησε τον Δημήτρη, που είχε πια σηκωθεί από τον καναπέ, μόνο του. Δεν πρόλαβε όμως να ξανακαθίσει για να μαζέψει λιγάκι τις σκέψεις του, να δει τέλος πάντων τι ήταν πάλι αυτό που έγινε με την απότομη αποχώρηση του Ιωάννου, και ξαφνικά όρμησαν μέσα στο γραφείο δύο φρουροί που του ζήτησαν πολύ απότομα να φύγει.
Ο Δημήτρης βγήκε από το γραφείο του Ιωάννου σχεδόν σπρωχτά, σαν να τον είχαν σκουπίσει, όμως πριν προλάβει να απομακρυνθεί, άκουσε τον έναν από του δύο φρουρούς να του λέει να περιμένει. Για μια στιγμή του ήρθε να ρωτήσει τον φρουρό, να περιμένει τι, όμως καθώς τον είδε να πληκτρολογεί στην οθόνη που υπήρχε στην εξωτερική πλευρά της πόρτας, τον κωδικό κλειδώματος του γραφείου, κατάλαβε πως θα τον συνόδευε, προφανώς για λόγους ασφαλείας, μέχρι να βγει τελείως από την υπουργική πτέρυγα, όπως και τελικά έγινε. Μετά ο Δημήτρης πήγε μέχρι το ασανσέρ, και αφού μπήκε μέσα σε λεωφορεία και πέρασε όλη αυτήν την μίνι ταλαιπωρία που περνούσε καθημερινά για να μετακινηθεί από χώρο σε χώρο μέσα σε αυτό το τεράστιο γραφειακό κέντρο, τελικά έφτασε στο γραφείο του.

Μεσημέρι δεύτερης μέρας: σε ένα κρησφύγετο της αντίστασης
Για τον Δημήτρη η σημερινή μέρα στο γραφείο ήταν κάτι σαν νεκρή. Δεν είχε να κάνει κάποια σοβαρή ανάλυση για την κυβέρνηση, από τη στιγμή που το σχέδιο του Ιωάννου με το profiling ήταν ένα τεράστιο ψέμα. Ούτε όμως και με την αντίσταση μπορούσε να ασχοληθεί, καθώς η ανάλυση των χαρτογραφικών απεικονίσεων του γραφειακού κέντρου ήταν κάτι το τελείως μάταιο. Ειδικά μετά τα όσα έχει συζητήσει με τον Ιωάννου, ήταν πια απόλυτα βέβαιος ότι το σχέδιο επίθεσης της κυβέρνησης κατά της αντίστασης, δεν ήταν κάτι που θα μπορούσε να βρει τεμαχίζοντας με το μυαλό του χώρους και  βάζοντας μπροστά τα μαθηματικά του κόλπα για να τους αναλύσει. Επίσης, η αποστολή που του είχε μόλις αναθέσει ο Ιωάννου απαιτούσε μεν πολύ δουλειά, αλλά δουλειά που έπρεπε να γίνει έξω από το γραφείο, δουλειά της πιάτσας που λένε, όπου ο Δημήτρης έπρεπε να πάει, για να ψαρέψει, υποτίθεται, πληροφορίες για τον Παύλο, ώστε να έλθει σε επαφή μαζί του.
Έκατσε για μια στιγμή στην καρέκλα του γραφείου του για να οργανώσει το μυαλό του. Εκεί πιάστηκε από την ουρά της τελευταίας του σκέψης, κι αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την ελευθερία, τη δυνατότητα που του είχε δώσει ο Ιωάννου, να δουλέψει μακριά από το γραφειακό κέντρο. Μόνο που θα το έκανε για τους δικούς του λόγους.
Το είχε πάρει κιόλας απόφαση. Θα έστελνε b-mail στον Παύλο και θα του ζητούσε να τον δει. Έτσι κι αλλιώς ύστερα από την τρομάρα που είχε πάρει ο Παύλος μετά τη χθεσινή τους συζήτηση, περίμενε πως θα είχε μέσα στη μέρα μήνυμα για να ξανασυναντηθούν. Ο Δημήτρης όμως ήθελε να δει τον Παύλο τώρα. Έπρεπε να τον δει, κι αυτόν και τους ανωτέρους του, όχι για να τους αποκαλύψει όλα όσα είχαν συμβεί με τον Ιωάννου – αυτό το είχε αποκλείσει – αλλά για να μάθει περισσότερα για τους νέους ανθρώπους, για να μάθει ποιοι είναι επιτέλους αυτοί οι άνθρωποι, πώς σκέφτονται. Είχε κιόλας έτοιμη την δικαιολογία. Δεν θα έμπαινε σε λεπτομέρειες. Δεν θα προειδοποιούσε καν τον Παύλο ότι η κυβέρνηση γνώριζε γι’ αυτόν, τουλάχιστον όχι ακόμα. Απλά θα του έγραφε πως είχε ανακαλύψει κάτι πολύ σημαντικό, τόσο σημαντικό που θα έπρεπε να τον συναντήσει κι αυτόν και τους άλλους άμεσα. Δεν άργησε μάλιστα να σκεφτεί και το ακριβές μήνυμα και έτσι χωρίς να χάσει χρόνο έστειλε στον Παύλο b-mail. Μετά από ένα περίπου λεπτό ήλθε και η απάντηση. Θα συναντιόταν μαζί του στο κρησφύγετο R20, στο δημοτικό διαμέρισμα 136, εκεί που παλιά ήταν η περιοχή που λεγόταν Περιστέρι.
Ο Δημήτρης, μόλις έλαβε και δεύτερο b-mail από τον Παύλο με τις ακριβείς συντεταγμένες, κλείδωσε το γραφείο του και κατέβηκε στο υπόγειο γκαράζ για να πάρει το πτεροκίνητό του.  Καθώς όμως ετοιμαζόταν να μπει μέσα, άλλαξε γνώμη. Σκέφτηκε την περιπέτεια που πέρασε χθες με την απόπειρα δολοφονίας του, αν και δεν ήταν  ο εαυτός του αυτό που τον προβλημάτιζε  τόσο – έτσι και αλλιώς είχε ήδη διακινδυνέψει σήμερα μια φορά πηγαίνοντας με το πτεροκίνητο στη δουλειά. Ο Δημήτρης σκέφτηκε πως θα πήγαινε σε έναν μυστικό χώρο, σε ένα κρησφύγετο της αντίστασης, οπότε θα ήταν καλό να φτάσει ως εκεί όσο γίνεται πιο αόρατος. Δεν ήθελε να διακινδυνεύσει μετά τα χθεσινά μια πιθανή παρακολούθησή του από αέρος που μπορεί και να μην την καταλάβαινε, κι έτσι να γίνει η αιτία να πέσουν στα χέρια του καθεστώτος οι άνθρωποι από την αντίσταση που θα συναντούσε. Όπως λοιπόν με φόρα άνοιξε την πόρτα του πτεροκίνητού του, έτσι με μιας την ξανάκλεισε και πήγε ως το σταθμό του μετρό. Από κει πήρε την πορτοκαλί γραμμή που τερμάτιζε στην περιοχή του Αγίου Βασιλείου και κατέβηκε, όπως του είχε υποδείξει ο Παύλος στο δεύτερο b-mail που τους είχε στείλει, στην δέκατη στάση που ήταν επί της ομώνυμης οδού. 
Ήταν πολύ παρατηρητικός ο Δημήτρης, καμιά εικόνα ανθρώπου, τίποτε που του φάνηκε παράξενο δεν άφησε να πέσει κάτω, κατά τη διάρκεια της διαδρομής. Ήταν μάλιστα σίγουρος ότι κανείς δεν τον είχε παρακολουθήσει, μια σκέψη εντελώς ανορθολογική, καθώς το βλέμμα, τα ρούχα, η μορφή κάποιου που τον βάζουν να σου γίνει τσιμπούρι, είναι πολύ εύκολο να κρυφτούν μέσα στους χιλιάδες ανθρώπους που πηγαινοέρχονται καθημερινά στο μετρό, πολύ πιο εύκολο από το αν αυτός ο κάποιος είναι μέσα σε ένα πτεροκίνητο και σε παρακολουθεί  από αέρος. Όμως του Δημήτρη τα μαθηματικά, παραδόξως πως, είχαν άλλη άποψη. Πάντως το γεγονός πως πίστευε ότι την έχει «φέρει» στους ανιχνευτές του καθεστώτος, ήταν κάτι κάλο. Ήταν πρόοδος, όμως μόνο για τον Δημήτρη τον άνθρωπο, όχι για τον Δημήτρη τον αντιστασιακό. 
Προς μεγάλη έκπληξη του Δημήτρη, ο Παύλος τον περίμενε στα αυτόματα εκδοτήρια του σταθμού του μετρό, κάτι που τον φόβισε πάρα πολύ, αφού μόλις τον είδε αμέσως ο νους του πήγε στο κακό. Καθώς όμως τον πλησίαζε και αφού διέκρινε στο πρόσωπό του μια αδημονία, όχι όμως από εκείνες που είναι προάγγελοι κακών ειδήσεων, αλλά από τις άλλες, από αυτές που βλέπει κανείς μεταξύ φίλων ή συγγενών που συναντιούνται μετά από πολύ καιρό, αφού λοιπόν διαπίστωσε ότι η αδημονία του Παύλου ήταν αυτής της φύσης, ηρέμησε. Βέβαια κανονικά θα έπρεπε να επιπλήξει τον Παύλο για την απροσεξία του να συναντηθεί μαζί του έτσι φανερά, όμως δεν το έκανε, καθώς κατάλαβε πως δεν ήταν άμοιρος ευθυνών γι’ αυτό που είχε συμβεί, αφού δεν είχε μιλήσει στον Παύλο για την απόπειρα δολοφονίας που του είχε γίνει χθες, ώστε να είναι πιο προσεκτικός. Έτσι δεν είπε κάτι, δεν έκανε κάποιο σχόλιο, απλά χαιρέτησε τον Παύλο, που του έδειξε μεγάλη εγκαρδιότητα, λες και δεν τον είχε συναντήσει μόλις χθες, αλλά τον ήξερε από χρόνια, και βγήκαν μαζί έξω από το σταθμό. Δεν πήγαν όμως και πολύ παρακάτω. Μετά από περίπου ένα λεπτό που περπάτησαν, στον πρώτο ουρανοξύστη που συνάντησαν μπροστά τους, σταμάτησαν. Ο Δημήτρης που δεν κατάλαβε τι είχε συμβεί, ρώτησε απορημένος τον Παύλο γιατί σταμάτησαν, για να πάρει ως απάντηση, ότι απλά είχαν φτάσει. 
«Με συγχωρείς», τον ρώτησε ο Δημήτρης, αφού πρώτα έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό του για να τσεκάρει αν υπάρχει κανένας κοντά τους που τους ακούει, «έχετε το κρησφύγετο τόσο κοντά στο σταθμό του μετρό»;
«Ναι εδώ είναι», απάντησε ο Παύλος, «στον πρώτο όροφο».
«Α και στον πρώτο όροφο κιόλας», είπε ο Δημήτρης, ο οποίος μόλις άκουσε για το ύψος όπου βρισκόταν το κρησφύγετο, αμέσως το συνδύασε με το διαμέρισμα στη Στέβη όπου είχε συναντήσει τον Παύλο, το οποίο ήταν και αυτό στον πρώτο όροφο, λες και στην αντίσταση είχαν υψοφοβία ή ήθελαν να είναι όσο γίνεται πιο κοντά στη γη, ποιος ξέρει γιατί. Μήπως για να έχουν ευελιξία κίνησης, ώστε να προλάβουν να διασκορπιστούν, αν τυχόν γινόταν έφοδος από την αστυνομία; Ίσως πάλι για κάποιον άλλον λόγο, για κάποιον λόγο όχι πραγματικό, αλλά συμβολικό. Γιατί ήταν νέοι άνθρωποι και σαν τέτοιοι ήταν στην αρχή τους, είχαν δηλαδή μεγάλη ακόμα πορεία μπροστά τους να διανύσουν, μια πορεία που δεν τους κούραζε, αλλά τους θύμιζε ακριβώς το πόσο νέοι είναι, το πόσο πολλά έχουν να κάνουν, το πόσες ανεκμετάλλευτες ευκαιρίες υπάρχουν για να αρπαχτούν από πάνω τους, ώστε να κάνουν τη ζωή τους καλύτερη.
Μέχρι να ολοκληρώσει αυτές του τις κλισαρισμένες σκέψεις, είχαν ήδη φτάσει με τον Παύλο έξω από το διαμέρισμα όπου θα γινόταν η συνάντηση. Ο Παύλος χτύπησε το κουδούνι τρεις φορές, κάτι που προφανώς ήταν συνθηματικό, που ποιος ξέρει από πια παλιά ταινία ή αστυνομικό μυθιστόρημα το είχε ξεσηκώσει. Την πόρτα την άνοιξε ένας νέος άντρας, κοντά στα τριανταπέντε, ο οποίος οδήγησε τον Δημήτρη και τον Παύλο που αλλού, στην κουζίνα, ούτε στο σαλόνι, ούτε στην αίθουσα συνεδριάσεως που φυσικά και δεν υπήρχε, αλλά στην κουζίνα όπου τους περίμεναν τα υπόλοιπα μέλη της αντίστασης καθισμένοι γύρω από το τραπέζι.
Ο Παύλος έκανε αμέσως τις συστάσεις, εννοείται στα ελληνικά. Στην αρχή με τον Αντώνη, τον αρχηγό, όπως τον αποκάλεσε, προφέροντας όμως αυτό το «αρχηγός» έτσι που ακούστηκε, όχι σαν διακριτικός τίτλος, αλλά σαν παρατσούκλι. Μετά με τον Γιώργο, τον Αργύρη και τον Ίωνα που ήταν χαμηλότερα στην ιεραρχία και στους οποίους ο Δημήτρης δεν έδωσε ιδιαίτερη προσοχή. Απλά τους ξεπέταξε με ένα ευγενικό, αλλά κάπως ξερό, χαίρω πολύ, καθώς την προσοχή του την είχε κερδίσει ο Αντώνης, ο αρχηγός. Αυτόν κυριολεκτικά τον σκανάριζε από πάνω ως κάτω, ελπίζοντας ότι από ένα του βλέμμα, από μια σύσπαση του προσώπου του ή μια κίνηση του χεριού του, θα μάθαινε κάτι παραπάνω για τους νέους ανθρώπους. Τα πρώτα όμως αποτελέσματα από αυτό το σκανάρισμα ήταν απογοητευτικά, καθώς δεν μπόρεσε να βρει κάτι να πιαστεί για να ξεκινήσει να χτίζει κάποια υπόθεση. Τότε, τελείως ασυναίσθητα, με όλο το βάρος της απογοήτευσης που ένιωθε από το γεγονός ότι το θαύμα δεν έγινε, οπότε θα έπρεπε τώρα να εργαστεί ποιος ξέρει πόσο μέχρι να βγάλει κάποια ασφαλή συμπεράσματα για τον χαρακτήρα των νέων ανθρώπων, νιώθοντας προκαταβολικά κουρασμένος αυτήν την προοπτική, έριξε το  βλέμμα του πάνω σε ένα πίνακα που βρισκόταν δίπλα από το τραπέζι όπου είχαν καθίσει.
Ο πίνακας έδειχνε μια μαύρη σφαίρα, με πολλά όμως στίγματα μέσα της, η οποία περιβαλλόταν από ένα πολύ λεπτό ασημί περίγραμμα. Στην πάνω άκρη της σφαίρας υπήρχε ένα φυτίλι στη βάση του οποίου τρεμοέσβηνε μια φλόγα.
«Τι σημαίνει αυτό» ρώτησε ο Δημήτρης χωρίς όμως να έχει απευθύνει την ερώτησή του σε κάποιον συγκεκριμένα από την παρέα.
Την απόκριση ανέλαβε να του δώσει ο Αντώνης, ο αρχηγός, ο οποίος όμως του απάντησε με ερώτηση.
«Εσύ τι βλέπεις»;
«Εγώ βλέπω αυτό που δείχνει. Μια βόμβα ίσως; Αλήθεια αυτό δεν είναι μια βόμβα»;
«Είναι η απεραντοσύνη όλη» του είπε ο Αντώνης. «Ναι όλη η απεραντοσύνη. Το σύμπαν. Πρόσεξε το καλύτερα. Δες αυτό το μεγάλο πορτοκαλί σημάδι και τα λίγο μικρότερα από αυτό στίγματα που είναι γύρω του. Είναι ο δικός μας ήλιος και οι πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος. Και τα άσπρα αχνά σημάδια που είναι διάσπαρτα μέσα στη μαύρη σφαίρα, οι άλλοι ήλιοι, τα αστέρια, το καθένα με τον δικό του κόσμο να γυρνά γύρω του, τους δικούς του πλανήτες που τρέφονται και μεγαλώνουν από το φως του. Είναι όλη η απεραντοσύνη, όλες οι ευκαιρίες και τα χαμένα μας όνειρα, αυτά που είδαμε την λάμψη τους για μια στιγμή μόνο και μετά  έσβησαν, αλλά και τα άλλα που ακόμα δεν έχουμε δει. Κλείσε τα μάτια σου κι άνοιξέ τα πάλι και θα δεις όλα αυτά τα αστέρια να ενώνονται και να φτιάχνουν ένα μεγάλο ηλεκτρικό σύννεφο. Είναι η καινούργια πατρίδα που χτίστηκε πέτρα πέτρα από το αίμα των ανθρώπων, από το αίμα εκείνων που πάλεψαν με τα κύματα μιας απέραντης άγριας θάλασσας, όμως όχι δεν χάθηκαν μέσα στη  βαθιά της τάφρο, αλλά κατάφεραν με πολλές θυσίες και γεμάτοι πληγές, χάνοντας πολλούς συντρόφους στην πορεία, να την καβαλικέψουν αυτή τη θάλασσα, να την ημερέψουν. Είναι όμως και η άλλη πατρίδα, η πατρίδα που έχασες αυτό το ηλεκτρικό σύννεφο. Το σύννεφο αυτό που δεν λέει να βρέξει για να σε δροσίσει, όχι δεν βρέχει, αλλά στέκει εκεί πάνω με την υπόσχεση της βροχής, στέκει εκεί πάνω και περιμένει να πας εσύ σε αυτό, να χωθείς μέσα στα βαμβάκια του, εσύ να του θυμίσεις τη πατρίδα που ήταν κάποτε.
Είναι ο ξένος τόπος, ο γεμάτος ενέργεια και υγεία, που έχει πολλά χρόνια μπροστά του ακόμα για να πεθάνει. Εκεί όπου εσύ τώρα θες να πας για να γλιτώσεις από την αρρώστια που μαστίζει τον δικό σου τόπο, όμως πάνω που το παίρνεις απόφαση ανακαλύπτεις πως είναι ήδη πολύ αργά, γιατί έχεις και εσύ αρρωστήσει. Είναι το μέρος όπου γεννιέσαι και πεθαίνεις. Είναι η μαύρη άβυσσος, το μαύρο το άψυχο, το σκληρό, το χωρίς αιθέρα, το μαύρο που κρύβει παγίδες, κάποιες μαύρες τρύπες, πιο μαύρες από αυτό, που αν σε καταπιούν, αν σε παρασύρουν μέσα στον κουρνιαχτό που σαν χωνί σέρνουν από πίσω τους, τότε θα σε στείλουν στην Κόλαση. Ναι και αυτή είναι εδώ, καθώς και ο Παράδεισος, αλλά και το κιβώτιο με τις ψυχές που περιπλανιέται γύρω από το Παράδεισο, αλλά ποτέ δεν τον φτάνει, το κιβώτιο με τις ψυχές που ποτέ δεν βλέπουμε, που περιμένουν, περιμένουν, περιμένουν χρόνια, αιώνες, εποχές ολόκληρες, μήπως και βρεθεί κάποιο κόκαλο να τις ντύσει. Η απεραντοσύνη, το σύμπαν, ο χρόνος που σκύβει, ο αγώνας για την δικαιοσύνη, το οδοιπορικό προς το άγνωστο που κάνουμε σε μια γωνία αυτού του σύμπαντος, πάνω σε ένα κομμάτι χώμα αυτού εδώ του πλανήτη. Όλα είναι εδώ. Όλη η λύπη και οι χαρές που χρειαζόμαστε για να έχουμε μια ολοκληρωμένη ζωή, με τις εμπειρίες που ο καθένας μας έχει μαζέψει και σέρνει πίσω του. Να όμως που αυτός ο κόσμος ο μοναδικός, ο τέλειος, έχει κάποιο ελάττωμα που δεν είχαμε πάρει χαμπάρι. Αυτός ο κόσμος ο απέραντος, αυτό το σύμπαν το άφθαρτο, που συνεχώς μεγαλώνει και μεγαλώνει, έχει τέλος. Ναι έχει τέλος ο κόσμος αυτός, έχει σύνορα και δεν το ξέραμε. Όχι λοιπόν δεν μας κάνει. Θα τον ανατινάξουμε, και αυτόν και το φώς του, και τα αστέρια του και τα ηλεκτρικά του σύννεφα. Θα το γκρεμίσουμε χωρίς τύψεις. Χωρίς τύψεις ναι, γιατί δεν είναι αληθινός, δεν μπορεί να είναι. Θα το γκρεμίσουμε λοιπόν και στη θέση του θα φέρουμε τον πραγματικό κόσμο, αυτόν που μάθαιναν παλιά τα παιδιά στο σχολείο. Έναν κόσμο χωρίς κανένα σύνορο, πραγματικά απέραντο. Ένα σύμπαν που θα απλώνεται πέρα από τα χέρια του Θεού, που θα χάνεται από τα μάτια του Θεού. Αυτό, αυτό ακριβώς στέκεται τώρα απέναντι σου στον τοίχο. Αυτό συμβολίζει τούτος ο πίνακας: τη σκόνη που ετοιμάζεται να γίνει το λειψό, ψεύτικο σύμπαν». 
«Αξίζει αξίζει
Λύπη καμία για τους νεκρούς
Αξίζει αξίζει»
…έπιασε ο Δημήτρης τον εαυτό του να λέει από μέσα του, χωρίς όμως να μπορεί να καταλάβει από πού προέρχονται αυτά τα λόγια, πού τα είχε ξανακούσει ή τα είχε δει. Για το μόνο που ένιωθε σίγουρος ήταν ότι μπροστά του αυτή τη στιγμή στεκόταν ένας πραγματικά νέος άνθρωπος, ο οποίος μίλησε με το πάθος και τη δύναμη που πίστευε πως ταίριαζε από τη φύση τους να έχουν αυτοί οι άνθρωποι. Πίστευε πως αυτό που είχε ακούσει δεν ήταν απλά η ανάλυση ενός πίνακα, αλλά ένας Θούριος, ένα μανιφέστο, που μέσα στις λίγες λέξεις του είχε καταφέρει να μαγκώσει, να συμπυκνώσει όλη την κοσμοθεωρία των νέων ανθρώπων.
Όμως αισθανόταν πως τα λόγια από αυτό το μανιφέστο δεν σχημάτιζαν ρυάκια με καθαρά νερά. Τα λόγια του μανιφέστου αυτού έρχονταν από πολύ βαθιά, κουνούσαν τη γη συθέμελα και την έσχιζαν, έβγαζαν νύχια και χάραζαν πάνω στο σώμα της τεράστια ποτάμια, γεμάτα με ορμητικά νερά, που έσκαγαν πάνω σε τεράστιες πέτρες και φράγματα, νερά που μάτωναν, αλλά ποτέ δεν σταματούσαν, νερά απύθμενα, που δεν ήξερες από που αρχίζουν και που τελειώνουν. Μέσα σε αυτά τα πελώρια ποτάμια τον είχε παρασύρει ο Αντώνης με τα λόγια του. Μέσα εκεί ταξίδευε τώρα, με το σώμα του να χτυπά πάνω σε βράχους, με τα χέρια του να σηκώνονται ψηλά κάθε φορά που έβλεπε σύννεφο, ώστε να το αρπάξει και να το φορέσει σαν σωσίβιο, για να μην πνιγεί από το νερό, για να μην χτυπάει άλλο στα βράχια. Ακόμα όμως και όταν τα κατάφερνε, ποτέ το σύννεφο δεν άντεχε για πολύ. Πάντα διαλυόταν και τότε έντρομος έβλεπε το σώμα του να έχει γεμίσει πληγές και τρύπες, από όπου το αίμα του έβγαινε όλο και έμπαινε νερό, νερό που τον γύριζε ανάποδα και τον έπνιγε, που τον έκανε να φουσκώνει, και που στο τέλος τον πέταγε έξω από το ποτάμι, σε μια άκρη του ποταμού. Εκεί κείτονταν νεκρός, με το ταξίδι να έχει τελειώσει μια για πάντα γι’ αυτόν.
Μαγεμένος ναι. Αυτό ήταν. Έτσι ένιωθε, μαγεμένος από τον Αντώνη. Όμως κοιτώντας την κρυστάλλινη σφαίρα της λογικής του δεν μπόρεσε να βγάλει συμπέρασμα. Δεν μπόρεσε να δει αν είχε μόλις ακούσει την ψαλμωδία από ένα τελετουργικό μαύρης ή λευκής μαγείας. Και όσο περνούσε η ώρα, τόσο πιο πολύ ένιωθε έναν ανεξέλεγκτο φόβο να τον καταβάλει, έναν φόβο που  δυνάμωνε, δυνάμωνε πολύ και τον έκανε να τρέμει, τον έκανε να θέλει να σηκωθεί έτσι απότομα και να φύγει, να φύγει μακριά. Παραδομένος όπως ήταν σε αυτόν τον ανεξέλεγκτο φόβο δεν άκουσε τον Αντώνη που ζήτησε τη γνώμη του για όσα του είπε για τον πίνακα. Με τη δεύτερη φορά όμως που τον ρώτησε, όλες οι σκέψεις που τον βασάνιζαν, σκόρπισαν με μιας. Ανακουφισμένος πια που είχε επιστρέψει σε μια πραγματικότητα που ένιωθε τώρα πως το είχε γλιτώσει από τα χειρότερα, απάντησε στον Αντώνη: 
«Ναι νομίζω πως θα συμφωνήσω μαζί σου. Μια θύελλα είναι όλο αυτό εδώ που υπάρχει επάνω στον πίνακα. Μια γεμάτη, παραφουσκωμένη θύελλα, που ετοιμαζόμαστε να την ανατινάξουμε με το φυτίλι, ώστε σκύβοντας έπειτα, να μαζέψουμε τα υλικά της για να φτιάξουμε από την αρχή μια καινούργια…θύελλα;» είπε ο Δημήτρης μετά από μερικά δευτερόλεπτα παύσης, στολίζοντας την τελευταία λέξη με ένα ερωτηματικό που δήλωνε έκπληξη.
«Μια θύελλα», πρόσθεσε ο Αντώνης, «όμως όχι, δεν θα την ανατινάξουμε για να μαζέψουμε τον χρυσό της. Δεν τον χρειαζόμαστε. Η καινούργια θύελλα –  σε αυτό εδώ το σημείο η έκπληξη που είχε μείνει πάνω στο πρόσωπο του Δημήτρη από εκείνο το ερωτηματικό έσβησε – θα φτιαχτεί από καινούργια υλικά, από ένα άλλο μέταλλο καινούργιο, αχρησιμοποίητο, άφθαρτο».
Ύστερα και από τα τελευταία λόγια του Αντώνη,  ο Δημήτρης αισθάνθηκε σαν κάτι να είδε μέσα στην κρυστάλλινη σφαίρα της λογικής του, κάτι ακόμα θολό που όμως μπορούσε από το περίγραμμά του να πει πως είχε φοβερή όψη, μια όψη που μάντευε πως δεν θα του άρεσε καθόλου. Αν και αισθανόταν πιο κοντά στο να βρει την αλήθεια για το ποιοι είναι τελικά οι νέοι άνθρωποι, δεν ένιωθε ακόμη έτοιμος να την αντιμετωπίσει. Γι’ αυτό δεν άφησε τον εαυτό του να παρασυρθεί σε άλλες σκέψεις. Μπήκε και πάλι στη συζήτηση που είχε με τον Αντώνη, όμως αυτή τη φορά προσπάθησε να πάρει αυτός τον έλεγχο στα χέρια του, ώστε να οδηγήσει την κουβέντα μακριά από την υπόθεση του πίνακα, που τον είχε κουράσει αρκετά.
«Έχεις δίκιο. Έτσι είναι τα πράγματα. Με αυτά που είπες για την καινούργια θύελλα, συμπλήρωσες το πάζλ που προφανώς εγώ άφησα μισό. Για πες μου όμως …» ξεκίνησε να λέει ο Δημήτρης, που σκόπευε να ρωτήσει τον Αντώνη τι πίστευε ότι πρέπει να γίνει τώρα με το σχέδιο επίθεσης ύστερα από όσα είχε ανακαλύψει.
«Κρασί; Θα πιεις λίγο κρασί»; τον διέκοψε ο Αντώνης.
Είναι και το κρασί βλέπεις, είπε ο Δημήτρης από μέσα του, ο οποίος έβλεπε να επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό, σαν αυτό που  είχε δει στη συνάντηση που είχε χθες με τον Παύλο.
«Ναι θα το πιω ένα ποτηράκι για να βρέξω λίγο τις σκέψεις μου, να τις γυαλίσω για να ακουστεί πιο καθαρός ο ήχος τους, πιο βαθύς» είπε ο Δημήτρης ο οποίος παραξενεύτηκε με αυτά του τα λόγια που ταίριαζαν, όπως πίστευε, περισσότερο στους νέους ανθρώπους σαν τον Παύλο, παρά σε αυτόν. Δεν πρόλαβε όμως να συμπληρώσει την κουβέντα του για το σχέδιο επίθεσης, που είχε από πριν σκαλώσει στην άκρη της γλώσσας του, κι εκείνη τη στιγμή μπήκε στην κουζίνα μια γυναίκα, η Μαριάννα, όπως έμαθε πως είναι το όνομά της μόλις έγιναν οι συστάσεις.
Η Μαριάννα είχε προφανώς μπει στο διαμέρισμα με δικό της κλειδί, διαφορετικά θα είχε χτυπήσει κουδούνι. Πάντως με το που εμφανίστηκε και κυρίως αφού άκουσε το όνομά της, ο Δημήτρης δεν μπόρεσε να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω της.
Μια απόκοσμη, μακρινή εικόνα που έσερνε πίσω της ένα τεράστιο άσπρο σύννεφο σχηματίστηκε μέσα στο κεφάλι του με το που άκουσε το όνομά της. Μια εικόνα που ήταν ξεκάθαρο πως επρόκειτο για ανάμνηση, που όμως ανάμνηση δεν μπορούσες να την πεις, καθώς ο Δημήτρης ήταν βέβαιος πως δεν είχε ζήσει κάτι τέτοιο, γιατί αν το είχε ζήσει, δεν μπορεί, θα το θυμόταν, καθώς ήταν πολύ έντονη, ήταν πολύ non cpued αυτή η ανάμνηση για να την ξεχάσει, απ’ όσο παλιά κι αν ερχόταν. Και ερχόταν πράγματι από πολύ παλιά. Ερχόταν από τα παιδικά του χρόνια αυτή η ξένη ανάμνηση. Ήταν λέει γιορτές, Χριστούγεννα ήταν, και ο ίδιος καθόταν πάνω σε ένα έλκηθρο. Δίπλα του δεξιά καθόταν ένας Άγιος Βασίλης, ενώ στα αριστερά του ένα κορίτσι κάπως μικρότερό του, ένα κορίτσι με πράσινα μάτια και κόκκινα μαλλιά που το έλεγαν, ναι το έλεγαν Μαριάννα. Το τοπίο γύρο του ήταν χιονισμένο, όμως το χιόνι δεν ήταν αληθινό, αλλά ψεύτικο, όπως ψεύτικο ήταν το έλκηθρο και ο Άγιος Βασίλης, όπως ψεύτικο ήταν και το φως του ήλιου που έπεφτε πάνω στο χιόνι και δημιουργούσε ασημί αντανακλάσεις. Όμως εκείνον δεν τον πείραζαν καθόλου όλα αυτά. Για εκείνον όλα έμοιαζαν, όλα ήταν αληθινά. Το κορίτσι, ο αρκτικός κύκλος, το χωριό του Άγιου Βασίλη, το γράμμα που κρατούσε στο χέρι του για να του δώσει.
Μέσα σε ένα πολύ μεγάλο, γωνιακό κτήριο βρισκόταν αυτό το χωριό. Μαζί τους ήταν ένας κύριος που φορούσε τζιν παντελόνι και σακάκι, ένας κύριος ψηλός, με μαύρα μάτια και ξανθά μαλλιά. Αυτός τους είχε συνοδεύσει στο γωνιακό κτήριο, στο κτήριο όπου δεν βρισκόταν μόνο ο αρκτικός κύκλος, αλλά πολλές άλλες πόλεις και χωρία από όλον τον κόσμο, από την Ευρώπη, την Ασία, την Αμερική. Όλοι οι άνθρωποι υπήρχαν εκεί, όλες οι γεύσεις, όλες οι μυρωδιές, όλες οι εποχές. Όμως τώρα ήταν Χριστούγεννα, ήταν η στιγμή του αρκτικού κύκλου όπου και είχε βρεθεί με αυτό το κορίτσι, που δεν θυμόταν να το έχει δει ποτέ στην πραγματικότητα, που όσο το σκεφτόταν, όσο προσπαθούσε να βγάλει λογικό συμπέρασμα για το πώς βρέθηκε να έχει τρυπώσει μέσα στην φαντασία του, τόσο απομακρυνόταν από την αλήθεια. Μια αλήθεια που τελικά δεν είχε σημασία. Μόνο αυτό το κορίτσι είχε σημασία, που το έπαιρνε από το χέρι και έπαιζαν χιονοπόλεμο, βγάζοντας μαζί τη μία φωτογραφία μετά την άλλη. Ένα κορίτσι που στο τέλος το έχασε, που δεν ήταν γι’ αυτόν, που είχε έλθει στη ζωή του κάπως κλεφτά, για λίγο, που προερχόταν από μια μακρινή χώρα, χωρίς όμως να μπορούσε να θυμηθεί από πού. Είχαν μείνει όμως οι φωτογραφίες που είχαν βγάλει μαζί, που ο ίδιος φαίνεται πως είχε ξεχασμένες σε κάποιο συρτάρι. Όμως αυτές, αυτές όχι δεν τον ξέχασαν, παρότι δεν υπήρξαν ποτέ, καθώς τίποτα, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ήταν αλήθεια, τίποτα δεν είχε συμβεί. Ήταν όμως εκεί οι φωτογραφίες και αναβόσβηναν. Ήταν εκεί καθώς αυτός μεγάλωνε; Ναι καθώς μεγάλωνε. Δεν τις καταλάβαινε, μόνο που αισθανόταν τη λάμψη από κάποιο φλάς πότε πότε, όταν έβλεπε κάποιο κορίτσι που του άρεσε. Να το πάλι το φλας, τώρα που είχε μπροστά του αυτήν την άλλη Μαριάννα. Να το, άστραψε.  Όμως το ένιωθε, το ένιωθε βαθιά μέσα του πως αυτή τη φορά η Μαριάννα του δεν θα χανόταν, δεν θα γύριζε πίσω σε καμιά ξένη χώρα, αλλά θα έμενε μαζί του για το υπόλοιπο της ζωής του; Ίσως ναι, αλλά ακόμα και αν δεν γινόταν κάτι τέτοιο δεν είχε σημασία. Ήταν άλλωστε πολύ νωρίς για να ξέρει. Δεν είχε κάνει καν το πρώτο βήμα. Έστεκε απλά και κοιτούσε τη Μαριάννα, αυτή που πάντα περίμενε, που θα μπορούσε να του έχει αποκαλυφθεί νωρίτερα στη ζωή του με άλλο όνομα, όμως δεν το είχε κάνει, λες και το πρώτο του κορίτσι έπρεπε οπωσδήποτε να έχει αυτό το όνομα, ένα όνομα που ήταν κάτι σαν κλειδί, που θα τον βοηθούσε να συνταιριάξει, να ενώσει κάποιες σπασμένες εικόνες που τροφοδοτούσαν με όλα τους τα χρώματα, με όλη τους την υγρασία, τα συναισθήματά του, που ξυπνούσαν τα συναισθήματά του, ξυπνούσαν μια καλά κρυμμένη πλευρά του εαυτού του, που την χρειαζόταν για…
Αυτό το κορίτσι είχε τώρα μπροστά του. Ένα κορίτσι που εξωτερικά δεν έμοιαζε με το άλλο εκείνης της παλιάς, δανεικής ανάμνησης, ένα κορίτσι το ίδιο όμορφο με εκείνο, όμως όχι με κόκκινα, αλλά με ξανθά μαλλιά και με δύο μεγάλα, πράσινα μάτια. Ο Δημήτρης την κοιτούσε τόσο έντονα αυτήν την νέα Μαριάννα, τόσο ονειροπόλα, που δεν πέρασε απαρατήρητο από τον Παύλο, τον Αντώνη και τους υπόλοιπους, ούτε όμως και από την ίδια την Μαριάννα, που άρχισε να κουνά αμήχανα το κεφάλι της δεξιά και αριστερά, προσπαθώντας να γλιτώσει από το αγκίστρι των ματιών του. Τότε ο Παύλος, που έβλεπε πως ο Δημήτρης δεν είχε διάθεση να βγει από το όνειρο στο οποίο είχε βυθιστεί, είπε κάτι για να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα και για να βοηθήσει να σπάσει ο πάγος.
«Αυτή Δημήτρη, όπως σου είπα είναι η Μαριάννα. Παλιός άνθρωπος σαν και εσένα, και πολύτιμος συνεργάτης μας στην αντίσταση. Ίσως να συνεργαστείτε μαζί αργότερα. Δηλαδή τι ίσως, σίγουρα θα συνεργαστείτε, καθώς και οι δύο σας έχετε αναλάβει καθήκοντα που νομίζω πως έχει έλθει η ώρα να σμίξουν…». Ο Παύλος ξαφνικά σταμάτησε να μιλά, καθώς κατάλαβε πως του είχαν ξεφύγει λόγια που έμοιαζαν περισσότερο με προξενιό, παρά με κουβέντες που προανάγγελναν μια πιθανή συνεργασία του Δημήτρη και της Μαριάννας για τις ανάγκες της αντίστασης. Τότε ο Δημήτρης λες και δεν είχε ακούσει τίποτα από όσα του  είπε ο Παύλος ή μήπως επειδή είχε ακούσει;  Τέλος πάντων, ο Δημήτρης τράβηξε απότομα τα μάτια του από την Μαριάννα. Το πρόσωπό του ξαφνικά άλλαξε, πήρε μια έκφραση αυστηρή, σχεδόν θρησκευτική, σαν να ήθελε να ξορκίσει όλη αυτήν την παράξενη ατμόσφαιρα, που κάτι με το κρασί, κάτι με την εμφάνιση της Μαριάννας, είχε τυλιχτεί γύρω από την συνάντηση. Έτσι, ρίχνοντας στον Αντώνη, τον Παύλο και τους υπόλοιπους της παρέας, ένα βλέμμα γεμάτο βροχή, που τους προϊδέαζε, τους έδειχνε πως έπρεπε πια να φύγουν από την εξοχή, να σκορπιστούν, να γυρίσει ο καθένας τους σπίτι του, μπήκε επιτέλους στο θέμα για το οποίο, υποτίθεται, είχε ζητήσει να γίνει  η συγκεκριμένη συνάντηση, παρουσιάζοντας αναλυτικά τα στοιχεία που είχε συλλέξει και που στήριζαν την θεωρία του, αυτήν την θεωρία που ισχυριζόταν πως το καθεστώς είχε αλλάξει, πως κινούνταν πια εκτός πλάνου, οπότε κι οι νέοι άνθρωποι θα έπρεπε κι αυτοί να αλλάξουν την προσέγγισή τους για τον αγώνα που έδιναν, αυτήν την λάθος, όπως όλα έδειχναν τώρα, προσέγγιση που νόμιζαν ότι θα τους οδηγούσε, μεταξύ των άλλων, στο μέρος όπου ήταν κρυμμένο το σχέδιο επίθεσης του καθεστώτος.
Ο Δημήτρης, όση ώρα μιλούσε,  βρισκόταν σε μεγάλη ένταση, όχι όμως μόνο γιατί έλεγε κάτι σημαντικό. Η ένταση που όλοι όσοι ήταν στη συνάντηση έβλεπαν επάνω του, είχε να κάνει με τους λαβύρινθους στους οποίους είχε βυθιστεί, προκειμένου να αντλήσει επιχειρήματα που θα έπειθαν τους συνομιλητές του για την ορθότητα των λεγομένων του. Και ήταν όντως λαβύρινθοι και όχι κάποιοι ευθείς, φωτεινοί δρόμοι εκεί όπου βρίσκονταν τώρα η σκέψη του, γιατί πολύ απλά δεν μπορούσε να παρουσιάσει στον Παύλο και στον Αντώνη τις καθαρές, αδιάσειστες αποδείξεις που είχε στην κατοχή του, ύστερα από τη τελευταία συζήτηση που είχε με τον Ιωάννου στα γραφεία του υπουργού. Άλλωστε δεν είχε κανέναν σκοπό να μιλήσει για τον Ιωάννου, καθώς είχε έλθει σε αυτήν την συνάντηση, όχι ακριβώς σαν αντιστασιακός, αλλά σαν κάποιος κριτής, σαν κάποιος παρατηρητής, που ναι μεν έκαιγε ακόμα μέσα του η φλόγα της αντίστασης, όμως δεν ήταν πια βέβαιος για τους νέους ανθρώπους, για το αν τελικά αυτοί αποτελούσαν την σωτηρία του κόσμου ή σκόπευαν να τον ρίξουν σε μέσα σε μεγαλύτερο σκοτάδι από αυτό που τον είχε ρίξει το σημερινό καθεστώς. Όλη αυτή η προσπάθεια, τα σημάδια από την καταβύθιση και την αγωνία που ένιωθε καθώς περιπλανιόταν μέσα στους νοητικούς του λαβύρινθους, είχαν ψήσει τις σκέψεις του, το κεφάλι του ολόκληρο είχε γίνει φούρνος, αυτό το κεφάλι που το ένιωθε τώρα σαν στάμνα που έψαχνε απεγνωσμένα για νερό, αλλά νερό πουθενά. Όταν όμως ο Αντώνης, που μετά από κάποια δευτερόλεπτα σιωπής που ενέτειναν τη δίψα του Δημήτρη, άρχισε να μιλά, τότε έπεσαν κι οι πρώτες σταγόνες νερού μέσα στη στάμνα, τότε επιτέλους αισθάνθηκε δικαιωμένος για την ταλαιπωρία που πέρασε. Γιατί ο Αντώνης, που σε  αντίθεση με τον Παύλο, έδειχνε αρκετά ψύχραιμος, ίσως γιατί είχε πάρει μια πρώτη ιδέα από εκείνον γι’ αυτά που επρόκειτο να ακούσει από τον Δημήτρη, ίσως όμως και γιατί μπορούσε από φυσικού του να ελέγχει καλύτερα τα συναισθήματά του, του έδωσε δίκιο, αν και άφησε ανοιχτό κάποιο παράθυρο αμφιβολίας.
«Νομίζω ότι έχεις δίκιο Δημήτρη», του είπε. «Δηλαδή θέλω να πω ότι θα πρέπει να πάρουμε πολύ σοβαρά υπόψη μας αυτά που μας λες, αν και δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι. Όμως ναι το ομολογώ, είναι πιθανό οι παλιοί άνθρωποι να μας έχουν ανακαλύψει, δηλαδή εννοώ να μας έχουν μάθει, να έχουν αποκωδικοποιήσει τη συμπεριφορά μας, να έχουν οργανωθεί, να έχουν βάλει μπρος μια νέα στρατηγική για να μας πολεμήσουν, μια στρατηγική που πατά κάπως πάνω στη δική μας αντίληψη για τον κόσμο. Και ναι νομίζω πως δεν έχει κάποιο νόημα να συνεχίσεις άλλο με τους χάρτες του γραφειακού κέντρου. Θα σου αναθέσουμε μια άλλη αποστολή, αν δεν έχεις αντίρρηση, αλλά θα πρέπει να σκεφτούμε πρώτα ποια. Ίσως είναι κάτι στον τομέα της αντικατασκοπίας, κάτι σαν αυτό που έχει αναλάβει η Μαριάννα, αν και πολύ φοβάμαι πως με τα καινούργια δεδομένα που έχουν προκύψει, θα πρέπει κι αυτή να σταματήσει. Τι μάλλον, σίγουρα θα πρέπει να σταματήσει. Θα πρέπει να ξαναδούμε, να αξιολογήσουμε από την αρχή τις πληροφορίες που μας έχει φέρει η Μαριάννα. Ίσως κάποια πράγματα και στον δικό της τομέα δεν είναι όπως τα νομίζουμε. Τέλος πάντων το μόνο σίγουρο προς το παρόν είναι πως πρέπει να σταματήσετε και οι δύο. Θα επικοινωνήσει ο Παύλος μαζί σας για να σας πει τι θα κάνετε από εδώ και πέρα. Όμως μην σας παίρνει από κάτω. Δεν πρέπει κανέναν μας να μας πάρει από κάτω. Ας πιούμε κρασί, ας διασκεδάσουμε λίγο τώρα να ξεχάσουμε τις βαριές έγνοιες που μας έφερε ο φίλος μας ο Δημήτρης. Όλα θα τα βρούμε. Θα βάλουμε τάξη στα πράγματα και θα συνεχίσουμε τον αγώνα μας όπως και πρώτα. Θα συνεχίσουμε το ίδιο θαρραλέα, με την ίδια πίστη στη νίκη, που να είστε όλοι σίγουροι, πως στο τέλος θα είναι δική μας.
Ο Δημήτρης μόλις άκουσε αυτά για το κρασί και τη διασκέδαση, προσπάθησε να βρει μια δικαιολογία για να φύγει, αν και στην ουσία η δικαιολογία που έψαχνε να βρει αφορούσε περισσότερο το να πείσει τον εαυτό του για την ανάγκη τού να φύγει παρά τους άλλους. Σκέφτηκε πως έπρεπε να ξαναπάει στο γραφειακό κέντρο, καθώς έπρεπε να αναφέρει στον Ιωάννου το αποτέλεσμα της δήθεν προσπάθειάς του για την έρευνα που είχε αναλάβει. Όσο για την δικαιολογία που βρήκε για τους άλλους, αυτή τελικά ήταν πολύ απλή. Τους είπε ότι έπρεπε να γυρίσει στο γραφείο του για να μην παραβεί την ολιγόωρη άδεια που υποτίθεται είχε πάρει και που κόντευε να λήξει.
Τα ίδια περίπου λόγια άκουσε να λέει και η Μαριάννα η οποία και αυτή ετοιμάστηκε να φύγει για τη δουλειά της. Ο Δημήτρης με το που το άκουσε αυτό, με έναν τρόπο που φάνηκε σε όλους παρορμητικός και μιλώντας αρκετά άτσαλα,  προσφέρθηκε να την πάει αυτός στη δουλειά με το πτεροκίνητό του. Αυτήν του την πρόταση στην Μαριάννα την έκανε, χωρίς να έχει βάλει μπροστά τις αναλύσεις του. Δεν είχε ας πούμε σκεφτεί, όπως πιθανόν θα είχε κάνει άλλες φορές, να εκτιμήσει με περισσότερη ψυχραιμία την κατάσταση, γιατί τότε θα έβλεπε πως μια τέτοια πρόταση είχε μισές πιθανότητες να φέρει το ποθητό αποτέλεσμα, καθώς η Μαριάννα ίσως είχε κάπου εκεί κοντά του δικό της πτεροκίνητο. Δεν το σκέφτηκε αυτό. Απλά είπε ό,τι αισθανόταν. Κι αυτό που είπε έπιασε τόπο, γιατί η Μαριάννα δέχτηκε την πρότασή του, και ξεκίνησε για να πάει μαζί του, αφού πρώτα χαιρέτησε, όπως κι εκείνος, τον Παύλο, τον Αντώνη και τους άλλους που ήταν στη συνάντηση, στο γκαράζ του ουρανοξύστη.
Όταν έφτασαν στο γκαράζ, ο Δημήτρης αισθάνθηκε ότι βρισκόταν σε έναν χώρο εντελώς άγνωστο. Βημάτιζε ψαχουλευτά, με τη μισή του σκέψη να έχει συγκεντρωθεί στα μάτια του, που είχαν γίνει τώρα κάτι σαν ραντάρ που προσπαθούσαν να εντοπίσουν το μέταλλο του πτεροκίνητού του, και την άλλη μίση να έχει ανοίξει το μαγικό κουτί της μνήμης του, εκτελώντας ένα ταχυδακτυλουργικό τη φορά και με την αναμενόμενη σειρά –   πρώτα η υπόσχεση, μετά η εξαφάνιση, όμως η επιφάνεια;  Μετά από μερικά αποτυχημένα κόλπα, ήρθε κι αυτή κι έτσι ο Δημήτρης κατάλαβε την γκάφα του: πως δηλαδή δεν υπήρχε τίποτα στο γκαράζ, καθώς είχε πάει με το μετρό στο κρησφύγετο του Αντώνη κι όχι με το πτεροκίνητό του. Αμέσως τότε έφερε στο μυαλό του την εικόνα του Παύλου. Τουλάχιστον αυτός ήξερε πως είχε έρθει ως εδώ με το μέτρο, αλλά δεν του είπε τίποτα, τίποτα δεν είχε κάνει για να τον σταματήσει, όταν πρότεινε στη Μαριάννα να την πάει με το πτεροκίνητό του στη δουλειά της. Αυτό σκέφτηκε, όμως δεν έκατσε να του δώσει και πολύ σημασία. Η Μαριάννα ήταν που τον ένοιαζε περισσότερο αυτή τη στιγμή, καθώς σε αυτήν ήταν που έπρεπε να δώσει εξηγήσεις για την γκάφα του.
Στη Μαριάννα γύρισε και έριξε ένα βλέμμα απολογητικό, από αυτά που σαν σφαίρες ανοίγουν στο σώμα του άλλου διαδρόμους  για να φτάσουν στα πιο ευαίσθητα ζωτικά του όργανα – για κάποιους είναι το στομάχι, για κάποιους άλλους τα έντερα ή  καρδιά για τους πιο παραδοσιακούς   – ώστε να βγάλουν από μέσα του τη συγχώρεση. Ξέροντας όμως ότι δεν θα γλύτωνε το ρεζιλίκι, έχοντάς το πάρει απόφαση, σταμάτησε να την πυροβολεί και της ξεφούρνισε όλη την αλήθεια, χωρίς να κομπιάσει καθόλου.
«Ξέρεις έχω κάνει μια τεράστια γκάφα. Δεν ξέρω πως, αλλά ξέχασα πως εδώ έχω έλθει με το μετρό και όχι με το πτεροκίνητό μου».
Τότε η Μαριάννα, αφήνοντας να φανεί ένα ελαφρύ μειδίαμα, κοιτάζοντας τον Δημήτρη με ένα βλέμμα που προέδιδε κατανόηση, του είπε:
«Δεν πειράζει Δημήτρη. Δεν είναι κακό να είναι κανείς αφηρημένος. Συμβαίνουν αυτά. Θα πάμε με το δικό μου πτεροκίνητο».
«Τι το έχεις εδώ; Τότε γιατί…».
«Ήθελα να φύγω από εκεί. Βαρέθηκα πώς να στο πω. Και μόλις τους είπες ότι είχες δουλειά και θα έφευγες, βρήκα την ευκαιρία να φύγω και εγώ. Πάντως απ’ ό,τι φαίνεται ήταν γραφτό να την κάνουμε μαζί αυτή τη διαδρομή».  
«Δεν ξέρω αν ήταν γραφτό, αλλά…ναι μάλλον ήταν γραφτό», είπε ο Δημήτρης ο διορθώνοντας τη φράση του, εμποδίζοντας έτσι ένα ακόμα λογικό συνειρμό που αισθανόταν ότι ερχόταν  για να χαλάσει αυτό που ζούσε τώρα με τη Μαριάννα.
Αφού μπήκαν στο πτεροκίνητο της Μαριάννας, το οποίο ήταν μικρού κυβισμού και σχετικά φθηνό, όπως και του Δημήτρη, απογειωθήκαν για το 3ο επίπεδο κυκλοφορίας, όπου και παρέμειναν καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Ο Δημήτρης αισθανόταν σαν εγκλωβισμένος μέσα στο πτεροκίνητο. Κυρίως ήταν το βλέμμα του που ένιωθε να είναι εγκλωβισμένο, όχι γιατί δεν μπορούσε να χαζέψει δεξιά κι αριστερά, αλλά γιατί δεν μπορούσε να κοιτάξει την Μαριάννα, δεν μπορούσε να την περιεργαστεί, που ήταν αυτό που ήθελε να κάνει περισσότερο αυτή τη στιγμή. Δεν γινόταν να κρυφτεί μέσα σε έναν τόσο μικρό χώρο. Όλα ήταν διάφανα εκεί μέσα, έτσι το έβλεπε ο Δημήτρης, γι’ αυτό και αποφάσισε να μην κάνει κάτι που θα τον εκθέσει. Είχε μάλιστα σχεδόν αδρανοποιηθεί μέσα στο πτεροκίνητο. Αυτή όμως η έλλειψη δράσης είχε και κάτι καλό. Είχε αφήσει αρκετό χώρο για να δουλέψει, για να ενεργοποιηθεί, η αντιληπτικότητα του, η οποία και είχε τσιμπήσει, προς μεγάλη του έκπληξη, κάποιες ματιές προερχόμενες από τη Μαριάννα. Ω οδηγός που ήταν, η Μαριάννα είχε περισσότερη ελευθερία κινήσεως, της ήταν πιο εύκολο να κρύψει το βλέμμα της, όταν τον κοιτούσε. Παρόλα αυτά ο Δημήτρης την κατάλαβε.  Τουλάχιστον είχε σοβαρές ενδείξεις ότι η Μαριάννα τον κοιτούσε, αν και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο, μήπως όλο αυτό ήταν απλά η ιδέα του.
«Που πηγαίνεις», ρώτησε η Μαριάννα τον Δημήτρη, βγάζοντάς τον έτσι από τις αβέβαιες υποθέσεις που έκανε για την κατεύθυνση που είχε το βλέμμα της.
«Στο υπουργείο Επεξεργασίας Δεδομένων…όμως να σου πω κάτι. Όχι. Αν είναι στο δρόμο σου, πήγαινέ με σπίτι μου καλύτερα. Δεν αισθάνομαι πως μπορώ να δουλέψω σήμερα».
«Βλέπω έχεις βρει τον τρόπο σου να την σκαπουλάρεις από τη δουλειά», είπε η Μαριάννα, η οποία πολύ γρήγορα ένιωσε πάνω στο πρόσωπό της τις πρώτες σταγόνες από το κύμα μιας απολογίας, που ερχόταν για να ταράξει την ήσυχη αμμουδιά όπου ζούσε με τον Δημήτρη τα τελευταία λεπτά, γι’ αυτό και του είπε, πριν προλάβει να μιλήσει.
«Μην ανησυχείς, έτσι είμαι και εγώ. Κι εγώ θα την σκαπουλάρω από τη δουλειά και θα πάω στο σπίτι μου. Τι λες, θες έλθεις κι εσύ να φάμε κάτι μαζί; Σου κάνω το τραπέζι».
Ύστερα από την απρόσμενη πρόταση της Μαριάννας, το σενάριο με τις κλεφτές ματιές που πιθανολογούσε ότι του έριχνε εκείνη, βρήκε καλό στήριγμα για να εξελιχθεί σε υπόθεση, και έτσι ο Δημήτρης, που είχε γίνει ξαφνικά ευδιάθετος, χωρίς να έχει μπει στον πειρασμό, όπως θα έκανε άλλες φορές, να ξεκάνει με τη λογική του τη Μαριάννα, ρωτώντας την, μιας και του είχε δώσει αφορμή, ποία είναι η δουλειά της ή πως θα δικαιολογούσε στον προϊστάμενό της την απουσία της, με το πρόσωπό του να έχει γίνει όλο ένα μεγάλο, πλατύ, ακινητοποιημένο χαμόγελο, που προέδιδε την ατζαμοσύνη του, είπε αμέσως ναι σαν να πανηγύριζε.
«Πολύ ωραία. Είμαι καλή μαγείρισσα. Θα το διαπιστώσεις και μόνος σου», είπε η Μαριάννα, που μόλις είχε πατήσει το σύστημα κάθετης προσγείωσης του πτεροκίνητού της.

Απόγευμα δεύτερης μέρας: στο διαμέρισμα της Μαριάννας
Η Μαριάννα έμενε στο δημοτικό διαμέρισμα 128, στην περιοχή που παλιά λεγόταν Άγιοι Ανάργυροι. Το σπίτι της βρισκόταν στον τελευταίο όροφο ενός πολύ ψηλού ουρανοξύστη, από αυτούς που διακρίνονταν από πολλά χιλιόμετρα μακριά. Όπως του Δημήτρη, έτσι και το δικό της διαμέρισμα, ήταν μικρό. Αποτελούταν από μια κουζίνα, ένα μπάνιο, ένα μόνο δωμάτιο και ένα μικρό σαλόνι, το οποίο, απουσία άλλου χώρου, το είχε μετατρέψει σε αίθουσα συνεδριάσεως. Η διαμόρφωση του σαλονιού σε αίθουσα συνεδριάσεως ήταν κάτι σαν λογική αντίδραση της Μαριάννας, σαν ένστικτο επιβίωσης, μπροστά στο κίνδυνο του να ανακαλύψουν την αντιστασιακή της δράση. Δεν μπορεί όμως να ισχυριστεί κανείς το ίδιο και για τις άλλες διακοσμητικές της επιλογές. Στο υπόλοιπο σπίτι υπήρχαν αρκετά ενοχοποιητικά στοιχεία, που θα μπορούσαν να την στείλουν στον ανακριτή. Στην αίθουσα συνεδριάσεως, για παράδειγμα, στον τοίχο, ήταν κρεμασμένος ένας πίνακας του Strindberg που αναπαριστούσε το ηλιοβασίλεμα. Υπήρχε επίσης μια παλιά βιβλιοθήκη, κατάφορτη με δερματόδετα βιβλία από προηγούμενους αιώνες, που θα πρέπει να έπιαναν καλή τιμή, αν τα πουλούσε στην μαύρη αγορά των κρυπτοπαλιατζήδων.  Στον ίδιο χώρο, αλλά και στο δωμάτιό της, όπως του είπε, υπήρχαν παλιά σώματα καλοριφέρ με ξύλινη επένδυση, από αυτά που χρησιμοποιούσαν κάποτε οι άνθρωποι για να ζεσταθούν. Όσο για την κουζίνα, αυτή ήταν η αποθέωση του rustic, με τοίχους καλυμμένους από ξύλο και ξύλινα ντουλάπια που είχαν επάνω τους ανάγλυφες διακοσμήσεις.
«Σου αρέσει», τον ρώτησε η Μαριάννα. «Δικό μου σχέδιο».
«Ποια ακριβώς είναι η δουλειά σου; Είσαι κάτι σαν αρχιτέκτονας;», την ρώτησε ο Δημήτρης, χωρίς όμως να γυρίσει να της ρίξει μια ματιά, καθώς το βλέμμα του ταξίδευε μέσα στη θάλασσα από σανίδες που τον περιτριγύριζε. 
«Όχι δεν είμαι αρχιτέκτονας. Εργάζομαι στη διαχείριση δικτύων, στο υπουργείο Επεξεργασίας Δεδομένων».
«Εκεί που δουλεύω κι εγώ», είπε ο Δημήτρης, ο οποίος με το που άκουσε την Μαριάννα να του λέει για το υπουργείο Επεξεργασίας Δεδομένων, γύρισε προς το μέρος της, βγαίνοντας έτσι από την «ξύλινη» δίνη της κουζίνας όπου στροβιλιζόταν όλη αυτήν την ώρα.
«Ναι στο δικό σου υπουργείο, όπως λες. Βλέπεις όμως, είναι τόσο μεγάλο, που αν δεν είχαμε συναντηθεί προηγουμένως σ’ εκείνο το κρησφύγετο, δεν θα συναντιόμασταν ποτέ».
«Άλλος ένας παλιός άνθρωπος από το υπουργείο Επεξεργασίας Δεδομένων στην υπηρεσία της αντίστασης», είπε ο Δημήτρης, ο οποίος είχε πια καθίσει σε μια από τις καρέκλες που υπήρχαν γύρω από το τραπέζι της κουζίνας. «Τώρα όλο αυτό είναι τυχαίο;», ρώτησε με έναν τρόπο ρητορικό, που  λειτούργησε σαν το κάρβουνο που προσπαθούσε να ανάψει τις μηχανές του πιο γνωστού, του πιο οικείου κόσμου του Δημήτρη, αυτού των πιθανοτήτων. Όμως η Μαριάννα, η οποία κατάλαβε τι επρόκειτο να συμβεί, προσπάθησε να του φράξει την δρόμο προς μια ακόμα λογική διαδρομή, που θα αναγκαζόταν και η ίδια να ακολουθήσει, αν δεν τον εμπόδιζε.
«Μπορεί ναι είναι τυχαίο, αλλά μπορεί και να μην είναι, δεν έχει καμία σημασία. Λοιπόν, άκου τι υπάρχει στο ψυγείο και πες μου τι θες να μαγειρέψω».
«Γιατί είσαι μέλος της αντίστασης», την κεραυνοβόλησε ο Δημήτρης, ο οποίος ξαφνικά υιοθέτησε έναν ρόλο ανακριτή που πάγωσε την ατμόσφαιρα. Αυτή η ξαφνική αλλαγή συμπεριφοράς ενόχλησε την Μαριάννα, η οποία έβλεπε τώρα να σβήνει ο ήλιος που έλουζε νωρίτερα το πρόσωπο του Δημήτρη καθώς την φλέρταρε, έστω και άτσαλα. Ναι το είχε καταλάβει το φλερτ του, όσο και αν αυτός προσπάθησε να το κρύψει, το είχε καταλάβει και της άρεσε. Της άρεσε η διακριτικότητα ή μάλλον η ατζαμοσύνη του Δημήτρη, όμως όλο αυτό τώρα είχε χαθεί. Το πρόσωπό του είχε γίνει σαν μια λευκή σελίδα, χωρίς κανένα χρώμα επάνω του. Ήταν λες και είχε καλυφθεί από ένα λεπτό στρώμα πάγου, που δε του άφηνε το περιθώριο καμίας έκφρασης. Όσο μάλιστα πιο πολύ τον κοιτούσε, τόσο πιο πολύ έβλεπε τον πάγο να παχαίνει, να παχαίνει τόσο που άρχισε να χάνει τις ελπίδες της πως υπήρχε η πιθανότητα να δει έστω και μια μικρή κίνηση πάνω στο πρόσωπό του Δημήτρη που να είναι ικανή να καταφέρει σε όλον αυτόν τον πάγο το πρώτο κρακ. Αρκετά απογοητευμένη, βλέποντας πως δεν μπορούσε να το αποφύγει, απάντησε  στον Δημήτρη.
«Γιατί πιστεύω ότι η αντίσταση έχει τον τρόπο να μας απελευθερώσει από τα δεσμά μας. Και γιατί υπάρχει σχέδιο για την επόμενη μέρα. Σήμερα κοιμόμαστε cpued, κλεισμένοι μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός παράλογα λογοκεντρικού κόσμου, που αντιλαμβάνεται τα πάντα ως δεδομένα προς ανάλυση, αύριο ξυπνάμε σε μια άλλη πραγματικότητα όπου η πέτρα δεν είναι μόνο πέτρα, όπου η θάλασσα δεν είναι οι ράγες όπου επάνω τους ταξιδεύουμε για να μετακινηθούμε από τόπο σε τόπο, αλλά κάτι πολύ περισσότερο».
«Όλα αυτά που λες τα έχω σκεφτεί κι εγώ», είπε ο Δημήτρης, «γι’ αυτό και είμαι μέλος της αντίστασης. Όμως πως μπορείς να είσαι τόσο σίγουρη; Δεν έχεις σκεφτεί ποτέ την πιθανότητα, οι νέοι άνθρωποι να κάνουν μια από τα ίδια με εμάς τους παλιούς, αλλά αντίστροφα; Δηλαδή να αποκαθηλώσουν το μονοδιάστατο, σημερινό καθεστώς που αποτελεί αποθέωση του λογοκεντρισμού και στη θέση του να φέρουν ένα άλλο καθεστώς, υποτίθεται δεκτικό στις πολλαπλές αναγνώσεις του κόσμου, που όμως στην ουσία θα ελέγχει απόλυτα τη νοηματοδοσία αυτών των αναγνώσεων, θα  κοιτάζει να τις χωρέσει μέσα σε ένα αυστηρά ελεγχόμενο πλαίσιο κανόνων, των δικών του κανόνων, έξω από το οποίο οτιδήποτε βρεθεί θα θεωρείται έκνομο; Για σκέψου το λιγάκι», συνέχισε ο Δημήτρης, «αν ξυπνήσει η βαθιά κοιμισμένη ιστορική μας μνήμη, αν οι αμυχές από τα πιο βαθιά μας όνειρα τρυπήσουν την  πραγματικότητα με όλη τους τη δύναμη, αν τρυπήσουν όλους εμάς, ποτίζοντας το αίμα μας με περασμένα πάθη, με παλιούς μύθους, τότε δεν θα υπάρχει κίνδυνος η κατάσταση να γίνει ανεξέλεγκτη; Οπότε το νέο καθεστώς δεν θα εμφανισθεί ως το μόνο κατάλληλο για να δώσει ροή, για να δαμάσει τα ψηλά κύματα των αφυπνισμένων μας παθών; Μήπως δηλαδή – κι αυτός είναι ο μεγάλος προβληματισμός ο δικός μου – οι νέοι άνθρωποι προσπαθούν να ανοίξουν το κουτί της Πανδώρας, για να μπορούν μετά άνετα να παριστάνουν τους χωροφύλακες; Μήπως είναι χωροφύλακες και τίποτα παραπάνω; Μήπως μας υπόσχονται απόλυτη ελευθερία για να τσιμπήσουμε, αλλά επειδή αυτή  δεν υπάρχει – όχι δεν υπάρχει, η ελευθερία δεν επιδέχεται επιθέτων, δεν μπορεί να τραβηχτεί, η ελευθερία είναι υλική, συγκεκριμένη, ορίζεται, υποτάσσεται σε κανόνες, που όμως κανένας δεν ελέγχει, κανένας δεν είναι ιδιοκτήτης τους, γι’ αυτό και είναι ελευθερία – μήπως οι νέοι άνθρωποι, από τη στιγμή που θα γίνουν καθεστώς και μετά, μάς αποκαλύψουν το αληθινό τους πρόσωπο, το οποίο είναι αυτό της εξουσίας, που θέλει να καθυποτάξει, να αλυσοδέσει, να φυλακίσει;».
Καθώς τα έλεγε όλα αυτά η φωνή του Δημήτρη αυξανόταν κλιμακωτά, προδίδοντας την ένταση που ένιωθε μέσα του, μια ένταση που φαινόταν και στο πρόσωπό του, το οποίο είχε γεμίζει με όλες τις αποχρώσεις του κόκκινου.  Προς το τέλος όμως, που μίλησε για την ελευθερία, η όψη του άρχισε να αλλάζει. Τα μάτια του ξαφνικά μεγάλωσαν πολύ, και μαζί με το πρόσωπό του που είχε πάρει τώρα ένα αρρωστημένο άσπρο χρώμα, άρχισε να δίνει ολόκληρος την εντύπωση ανθρώπου που βρισκόταν μεταξύ ζωής και θανάτου. Έκανε μεγάλη προσπάθεια για να συνεχίσει την κουβέντα του από εκεί που την είχε αφήσει, όμως δεν τα κατάφερε. Η φωνή του ακούστηκε μασημένη, λες και έπαιζε από κάποιο παλιό μαγνητόφωνο. Τις σκέψεις του τις αισθανόταν να έχουν πνιγεί, προσπαθούσε να ζητήσει βοήθεια, όμως δεν μπορούσε πια να συνταιριάξει καμιά λέξη, καμιά, πέρα από κάποιες φράσεις που δεν θυμόταν που τις είχε ξανακούσει. Δεν ήταν δικές του αυτές οι φράσεις για να τις θυμάται, δεν τις έλεγε αυτός, τις έβλεπε όμως, τις έβλεπε τώρα χαραγμένες πάνω σε κάτι που έμοιαζε με ταφόπλακα. Εκεί έλαμπαν, πάνω στο μάρμαρο, έξω από αυτόν, κάτω από αυτόν, ο οποίος κείτονταν νεκρός, με κόρες διασταλμένες, που όμως μπόρεσαν μέσα στο σκοτάδι να διακρίνουν αυτόν τον συρμό από λέξεις που τον συνέθλιβαν, τον πίεζαν, τον έσπρωχναν όλο και πιο πολύ βαθιά μέσα στη γη.
 Άρτεμις είναι αυτή
Ελεύθερη έξω από την κάμαρα
Με το τόξο τις σάρκες που κεντάει
Μουσική οι κραυγές και το αίμα που ακούγονται
Του ελαφιού το μάτι απέναντι κοιτάζει
Θάνατος μαρτυρικός χωρίς τύψεις
Εκτός Πολιτεία Πλάτωνος
Αξίζει αξίζει
Η Μαριάννα η οποία είχε τρομάξει πολύ από αυτήν την ασβεστωμένη όψη που είχε το πρόσωπο του Δημήτρη, εντελώς αντανακλαστικά, πετάχτηκε από τη θέση της και άρχισε να τον ταρακουνάει με όλη της τη δύναμη.
«Δημήτρη, Δημήτρη είσαι καλά; Μη με φοβίζεις. Είσαι καλά, τι σου συμβαίνει»;
Ο Δημήτρης ο οποίος αν και «ξύπνησε» από το ταρακούνημα, έδειχνε σαν να μην έχει βγει τελείως έξω από αυτόν τον παράξενο εφιάλτη που τον είχε πιάσει στα δίχτυα του, ψέλλισε «καλά καλά είμαι. Δεν έχω τίποτα. Απλά αν μπορείς φέρε μου λίγο νερό σε παρακαλώ».
Η Μαριάννα άνοιξε το ψυγείο και έβαλε του Δημήτρη ένα ποτήρι κρύο νερό. Όταν γύρισε για να του το πάει, είδε τον Δημήτρη κάπως καλύτερα, αφού το κατάλευκο χρώμα του που υπήρχε πριν πάνω στο πρόσωπό του, άρχισε τώρα να δίνει τη θέση του σε πιο ζωντανά, σε πιο ανθρώπινα χρώματα. Ο Δημήτρης, μόλις πήρε το νερό στα χέρια του,  άρχισε να το πίνει αχόρταγα, και μέχρι να ακουμπήσει το ποτήρι πάνω στο τραπέζι, πριν καλά καλά προλάβουν τα χείλη του να στεγνώσουν από το νερό, τα αισθάνθηκε και πάλι υγρά, μια υγρασία που αυτή τη φορά οφειλόταν στα χείλη της Μαριάννας, η οποία είχε τυλίξει τα χέρια της γύρω από το κεφάλι του Δημήτρη και τον φιλούσε με τόση ένταση που νόμιζες πως δεν θα σταματούσε ποτέ.
Ο Δημήτρης που στην αρχή είχε μια παθητική στάση, πολύ γρήγορα ενεργοποιήθηκε, ανταποδίδοντας στην Μαριάννα την ένταση του δικού της φιλιού. Ο εφιάλτης από εκείνες τις αγνώστου προέλευσης φράσεις που τον είχαν ταλαιπωρήσει, δεν υπήρχε πια. Αλλά και οι λέξεις που χρησιμοποιούσε ο ίδιος συχνά μέσα στην καθημερινότητά του, το αν, το ισχύει, το τότε, το επομένως, το λαμβάνοντας υπόψη, ούτε κι αυτές υπήρχαν. Καμία συνωμοσία, καμία πιθανότητα, δεν ήταν αρκετά δυνατή για να κλέψει την προσοχή του από την Μαριάννα, που ήταν το μόνο που είχε σημασία αυτή τη στιγμή. Η Μαριάννα, που στο πρόσωπό της συγκέντρωνε την αλήθεια και το όνειρο μαζί, δύο διακριτοί κόσμοι που τώρα γίνονταν ένα, προσφέροντας στον Δημήτρη μια παράξενη ισορροπία, που θύμιζε υγεία, όχι όμως την υγεία του νοσοκομείου, αλλά την υγεία που μυρίζει ένα ζωντανό τριαντάφυλλο, την υγεία του πρωινού ήλιου μιας πολύ ξεχωριστής ανοιξιάτικης μέρας, από αυτές που όταν εμφανίζονται σε κάνουν ολόκληρο να γεμίζεις με ελπίδα, την ελπίδα ότι οι εφιάλτες της νύχτας έχουν πια πεθάνει και δεν θα ξαναγυρίσουν, την ελπίδα πως τα όνειρά σου, αυτά που κάνεις ξύπνιος, για μια καλύτερη ζωή, μπορούν να δραπετεύσουν από το μυαλό σου, από τους χάρτες του μυαλού, μπορούν από απλά σχέδια που είναι να πάρουν σάρκα και οστά, να γίνουν πραγματικότητα.
Πολύ γρήγορα ο Δημήτρης σηκώθηκε από την καρέκλα που καθόταν και σαν μικρό παιδί, με εμπιστοσύνη, χωρίς να αμφιταλαντευτεί ούτε για μια στιγμή, ακολούθησε την Μαριάννα που τον οδήγησε στην κρεβατοκάμαρά της. Ούτε πρόσεξε τι υπήρχε μέσα σε αυτό το δωμάτιο. Ούτε πρόσεξε την ώρα, που ήταν πια περασμένες 7 το απόγευμα, οπότε η απαγόρευση της κυκλοφορίας είχε ξεκινήσει να ισχύει. Απλά ακολουθούσε την Μαριάννα σε ό,τι αυτήν τον πρόσταζε. Έμεινε δίπλα της, μέσα στην αγκαλιά της, παραδομένος στον έρωτά της, που δεν ήθελε να τελειώσει. Εκεί τον βρήκε το πρωί, τυλιγμένο μέσα στην αγκαλιά της Μαριάννας, πιασμένο από τον λαιμό της, από την κάθε γωνία του σώματος της. Δεν ήθελε να σηκωθεί, δεν ήθελε να επιστρέψει στην άλλη, στην μεγάλη πραγματικότητα, αυτήν που ήταν φτιαγμένη για τους πολλούς ανθρώπους, που την αισθανόταν τώρα εχθρική περισσότερο από κάθε άλλη φορά, την αισθανόταν ότι ερχόταν με όλη της τη δύναμη να επιβάλει τους δικούς της νόμους, ανατρέποντας το καθεστώς που ο ίδιος είχε διαλέξει για να κυβερνήσει τον εαυτό αυτό το πρωινό. Εκεί παρέμενε, δίπλα στην Μαριάννα και αντιστεκόταν. Είχε απλώσει το βλέμμα του επάνω στο πρόσωπο της, πάνω στα ξανθά της μαλλιά, που είχαν γίνει κάτι σαν χρυσή βροχή που τον παρέσερνε με την ορμή της μακριά, σε ένα ταξίδι που ήταν βέβαιος πως θα ήταν το καλύτερο της ζωής του. Αντιστεκόταν, αντιστεκόταν διαρκώς στη μεγάλη πραγματικότητα. Είχε ξεδέσει. Είχε μάλιστα απομακρυνθεί αρκετά και για μια στιγμή πίστεψε πως είχε γλιτώσει από τους καταδιώχτες του, που είχαν φέρει μαζί τους τα μεγάλα μέσα, εκείνες τις σειρήνες που καταφέρνουν να αιχμαλωτίζουν τους ανθρώπους, όχι όμως με το τραγούδι τους, όπως έκαναν οι άλλες σειρήνες από την μυθολογία, αλλά με την κακοφωνία τους, αυτήν που θρυμματίζει τα όνειρά σου, όχι όμως εκείνα που ξεπηδούν από το υποσυνείδητό σου καθώς κοιμάσαι – δεν είναι αυτό το χειρότερο – αλλά τα άλλα, που εμφανίζονται όταν έχεις ξυπνήσει νωρίτερα από το κανονικό, αυτά που ξεγλιστρώντας από τον ύπνο, μπερδεύονται με την φαντασία σου και σου κρατάνε συντροφιά, καθώς κοιτάζεις το ρόλοι για να δεις πόση ώρα σου απομένει μέχρι να σηκωθείς τελείως.
Η εφαρμογή ξυπνητήρι RV 322 που είχε εγκαταστήσει στον εγκέφαλό του, χτύπησε στις 7:00 ακριβώς, όπως ήταν πάντα προγραμματισμένη. Ο Δημήτρης είχε χάσει πια τη μάχη. Οι θάλασσες όπου νωρίτερα ταξίδευε με την φαντασία του είχαν γίνει πια σκόνη. Τον περίμενε τώρα η μεγάλη πραγματικότητα, δεν μπορούσε να κάνει τίποτε για να γλιτώσει.
Με το που πήγε να σηκωθεί από το κρεβάτι, η Μαριάννα, είτε από ένστικτο ή επειδή είχε κουδουνίσει και το δικό της ξυπνητήρι μέσα στο κεφάλι της, ξύπνησε κι αυτή. Και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να του χαρίσει ένα πλατύ χαμόγελο, που εκείνη τη στιγμή ο Δημήτρης το φοβήθηκε, φοβήθηκε ότι θα γύριζε τον χρόνο πίσω στο χθεσινό βράδυ, που από αλήθεια που ήταν, τώρα που είχε τελειώσει, αν το άφηνε να τον καταπιεί, θα μετατρεπόταν σε όνειρο της μέρας, κάτι δηλαδή πολύ επικίνδυνο, που θα μπορούσε να σέρνεται πίσω του ποιος ξέρει για πόσο καιρό, ίσως και για πάντα, χωρίς ποτέ να ξαναγίνει πραγματικότητα. Με αρκετή δυσφορία, που δεν πέρασε απαρατήρητη από την Μαριάννα, τράβηξε τα μάτια του από πάνω της. Τότε εκείνη, κάπως ανήσυχη, τον ρώτησε αν συμβαίνει κάτι, όμως ο Δημήτρης την καθησύχασε λέγοντάς της πως δεν συνέβαινε τίποτα, πως ήθελε απλά να μείνει στο κρεβάτι μαζί της περισσότερη ώρα, ίσως και όλη την ημέρα αν ήταν δυνατό. Η Μαριάννα, αφήνοντας για άλλη μια φορά να φανεί το επικίνδυνο χαμόγελό της, του είπε πως κι αυτή θα το ήθελε, όμως έπρεπε να σηκωθούν. Υπακούοντάς την το ίδιο πιστά, όπως κι εχθές το βράδυ που έκανε ό,τι του πρόσταζε, σηκώθηκε από κρεβάτι και άρχισε να ντύνεται. Σε λίγο τον ακολούθησε και η Μαριάννα, κι όταν πια είχε ντυθεί κι αυτή, πήγε μαζί του μέχρι την κουζίνα, όπου έφτιαξε καφέ για να πιούν. 
Όση ώρα έπινε τον καφέ του ο Δημήτρης, απόφευγε να κοιτάξει την Μαριάννα, όχι γιατί φοβόταν, όπως και πριν, μήπως τον γύριζε στο χθεσινό βράδυ – αυτό πια είχε τελειώσει  – ούτε γιατί ντρεπόταν, αλλά γιατί φοβόταν πως ένα της και μόνο βλέμμα θα τον έκανε να ξεστομίσει πράγματα που δεν είχε ξαναπεί ποτέ του. Ήθελε με όλη τη δύναμη της ψυχής του να φωνάξει πως την αγαπά, πως θέλει να είναι μαζί της, να περνάει μαζί τις περισσότερες ώρες της ημέρας, όμως πίστευε ότι όλο αυτό θα ακουγόταν παράξενο στην Μαριάννα. Εκείνη έχοντας καταλάβει τα συναισθήματα που πάλευε να της κρύψει, όχι όμως και την έντασή τους, γύρισε και του είπε σαν να του απαντούσε, «κι εγώ Δημήτρη πέρασα πολύ ωραία εχθές και δεν ξέρω, νομίζω πως θα ήθελα, θα ήθελα να τα ξαναπούμε». Ο Δημήτρης, ο οποίος χάρηκε με αυτό που άκουσε, αν και απογοητεύτηκε κάπως από το συγκρατημένο ύφος της Μαριάννας, συντονίζοντας όπως όπως τα συναισθήματά του στον δικό της τόνο, της φανέρωσε πως θα ήθελε κι αυτός να τα ξαναπούν. Έπειτα χαμογέλασαν και οι δύο. Τα χείλη τους όμως συνεχώς ανοιγόκλειναν χωρίς ποτέ να καταφέρουν να σχηματίσουν ένα τέλειο μισοφέγγαρο. Ήταν αμήχανο το χαμόγελό τους, δεν φανέρωνε ούτε αναπόληση ούτε προσμονή, δεν φώτιζε αυτό που ένιωθε ο ένας για τον άλλο, δεν τους σήκωνε ψηλά στον ουρανό, αλλά τους έκανε να βουλιάζουν, γι’ αυτό και η Μαριάννα πήρε την πρωτοβουλία να αλλάξει το θέμα συζήτησης, προτείνοντας στον Δημήτρη να πάνε μαζί στη δουλειά.
«Θα το ήθελα πολύ» είπε ο Δημήτρης, «Όμως νομίζω ότι θα είναι καλύτερα να είμαστε κάπως προσεκτικοί».
Η Μαριάννα βρήκε ότι υπήρχε κάποια υπερβολή στην απάντηση που πήρε, όμως δεν ήθελε να φέρει στον Δημήτρη αντίλογο, δεν ήθελε να του πει κάτι απ’ όπου η συνωμοτική του σκέψη θα πιανόταν, για να τον οδηγήσει σε μια καινούργια, μαύρη υπόθεση. Γι’ αυτό και του είπε ότι έχε δίκιο και πως θα πήγαιναν χώρια στη δουλειά.
«Καλύτερα Δημήτρη να ξεκινήσεις πρώτος εσύ. Τι λες»;
«Να θα φύγω πρώτος εγώ. Σε λίγα λεπτά. Θέλω να μείνω λίγο ακόμα μαζί σου».
«Δεν χρειάζεται να σου πάλι πως κι εγώ το θέλω. Δηλαδή τι δεν χρειάζεται στο είπα. Μου φαίνεται ότι μου βγάζεις από μέσα μου την αλήθεια πολύ εύκολα».
«Αυτό σίγουρα δεν είναι ένα από τα ταλέντα μου, αλλά για να το λες μάλλον συμβαίνει, τουλάχιστον εδώ, μ’ εσένα».
Τότε η Μαριάννα, χωρίς να υπάρχει κάποια προφανής αιτία, αλλάζοντας και πάλι το θέμα της συζήτησης και μάλιστα απότομα, είπε κάτι που στην αρχή ο Δημήτρης δεν το κατάλαβε καθόλου.
«Γιατί το πιστεύω. Το πιστεύω πολύ, το ακούς»;
«Τι, τι είναι αυτό που πιστεύεις Μαριάννα; Σε τι αναφέρεσαι», την ρώτησε ο Δημήτρης με κάποια αμηχανία.
«Σε αυτό που με ρώτησες χθες Δημήτρη. Στο γιατί είμαι μέλος της αντίστασης. Αυτά που σου είπα ήταν πολλά…»
«Αν αυτά που μου είπες ήταν πολλά, τότε αυτά που σου είπα εγώ τι ήταν»;
«Άσε με σε παρακαλώ να τελειώσω την κουβέντα μου ένα λεπτό. Σου είπα πολλά, οδηγώντας σε άθελα μου σε σκέψεις που προφανώς σε έκαναν να πονέσεις. Ήταν λάθος μου από μέρος μου. Δεν χρειάζονταν τόσα λόγια για να πω αυτά που νιώθω για το καθεστώς. Δεν χρειάζονται και πολλά για να πει κανείς την αλήθεια. Και ξέρεις ποια είναι η δική μου αλήθεια Δημήτρη; Ότι είμαι μέλος της αντίστασης για την πιστεύω. Την πιστεύω, αυτό, τίποτε άλλο. Δεν αμφιβάλω γιατί δεν θέλω να αμφιβάλω. Δεν ξέρω αν η αντίσταση είναι ουτοπία. Δεν ξέρω αν υπάρχει κίνδυνος να γκρεμιστεί όπως οι άλλες ουτοπίες που μου λες πως υπήρχαν. Απλά ξέρω πως εγώ πιστεύω πως δεν είναι, πως δεν θα γκρεμιστεί. Πιστεύω ότι αυτή τη φορά τα πράγμα θα είναι διαφορετικά. Πως η αντίσταση, όταν έλθει στην εξουσία, θα κρατήσει την υπόσχεση που μας έχει δώσει για έναν πραγματικά ελεύθερο κόσμο. Αυτό πιστεύω. Δεν σου φτάνει; Δεν σου είναι αρκετό»;
Ακούγοντας τα λόγια της Μαριάννας ο Δημήτρης, αισθάνθηκε να καταρρέουν όλοι οι κανόνες της λογικής από καταβολής κόσμου. Η σχεδόν θρησκευτική της πίστη στον αγώνα των νέων ανθρώπων, οι γεμάτες κεχριμπάρι ανταύγειες φωτός που έβλεπε να χαϊδεύουν τα μαλλιά της καθώς του μιλούσε, που ήταν βέβαιος πως είχαν ξεφύγει από τα ιδεολογικά μπιχλιμπίδια με τα οποία η αντίσταση την είχε ταΐσει, αυτά και μόνο ήταν αρκετά για τον Δημήτρη, έφταναν για να συμπεράνει την έλλειψη ευθυκρισίας της Μαριάννας. Κανονικά θα έπρεπε να είχε αντιδράσει μπροστά σε αυτήν την ομολογία υποταγής. Άλλες φορές θα έπαιρνε τον λόγο και θα πετσόκοβε λωρίδα λωρίδα όλο το κρέας από την αδύναμη επιχειρηματολογία του συνομιλητή του, θα την χτυπούσε σαν χταπόδι την επιχειρηματολογία του πάνω στην πέτρα της λογικής για να απλωθεί και να φανούν ξεκάθαρα όλα της τα λάθη. Όμως τώρα ήταν διαφορετικά. Είχε δίκιο, καθόλου δεν αμφέβαλε, όμως δεν άφησε αυτό το δίκιο να τον κυριεύει. Δεν το άφησε να γίνει ορμή, θυμός και επίθεση. Απλά συγκατένευσε σε αυτά που είπε η Μαριάννα. Την άφησε να καταλάβει ότι κατανοεί τη άποψή της, κι ήταν τόσο πιστικός στον ρόλο του, που σχεδόν το πίστεψε και ο ίδιος.
«Πολύ χαίρομαι γι’ αυτό Δημήτρη», είπε η Μαριάννα. «Τα πράγματα κάποιες φορές είναι απλά. Δηλαδή, για να είμαι ειλικρινής, μαζί σου τίποτα δεν είναι απλό, όμως αν μπορούμε, όσο τέλος πάντων μπορούμε, πρέπει να απλοποιούμε εκείνα που μας περιστοιχίζουν. Ξέρεις Δημήτρη νομίζω ότι πρέπει να αφήνουμε μέσα στην πραγματικότητα ένα ανοιχτό παράθυρο για την φαντασία».
«Αυτό το πιστεύω κι εγώ. Και είναι ένας από τους λόγους που είμαι στο πλευρό της αντίστασης».
«Όχι, όχι Δημήτρη. Δεν είναι το ίδιο. Δεν λέμε το ίδιο πράγμα, όμως δεν πειράζει. Καλύτερα να το αφήσουμε τώρα. Νομίζω πως έχει έλθει η ώρα να φύγεις».
Ο Δημήτρης, αν και δεν μπορούσε να καταλάβει που διαφωνούσαν, δεν έκατσε να το σκεφτεί. Σχεδόν αυτόματα, σαν μαγνητόφωνο, άκουσε το εαυτό του να επαναλαμβάνει σε πρώτο πρόσωπο την τελευταία φράση της Μαριάννας που τον προέτρεπε να φύγει. Έτσι σηκώθηκε από το τραπέζι, πήγε προς το μέρος της, τη φίλησε, της είπε πως θα την πάρει τηλέφωνο για να ξαναβρεθούν σήμερα κιόλας  και αφού επέτρεψε στον εαυτό του να χαθεί και πάλι για μια στιγμή μέσα στο χαμόγελό της, έφυγε για να πάει στη δουλειά.

Πρωί προτελευταίας μέρας:  μια απροσδόκητη ανακάλυψη
Όσην ώρα περίμενε στη στάση του μετρό, ο Δημήτρης πήρε την απόφαση να πάει κατευθείαν στο γραφείο του Ιωάννου όταν θα έφτανε στη δουλειά. Είχε περάσει πολύς χρόνος από τότε που τον είδε για τελευταία φορά, οπότε σκέφτηκε, για να μην του δώσει αφορμή να τον υποπτευτεί για τίποτα παιχνίδια πίσω από την πλάτη του, να πάρει την πρωτοβουλία να τον επισκεφτεί. Το κακό ήταν ότι δεν είχε κάτι να του πει, καθώς δεν υπήρχε περίπτωση να του ομολογήσει ότι ήξερε τον Παύλο, ούτε θα του έλεγε για τη συνάντησή του με τον Αντώνη, το κρησφύγετο και την αντιστασιακή ομάδα που εκείνος διοικούσε. Έπρεπε να σκεφτεί μια δικαιολογία, όχι όμως από αυτές που θα τον έκαναν να φαίνεται ότι απέτυχε στην αποστολή του. Το στρίβειν δια της αποτυχίας, το θεωρούσε επικίνδυνη τακτική, καθώς φοβόταν πως θα γέμιζε το κεφάλι του Ιωάννου με περισσότερα ερωτηματικά για το άτομό του. Όχι η σημερινή εποχή δεν αφήνει κανένα περιθώριο για τέτοιες ανευθυνότητες, σκέφτηκε. Θα του έλεγε του Ιωάννου κάτι άλλο, κάτι που χωρίς να αποκαλύπτει τίποτα για τις συναντήσεις που είχε χθες, θα τον έκανε να πιστέψει πως η έρευνά του βρίσκεται σε κάλο δρόμο. Κάπως έτσι σκεφτόταν να κινηθεί. Μόνο που αυτή τη στιγμή δεν είχε κάποιο σενάριο έτοιμο στο μυαλό του. Παρόλα αυτά δεν τον έπιασε πανικός. Αισθανόταν γεμάτος αυτοπεποίθηση, όπως ακριβώς ένιωθε μετά την πρώτη συνάντηση που είχε με τον Ιωάννου στο Speedrest. Θα σκεφτόταν κάτι μόλις έφτανε στο γραφειακό κέντρο. Εν ανάγκη, ακόμα και αν δεν κατάφερνε να έχει έτοιμη μια ιστορία, θα αυτοσχεδίαζε επί τόπου όταν θα συναντούσε τον Ιωάννου.
Έτσι γεμάτος αυτοπεποίθηση, κάνοντας ένα μεγάλο, σταθερό βήμα, μπήκε μέσα στο μετρό, λες και το να διανύσει την απόσταση μεταξύ αποβάθρας και συρμού, ήταν κάτι το πολύ σημαντικό. Με το που μπήκε μέσα, το πρώτο πράγμα που έκανε, ήταν να στείλει b-mail στον Ιωάννου, με το οποίο τον ειδοποιούσε για την επικείμενη επίσκεψή του. Τα λεπτά όμως περνούσαν και ο Ιωάννου δεν του απαντούσε, κάτι που του φάνηκε αρκετά περίεργο, καθώς το b-mail που του έστειλε ήταν υπηρεσιακό, οπότε κανονικά θα έπρεπε να του είχε απαντήσει αμέσως. Η ηλεκτρονική σιωπή συνεχίστηκε ακόμα και όταν ο Δημήτρης είχε φτάσει στον σταθμό της πλατείας Αναγέννησης. Ήταν μάλιστα ήδη μέσα στο ασανσέρ, όταν επιτέλους άκουσε να χτυπάει μέσα στο κεφάλι του ο ήχος της ειδοποίησης μηνύματος. Ο Δημήτρης προέβαλε αμέσως το μήνυμα στην οθόνη του κινητού του, όμως αυτό που είδε δεν το περίμενε. Ήταν το δικό του μήνυμα το οποίο είχε επιστρέψει πίσω, καθώς δεν είχε βρεθεί η ηλεκτρονική διεύθυνση του παραλήπτη.
Ο Δημήτρης δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Τσέκαρε τη διεύθυνση b-mail του Ιωάννου και βεβαιώθηκε πως είχε τη σωστή. Μετά σκέφτηκε ότι μπορεί να υπήρχε κάποιο σφάλμα στο δίκτυο, όμως δεν μπήκε στον κόπο να ξαναστείλει το μήνυμα, καθώς είχε πλέον φτάσει με το ασανσέρ στο επίπεδο ΙΙΙ του γραφειακού συγκροτήματος όπου και κατέβηκε.
Το ότι δεν είχε βρει τον Ιωάννου ήξερε πως θα του δημιουργούσε πρόβλημα, καθώς χρειαζόταν άδεια για να μπει στην υπουργική πτέρυγα, κάτι που εκείνος του είχε εξασφαλίσει την προηγούμενη φορά που τον είχε επισκεφθεί. Και πράγματι τα προβλήματα δεν άργησαν να φανούν. Με το που βγήκε από το ασανσέρ, τον πλησίασαν δύο αστυνομικοί και τον ρώτησαν τι ζητάει. Εκείνος τους είπε ότι είναι υπάλληλος του υπουργείου και πως έχει ραντεβού με τον σύμβουλο του υπουργού, τον Ιωάννου. Εκείνοι αφού έλεγξαν πρώτα τα στοιχεία της ταυτότητάς του, του ζήτησαν να τους δείξει τον κωδικό εισόδου, κάτι βέβαια που δεν είχε μαζί του. Μόλις διαπίστωσαν πως κωδικός δεν υπήρχε, χωρίς να προλάβει να τους πει τι συμβαίνει, έγιναν απειλητικοί και του ζήτησαν να φύγει. Ο Δημήτρης επέμεινε, κάνοντας μεγάλες προσπάθειες να τους εξηγήσει, αλλά καμιά από αυτές δεν έπιασαν τόπο. Η συζήτηση μάλιστα πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε διαπληκτισμό, ο οποίος δεν πέρασε απαρατήρητος από τον επικεφαλής ασφαλείας της πτέρυγας.
Με το που κατέφτασε αυτός, ο Δημήτρης τον έπιασε από τα μούτρα, λέγοντάς του ότι έπρεπε οπωσδήποτε να συναντηθεί με τον Ιωάννου. Εκείνος, ενοχλημένος από τη συμπεριφορά του Δημήτρη, του έριξε ένα βλέμμα γεμάτο αυστηρότητα και του ζήτησε – σχεδόν το απαίτησε – να περιμένει στο σαλόνι υποδοχής που υπήρχε δεξιά του ασανσέρ. Ο Δημήτρης, ο οποίος νόμιζε πως είχε βρεθεί επιτέλους λύση στο πρόβλημά του, κατευθύνθηκε προς το σαλόνι όπου περίμενε να έλθει, όπως πίστευε, κάποιος συνεργάτης του Ιωάννου για να τον παραλάβει. Μετά από σαράντα λεπτά αναμονής που έκαναν την υπομονή του να εξαντληθεί, τον πλησίασε όχι κάποιος συνεργάτης του Ιωάννου, αλλά ο ίδιος άνθρωπος, ο επικεφαλής ασφαλείας, ο οποίος του είπε κάτι που τον άφησε άφωνο.
«Κύριε Φωτόπουλε. Προφανώς έχει συμβεί κάποιο λάθος. Δεν υπάρχει κανένας Ιωάννου που να εργάζεται εδώ».
Πέρασε αρκετά δευτερόλεπτα μέχρι ο Δημήτρης  να συνειδητοποιήσει τι άκουσε, όμως πριν προλάβει να ζητήσει εξηγήσεις, πριν να πει έστω και μια λέξη, είδε να έρχεται προς το μέρος του ένας κουστουμαρισμένος νεαρός άνδρας, που κατάλαβε πως τον είχαν στείλει για να του μιλήσει.
«Ο κύριος Φωτόπουλος», τον ρώτησε.
«Νομίζω πως το έχουμε ξεκαθαρίσει αυτό», είπε ο Δημήτρης αρκετά νευριασμένος.
Ο νεαρός άνδρας ο οποίος ήταν τελείως ατάραχος, λες και δεν τον είχαν αγγίξει ούτε στο ελάχιστο ο απότομος τρόπος του Δημήτρη, του είπε με φωνή ουδέτερη.
«Όπως σας εξήγησε και ο επικεφαλής ασφαλείας δεν υπάρχει κανένας με αυτό το όνομα που να εργάζεται εδώ».
«Συγγνώμη, εσείς ποιος είστε», τον ρώτησε ο Δημήτρης.
«Εργάζομαι για τον υπουργό. Είμαι ένας από τους συμβούλους του. Οπότε ξέρω τι σας λέω. Ιωάννου δεν υπάρχει. Και τώρα σας παρακαλώ να επιστρέψετε στην εργασία σας».
«Συγγνώμη και πάλι, αλλά τι μου λέτε; Τι δεν υπάρχει Ιωάννου. Χθες ήμουν εδώ, σε τούτα εδώ τα γραφεία και μιλούσα μαζί του, με τον Ιωάννου, που είναι συμβούλους του υπουργού, συνάδελφός σας δηλαδή. Με είδαν τόσοι άνθρωποι. Πέρασα από ένα σωρό ελέγχους ασφαλείας, μέχρι και σωματική έρευνα μου έγινε για με να αφήσουν να τον δω, κι εσείς τώρα μου λέτε πως δεν υπάρχει»;
«Ένας ρομαντικός άνθρωπος στο υπουργείο Επεξεργασίας Δεδομένων. Για φαντάσου», είπε με αρκετή δόση ειρωνείας ο σύμβουλος του υπουργού, ο οποίος είχε πετάξει από επάνω του το ουδέτερο, ευγενικό πρόσωπο που φορούσε νωρίτερα, όταν υποδέχτηκε τον Δημήτρη.
«Τι ρομαντικός. Πως σας ήρθε τώρα αυτό. Ποιος είναι ρομαντικός; Για μένα λέτε ή για τον Ιωάννου, με έχετε μπερδέψει».
«Για εσάς μιλάω, για το πάθος σας. Ιωάννου είπαμε δεν υπάρχει. Χρόνος ενεστώτας. Ιωάννου δεν θα υπάρχει. Χρόνος μέλλοντος. Η διαίρεση αυτών των δύο αυτών χρόνων μας δίνει τον αόριστο, που στην περίπτωσή μας τι μας κάνει; Αφήστε το μην το ψάχνετε, θα σας βοηθήσω εγώ. Πως Ιωάννου δεν υπήρξε. Αυτή είναι απάντηση. Δεν υπήρξε ποτέ. Έχετε κάνει λάθος. Και τώρα σας παρακαλώ να φύγετε αμέσως προτού ζητήσω από τους αστυνομικούς εδώ να σας συλλάβουν. Απ’ ό,τι βλέπω έχει έλθει και το ασανσέρ. Περιμένω να μπείτε μέσα», του είπε, σχεδόν σαν να τον διέταζε.
Ο Δημήτρης, ακούγοντάς τα όλα αυτά, αισθάνθηκε το πρόσωπό του να λεπταίνει, να γίνεται σαν τσιγαρόχαρτο, σαν χαρτί ξεπατικούρας όπου επάνω του χαράζονταν, με όλες τις πιθανές εκφράσεις που μπορούσαν να πάρουν, ο πανικός και ο φόβος. Από βαθιά μέσα του είχαν ανέβει αυτές οι δύο σκοτεινές δυνάμεις. Μέσα από την αρτηρία του λαιμού του είχαν πάρει τον ανήφορο για το πρόσωπό του, πιέζοντάς το από τα κάτω με όλη τους τη λάβα. Αυτό το πρόσωπο που ο Δημήτρης το είχε δουλέψει με την πειθαρχεία του, κάνοντάς το, παρά τις ατέλειες του, να φαίνεται συμμετρικό, ο πανικός και ο φόβος τώρα το έλιωναν, το έσχιζαν, το έτρωγαν. Και δεν τους πήρε και πολύ για να ολοκληρώσουν το έργο της καταστροφής. Μέσα σε λίγη ώρα δεν είχε μείνει τίποτα από το πρόσωπό του, ούτε μάτια, ούτε μύτη, τίποτα, καμία ύλη. Τίποτα δεν έβλεπες, παρά μόνο ένα βαθυκόκκινο σύννεφο, μια καταιγίδα από φωτιά. Μια πύρινη βροχή, ο πανικός και ο φόβος, και φλούδες από στάχτη, κομμάτια από το πρόσωπο του Δημήτρη που τραβούσαν τη μοναχική τους πορεία για τον ουρανό, μόνο αυτά υπήρχαν τώρα.
Σε αυτήν την ανεξέλεγκτη κατάσταση είχε παραδοθεί ο Δημήτρης. Αισθανόταν τελείως αδύναμος, γι’ αυτό και μόλις έφτασε στο επίπεδο Ι, πετάχτηκε από το ασανσέρ και πήγε και κλείστηκε στο γραφείο του. Εκεί έκατσε, ακίνητος στην καρέκλα του, περιμένοντας να κοπάσει η καταιγίδα, να σβήσει η φωτιά – δεν μπορεί, πίστευε, κάποια στιγμή θα έσβησε – ώστε να ψάξει μετά μέσα στα αποκαΐδια, μήπως και βρει υλικά που δεν είχαν καταστρέψει οι φλόγες, υλικά γερά που θα τον βοηθούσαν να ξαναχτίζει το πρόσωπό του, να ξαναχτίσει τον εαυτό του, ώστε να αποφασίσει τι θα κάνει. Για μία περίπου ώρα έμεινε βυθισμένος στην καρέκλα. Μετά ακούμπησε τα χέρια του εκεί όπου πριν ήταν το πρόσωπό του κι αφού άρχισε να νιώθει κάτι, αφού οι πρώτες καθαρές εικόνες από την βιβλιοθήκη και από άλλα αντικείμενα του γραφείο του άρχισαν να πλημμυρίζουν το χώρο, σημάδι πως είχε και πάλι μάτια, είχε πια από κάπου να ξεκινήσει, έβαλε μπρος το καλούπωμα για να αναστηλώσει τον εαυτό του ή ό,τι τέλος πάντων είχε απομείνει από αυτόν.
Αφού δεν αισθανόταν να καίγεται άλλο, έχοντας ανακτήσει κάπως την ψυχραιμία του, έκατσε να σχεδιάσει τις επόμενες κινήσεις του. Η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό του ήταν να πάει να δει τον διευθυντή του. Δεν μπορεί, σκέφτηκε, αυτός θα ήξερε για τον Ιωάννου, θα ήξερε και θα του έλεγε. Βέβαιος ότι θα μάθαινε όλη την αλήθεια, με μια ανυπομονησία που σχεδόν τον γκρέμισε από την καρέκλα όπου καθόταν, βρέθηκε σε χρόνο μηδέν έξω από το γραφείο του διευθυντή.  
Με το που τον είδε ο διευθυντής του έδειξε μεγάλη εγκαρδιότητα, κάτι που δεν παραξένεψε τον Δημήτρη, καθώς ήξερε πως τον συμπαθούσε. Αυτή τη φορά μάλιστα η δόση ήταν μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη, οπότε το πρώτο σημάδι το βρήκε θετικό. Δεν έχει κάτι να κρύψει, σκέφτηκε. Αν είχε θα το καταλάβαινε -ήταν σίγουρος - καθώς ο διευθυντής δεν ήταν κάποιος που μπορούσε να προσποιηθεί εύκολα, ειδικά όταν απέναντι του είχε ανθρώπους από τη δουλειά που τους αισθανόταν δικούς του. Χωρίς λοιπόν να κρατήσει κάποια άμυνα, με τη σιγουριά και την εμπιστοσύνη που του ενέπνεε ο διευθυντής του, πέρασε κατευθείαν στο θέμα που τον απασχολούσε, παρουσιάζοντας αναλυτικά τα γεγονότα της εξαφάνισης του Ιωάννου. Αφού του τα είπε όλα, για τον επικεφαλής ασφαλείας, για τον σύμβουλο του υπουργού που τον είχε διώξει κακήν κακώς από το επίπεδο ΙΙΙ, τον ρώτησε αν είχε κάποια υποψία του γιατί του είχαν πει πως Ιωάννου δεν υπήρχε. Τότε ο διευθυντής του, ατάραχος και με την ίδια εγκάρδια διάθεση όπως και πριν, είπε στο Δημήτρη κάτι που τον ξάφνιασε.
«Συγγνώμη Δημήτρη, για ποιον ακριβώς μου μιλάς»;
«Μα για τον σύμβουλο του υπουργού, τον Ιωάννου. Αυτόν που φάγαμε χθες μαζί στο εστιατόριο, στο Speedrest, που είχε έλθει εκεί για να σας μιλήσει για εμένα, όμως εγώ εμφανίστηκα σαν τον φάντη μπαστούνι και σας τα χάλασα. Τον Ιωάννου», είπε ο Δημήτρης, χωρίς να προσθέσει άλλες λεπτομέρειες, καθώς πίστεψε ότι είχε δώσει στον διευθυντή αρκετά στοιχεία για να προσανατολίσει, για να συντονίσει το μυαλό του με το θέμα που συζητούσαν.
«Χθες που φάγαμε μαζί στο Speedrest, είδαμε κάποιον σύμβουλο του υπουργού επ’ ονόματι Ιωάννου;», τον ρώτησε ο διευθυντής του.
Ο Δημήτρης έριξε στον διευθυντή ένα βλέμμα γεμάτο έκπληξη, την οποία όμως προσπάθησε αμέσως να την ελέγξει, να την πνίξει. Δεν ήταν τόσο αυτό που άκουσε για τον Ιωάννου που τον προβλημάτισε. Αυτό, παρ’ ό,τι ήταν πολύ σοβαρό, το άφησε πίσω του προς το παρόν. Περισσότερο προβληματίστηκε για την ηρεμία που έβλεπε πάνω στο πρόσωπό του διευθυντή του, ο οποίος του είπε πως δεν υπάρχει Ιωάννου – αυτός ο Ιωάννου που είχαν συναντήσει μαζί μόλις χθες – σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου.
Αυτήν την ηρεμία του σώφρονα ανθρώπου ήταν που φοβήθηκε, που οι γνωστικοί ή όσοι παριστάνουν τους γνωστικούς την κραδαίνουν για να ξεχωρίσουν από τους από τους άλλους, τους παράφρονες, αυτούς που αφήνουν τον εαυτό τους να πνιγεί στις εμμονές, να πνιγεί στην αλήθεια, που δεν μπορούν να τη διαχειριστούν, και στο δίκιο, που κατακτούν με μεγάλο ψυχικό κόπο, στο δίκιο που αφού το κατακτήσουν βγαίνουν να πανηγυρίσουν, να το δείξουν στους άλλους, και τότε διαπιστώνουν ότι κανείς δεν νοιάζεται, κανείς δεν τους δίνει εύσημα για το εύρημά τους, που οι ίδιοι το νομίζουν για σπουδαίο, αλλά τελικά δεν είναι καθόλου σπουδαίο, αφού και οι γνωστικοί το ξέρουν το δίκιο, όμως προτιμάνε να το καταχωνιάσουν κάπου για να μην το βλέπουν. Και είναι αυτό που ξεχωρίζει τους γνωστικούς από τους ανθρώπους του δεύτερου επιπέδου, από αυτούς που δεν καταλαβαίνουν πως τόσο κόσμος ζει  αδιαφορώντας για την αδικία· από αυτούς  που δεν αντέχουν στην ιδέα ότι τελικά δεν ανακάλυψαν κάτι σπουδαίο,  αφού και οι άλλοι ξέρουν το δίκιο,  που η αποκατάσταση του δίκιου γίνεται ο βωμός για μια νέα αυτοθυσία, που θα αναδείξει το μεγαλείο τους, που είναι αυτό που μετράει περισσότερο απ’ όλα κάποιες φορές.  Ήταν άραγε κόλπο, σκεφτόταν ο Δημήτρης, η νηφαλιότητα του διευθυντή του, για να τον κάνει να πιστέψει ότι είναι τρελός; Αυτό μπορεί και να τον βόλευε τον διευθυντή, όμως γνωρίζοντάς τον καλά, ήξερε πως δεν ήταν από εκείνους που θα μπορούσαν να στήσουν μια τέτοια παράσταση. Οπότε τώρα τι, ήταν πραγματικά τρελός; Στη σκέψη αυτή ο Δημήτρης ένιωσε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Έψαξε να βρει κάτι στέρεο να ακουμπήσει και ώσπου να το καταλάβει, κάνοντας βουτιά από την καρέκλα που καθόταν, βρέθηκε πιασμένος από τη δεξιά γωνιά του γραφείου του διευθυντή, που είχε γίνει τώρα κάτι σαν βράχος, από όπου είχε γαντζωθεί για να μην πέσει στο κενό που έβλεπε να υπάρχει από κάτω του. Όταν συνειδητοποίησε τι είχε κάνει, προς μεγάλη έκπληξη του διευθυντή, του οποίου τα μάτια είχαν μεγαλώσει για να χωρέσουν όλο αυτό το παράξενο θέαμα που έβλεπε μπροστά του, βγήκε τρέχοντας έξω από το γραφείο χωρίς να γυρίσει να πει κουβέντα.
Τα ανεξέλεγκτα συναισθήματα, οι σπασμοί στο στομάχι που έρχονται μετά από μια μεγάλη κρίση άγχους και μικραίνουν το υπόλοιπο σώμα σου, που το κρατούν φυλακισμένο μέσα στα τοιχώματα του στομαχιού, όπου το σώμα, αλυσοδεμένο,  δέχεται επιθέσεις από γαστρικά υγρά, που σαν το αρπακτικό στον μύθο του Προμηθέα, το αυλακώνουν, το κάνουν λίγο λίγο να σχίζεται, σε μια τέτοια κατάσταση βρισκόταν τώρα ο Δημήτρης. Κάτι μέσα του όμως τον κινητοποίησε, τον έκανε να θέλει να πολεμήσει. Προσπάθησε με το βλέμμα του να πιαστεί από κάπου, απ’ οπουδήποτε, από ένα έπιπλο στο διάδρομο, από ένα μπάλωμα, από μια μουτζούρα πάνω στον τοίχο, οτιδήποτε τέλος πάντων ήταν ικανό να χωρέσει την προσοχή του, ώστε να μην σκέφτεται όλα αυτά περί τρέλας. Η ανακούφιση όμως που περίμενε ήλθε από κάπου άλλου. Τελείως ξαφνικά και χωρίς να θυμάται να το έχει προκαλέσει ο ίδιος, το κεφάλι του γέμισε με την εικόνα της Μαριάννας. Ήταν όπως τη θυμόταν από τη χθεσινή νύχτα. Στροβιλιζόταν στο κενό, χωρίς να υπάρχει γη για να πατήσει τα πόδια της, χωρίς να υπάρχει ουρανός για να απλώσει τα χέρια της. Κι όμως στροβιλιζόταν με σιγουριά, με τη σιγουριά των δερβίσηδων, παρασέρνοντας στον χορός της και τον Δημήτρη, τον οποίο είχε τυλίξει με τα φίδια του σώματός της. Μέσα σε αυτά τα φίδια που άλλαζαν συνεχώς όψη και χρώματα, που δεν ήξερε αν είναι δηλητηριώδη ή ακίνδυνα, έμεινε τυλιγμένος ο Δημήτρης για αρκετή ώρα. Πάνω στο λαιμό της Μαριάννας ξαπόσταινε το βλέμμα του, τους αμμόλοφούς της περιδιάβαινε, στα ποτάμια της κολυμπούσε, και αισθανόταν το πρόσωπό του να μαζεύει, να ξαναβρίσκει το φυσικό του μέγεθος, που έχει αλλάξει πριν, είχε τεντωθεί από τον πόνο που του είχαν προκαλέσει οι σφαίρες εκείνων των σπασμών που είχαν γαζώσει το στομάχι του. Η Μαριάννα, μια εικόνα της φαντασίας του, που ερχόταν όμως από την πραγματικότητα, ένα αερικό από ζωντανά υλικά, που τον είχε πάρει από το χέρι για να χορέψουν, κι όταν πια ο χορός τους τελείωσε, τον ακούμπησε και πάλι στην πραγματικότητα ήρεμο και νηφάλιο.
Με την βοήθεια της Μαριάννας ο Δημήτρης ένιωσε τη φρεσκάδα μιας επανεκκίνησης στο μυαλό του. Ένιωθε σαν να είχαν σβηστεί όλα τα κακόβουλα ίχνη, σαν να είχαν κλείσει μια και καλή τα παράθυρα από όπου προηγουμένως τρύπωναν μαύρες σκέψεις που σκέπαζαν την λιακάδα της λογικής του. Τότε ήταν που έφερε στο νου του τον φίλο του τον Γιώργο, μια σκέψη τόσο απλή που όμως του ήταν αδύνατον να την κάνει νωρίτερα, μέσα στον πανικό στον οποίο βρισκόταν.
Ναι ο Γιώργος ήταν η λύση, σκέφτηκε. Μαζί είχαν πάει στο Speedrest εκείνη την ημέρα, οπότε θα επιβεβαίωνε πως Ιωάννου υπήρχε. Ήταν φίλος του ο Γιώργος, αποκλείεται να του έλεγε ψέματα. Αλλά ακόμα και αν προσπαθούσε να τον ξεγελάσει, θα το καταλάβαινε, οπότε και πάλι κερδισμένος θα έβγαινε, αφού έστω και έμμεσα θα μάθαινε για τον Ιωάννου αυτό που ήθελε να μάθει.
Ίσως είχε πέσει έξω με τον διευθυντή του. Η συμπάθεια που του είχε, ίσως είχε θολώσει την κρίση του, ίσως τον είχε κάνει να υποτιμήσει την ικανότητα του διευθυντή να στήνει και να πρωταγωνιστεί σε συνομωσίες. Όμως ο Γιώργος όχι, αυτός δεν θα μπορούσε να του κρυφτεί. Τον ήξερε πολύ καλά.
Ο Δημήτρης κοίταξε γύρω του για να δει που βρίσκεται. Δεν είχε απομακρυνθεί. Ήταν στον διάδρομο των λογιστών, δηλαδή δίπλα από τον δικό του και του Γιώργου,  των αναλυτών. Σε δευτερόλεπτα μέσα έφτασε στο γραφείο του φίλου του, τον οποίο τον πέτυχε όρθιο να πηγαίνει πάνω κάτω. Με το που τον είδε ο Γιώργος, του χαμογέλασε και του ζήτησε να περάσει μέσα. Δεν υπήρχε όμως το ίδιο χαμόγελο και στο βλέμμα του. Το βλέμμα του  Γιώργου ο Δημήτρης το αισθάνθηκε κάπως ψυχρό, απόμακρο. Τότε αποφάσισε η επίσκεψη του να έχει στρατηγική.  Και επέλεξε κάποια που νόμιζε ότι ήταν η καλύτερη γι’ αυτήν την περίσταση, αυτήν της αμυντικής επίθεσης, ώστε σε περίπτωση που υπήρχε η πιθανότητα να θέλει ο Γιώργος να τον παραμυθιάσει, να μην του αφήσει κανένα περιθώριο να το πράξει, αλλά φέρνοντάς τον προ τετελεσμένων γεγονότων, να τον αναγκαστεί να ομολογήσει τους πονηρούς του σκοπούς.
«Δεν πιστεύω να μου πεις, κι εσύ ότι δεν υπάρχει Ιωάννου;», είπε ο Δημήτρης ξεκινώντας, όπως το έχει σχεδιάσει επιθετικά τη συζήτηση. 
Ο Γιώργος ο οποίος ξαφνιάστηκε από αυτά τα λόγια, πήγε με την καρέκλα του λίγα εκατοστά πίσω, λες και έπρεπε οπωσδήποτε να έχει κάποια απόσταση ασφαλείας από τον Δημήτρη, που σίγουρα του χρειαζόταν, πρώτον, για να ανασάνει από τον αιφνιδιασμό και, δεύτερον, για να τακτοποιήσει τις σκέψεις του. Χωρίς όμως να καταφέρει τίποτα από τα δύο, είπε ή μάλλον ψέλλισε στον Δημήτρη με ασταθή φωνή:
«Τι, τι εννοείς;»
«Άστα αυτά. Ξέρεις εσύ. Για τον Ιωάννου σου μιλάω που είδαμε προχθές, εσύ, εγώ και ο διευθυντής μας. Θα μου πεις κι εσύ πώς δεν υπάρχει, πως δεν τον είδαμε ποτέ;»
Ο Γιώργος, ο οποίος όχι μόνο ανάσα δεν πρόλαβε να πάρει, αλλά είχε τώρα πιο πολύ αιφνιδιαστεί από πριν – ο Δημήτρης ένιωσε δικαιωμένος για τη στρατηγική του – έδωσε μιαν απάντηση χωρίς βάρος, που δεν πατούσε πουθενά, καμιά στερεή σκέψη δεν υπήρχε πίσω της για να τη στηρίζει. Ήταν μιαν απάντηση κάποιου πράγματι αιφνιδιασμένου, που δεν είχε την χρονική άνεση για να σκεφτεί να πει κάτι ολοκληρωμένο.
«Ρε Δημήτρη τι τα θέλεις τώρα και τα σκαλίζεις τα πράγματα».
«Τι θέλω και τα σκαλίζω ε. Έννοια σου και δεν έχω σκοπώ σκαλίσω τίποτα παραπάνω μαζί σου», του είπε και βγήκε σαν σφαίρα έξω από το γραφείο, αφήνοντας τον Γιώργο μόνο του, μπερδεμένο μέσα στα δίχτυα ενός ακόμη αιφνιδιασμού, του τρίτου στη σειρά, που τον καθήλωσε στην καρέκλα του και τον έκανε να κοιτάζει το κενό.
Καθώς περπατούσε στο διάδρομο ο Δημήτρης, άρχισε να σκέφτεται το πώς μίλησε στον Γιώργο. Αισθανόταν τώρα πως δεν ήταν σωστό το κόλπο που χρησιμοποίησε για να του αποσπάσει πληροφορίες. Σκέφτηκε πως δεν χρειαζόταν όλο αυτό, να επιτεθεί δηλαδή στον Γιώργο με τέτοιο τρόπο, ώστε να τον κάνει χάσει τον έλεγχο, για να πάει έπειτα αυτός να μαζέψει, είτε μέσα από τα μισόλογά του, είτε κοιτώντας τις εκφράσεις του φοβισμένου του προσώπου, τα κομμάτια της αλήθειας που θα έπεφταν κάτω. Σίγουρα το κόλπο πέτυχε. Αυτό που ήθελε να μάθει για τον Ιωάννου, πράγματι το είχε μάθει, χωρίς μάλιστα να χρειαστεί η ομολογία του Γιώργου. Το «τι τα θέλεις τώρα και τα σκαλίζεις τα πράγματα» που του είχε πει, ήταν αρκετό για να του πιστοποιήσει ότι Ιωάννου υπήρχε, όπως πίστευε από την αρχή. Και φυσικά ήταν αρκετό για να σβήσουν από το μυαλό του, την οποία αμφιβολία είχε ακόμα για το αν τα έχει χαμένα. Μόνο που όλα αυτά θα μπορούσε να τα έχει μάθει κάπως αλλιώς, ακολουθώντας μια τακτική που θα ήταν πιο ανώδυνη για τον Γιώργο. Ίσως, σκεφτόταν, αν τον είχε ρωτήσει ευθέως για τον Ιωάννου, ίσως τότε ο Γιώργος, σαν φίλος του που ήταν, να του έλεγε την αλήθεια. Ναι μπορεί να μην του κρυβόταν, μπορεί αυτό το «τι τα θέλεις τώρα και τα σκαλίζεις τα πράγματα», να ήταν η δεύτερη φράση του, αυτή που θα ακολουθούσε την ομολογία του. Κι όμως δεν μπήκε στον κόπο, μιλώντας ευθέως στον Γιώργο, να δοκιμάσει την ειλικρίνειά του. Δεν το έκανε γιατί φοβήθηκε το αποτέλεσμα, φοβήθηκε ότι αν ο Γιώργος του έλεγε τελικά ψέματα, θα κουρέλιαζε την φιλία τους, οπότε προτίμησε, αντί να του δείξει εμπιστοσύνη, να είναι αυτός ο πρώτος που θα την κουρελιάσει. Ναι έτσι φέρθηκε, αδικώντας τόσο τον Γιώργο, όσο και τον εαυτό του, αλλά πολύ περισσότερο τη φιλία τους.
Όλες αυτές οι σκέψεις του Δημήτρη για τον Γιώργο, παρά τις ενοχές που του δημιουργούσαν, λειτούργησαν απελευθερωτικά, καθώς τον παραμάκρυναν από το μεγάλο θέμα που τον απασχολούσε, τον Ιωάννου. Ο ίδιος δεν την είχε πάρει χαμπάρι αυτήν την ελευθερία, αυτήν την εκτόνωση, όμως το ένιωθε, ένιωθε τις σκέψεις μέσα στο μυαλό του να κινούνται πιο άνετα, να μην είναι τόσο στριμωγμένες. Καθώς μάλιστα κοιτούσε την πόρτα του γραφείου του και ετοιμαζόταν να μπει μέσα, μια από αυτές τις σκέψεις έκανε ένα βήμα μπρος, και τον συμβούλεψαν διαφορετικά. Έτσι αποφάσισε, η μάλλον του βγήκε από μέσα του, να κάνει κάτι άλλο, πιο τολμηρό. Πήγε στη στάση του λεωφορείου που βρισκόταν λίγο έξω από τον διάδρομο. Έτσι ξαφνικά αποφάσισε να φύγει, να μην μείνει ούτε στιγμή στο υπουργείο. Τον τραβούσε η Μαριάννα, την εικόνα της οποίας είχε και πάλι μπροστά του. Ένιωθε μιαν ακατανίκητη έλξη να πάει να τη βρει. Τίποτε δεν τον σταματούσε. Ούτε οι ερωτήσεις που θα του έκανε αργότερα ο διευθυντής του για την απόφασή του να φύγει από τη δουλειά χωρίς να πάρει πρώτα άδεια, ούτε οι επιπτώσεις που θα είχε. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν σκέφτηκε. Απλά σηκώθηκε και έφυγε λες και ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο.

Μεσημέρι προτελευταίας μέρας: λύσεις για ένα γρίφο
Ήταν μέσα στο μετρό και πήγαινε στης Μαριάννας. Μέσα στο μυαλό του εκείνη κολυμπούσε ανάμελα, ξερώντας πως κανείς, πέρα από τα δικά του μάτια, δεν υπάρχει κοντά για να τη δει. Βράδυ ήταν και το νερό ουρανός, σύμπαν, κι αυτή το ένα και μοναδικό αστέρι, που το φώτιζε. Όμως ακόμα και το πιο καλά σφαλισμένο όνειρο… Όμως όχι δεν υπάρχουν τέτοια, την αλήθεια πρέπει να λέμε κι όχι ψέματα. Κανένα, μα κανένα όνειρο, καμιά ονειροπόληση δεν έχει σύνορα. Να τος λοιπόν από το πουθενά – ούτε καν αναρωτήθηκε ο Δημήτρης πως εμφανίστηκε – να τος πάλι εκείνος, ο Ιωάννου, που βλέποντας την Μαριάννα, βλέποντας το αστέρι που αυτή ήταν της είπε: «Αστέρι εσύ, καινοφανής Αστέρας εγώ», και πριν προλάβει καν να ολοκληρώσει τη φράση του, φώτισε με την πυρηνική του λάμψη την κάθε γωνιά του σύμπαντος που ήταν το μυαλό του Δημήτρη, παρασέρνοντας τη Μαριάννα στον αφανισμό.
Μετά τη μεγάλη έκρηξη, με την οποία ο Ιωάννου έκανε αισθητή την παρουσία του, ο Δημήτρης, που η σκέψη είχε τώρα κάνει ένα βήμα πίσω – είχε γυρίσει ξανά στον επικεφαλής ασφαλείας και στον διευθυντή του που του έλεγαν πως Ιωάννου δεν υπάρχει – άρχισε να εξετάζει σενάρια για το τι μπορούσε πραγματικά να του έχει συμβεί. Η πρώτη σκέψη  που έκανε, τον οδήγησε σε μια υπόθεση, την οποία αν και θα ήθελε πολύ να πιστέψει, τελικά την βρήκε αρκετά αδύναμη για να είναι αληθινή. Ο Ιωάννου, σκέφτηκε, είχε ανέβει κατηγορία στο υπουργείο. Του ανέθεσαν μάλιστα μια πολύ σημαντική αποστολή, τόσο σημαντική, που έπρεπε να σβηστούν τα ίχνη του, έπρεπε να τον εξαφανίσουν, να μην ξέρει κανείς τίποτα γι’ αυτόν, κανείς από το παρελθόν δεν έπρεπε να βρεθεί στα πόδια του και να του χαλάσει αυτό που είχε να κάνει.
Αυτό σκέφτηκε στην αρχή. Πολύ γρήγορα όμως κατάλαβε πως ήταν μια υπόθεση καταδικασμένη, που δεν ευσταθούσε. Κι αυτό γιατί σκέφτηκε, πως αν το καθεστώς έπρεπε οπωσδήποτε να κρύψει τον Ιωάννου, αν έπρεπε οπωσδήποτε να τον βυθίσει στην ανυπαρξία, θα μπορούσε πολύ απλά να τον παρουσιάσει νεκρό. Θα έλεγαν ότι πέθανε σε κάποιο ατύχημα, κι έτσι όλοι θα ήταν ευχαριστημένοι, δηλαδή όλοι όσοι ήξεραν τον Ιωάννου, οι φίλοι του, οι συνάδελφοι του στη δουλειά, θα είχαν μιαν απάντηση για την τύχη του που θα τους ικανοποιούσε, που δεν θα τους δημιουργούσε αμφιβολίες. Άλλωστε το καθεστώς είχε στη διάθεσή του όλα τα μέσα που χρειαζόταν για να σκηνοθετήσει έναν ψεύτικο θάνατο. Η διαγραφή, όμως, στα καλά του καθουμένου της ζωής ενός ανθρώπου με μια λιτή και εντελώς παράλογη ανακοίνωση, όπως αυτό το, Ιωάννου δεν υπήρξε ποτέ, που του είχαν πει, έδειχνε πως κάτι άλλο συνέβαινε.
Μην μπορώντας να εντοπίσει ακόμα τι ήταν αυτό, ο Δημήτρης πέρασε σε μιαν άλλη υπόθεση. Σκέφτηκε ότι μπορεί να είχαν απολύσει τον Ιωάννου. Με δεδομένο μάλιστα ότι στη σημερινή εποχή κανείς δεν ασχολείται με κανέναν, σκέφτηκε πως το καθεστώς απλά ανακοίνωσε ότι Ιωάννου δεν υπήρξε, και τέλος η ιστορία. Αυτό όμως του φάνηκε κάπως τραβηγμένο για να είναι αλήθεια. Το ότι κανείς δεν ασχολούταν με κανέναν, ήταν γνωστό. Όμως ο Ιωάννου, ως σύμβουλος του υπουργού που ήταν, ήξερε και τον ήξεραν τόσοι άνθρωποι. Αν είχε απολυθεί, γιατί δεν είχε ας πούμε κάνει καλά κάποια δουλειά που του είχαν αναθέσει, δεν θα χρειαζόταν όλο αυτό το κρυφτούλι. Απεναντίας ένας ανεπαρκής σύμβουλος, σκέφτηκε ο Δημήτρης, θα μπορούσε να γίνει παράδειγμα προς αποφυγή, τόσο για τους υψηλόβαθμους όσο και για τους χαμηλόβαθμους υπαλλήλους του υπουργείου, οπότε κανονικά θα τον κράδαιναν τον Ιωάννου, θα τον περιέφεραν δεξιά και αριστερά, σαν το μαύρο πρόβατο, δεν θα τον εξαφάνιζαν.
Ο Δημήτρης ετοιμαζόταν να διαγράψει από το μυαλό του αυτήν την υπόθεση, όμως κάτι μέσα του έλεγε πως θα έπρεπε να της δώσει μεγαλύτερη προσοχή. Αισθανόταν ότι υπήρχε ένα κομμάτι του πάζλ που δεν τον είχε βρει ακόμη, που αν το έβρισκε μπορεί τελικά η υπόθεση να σωνόταν. Γι’ αυτό και έσκαψε βαθιά μέσα στο μυαλό του, για να βρει τι είναι αυτό που λείπει. Ταλαιπωρήθηκε αρκετά με σκέψεις που στην αρχή του φαίνονταν ασύνδετες. Όμως ως καλός αναλυτής που ήταν, δουλεύοντας μεθοδικά, κατάφερε να τις συνταιριάξει, φτάνοντας σε ένα ικανοποιητικότατο, όπως πίστευε εκείνη τη στιγμή, αποτέλεσμα. Το φως στην άκρη του τούνελ φάνηκε. Το τοπίο ξεκαθάρισε και έτσι είδε το λάθος που είχε κάνει.
Είχε προσεγγίσει την υπόθεση της απόλυσης του Ιωάννου μέσα από τις λογικές διαδρομές του δικού του μυαλού. Και εδώ ακριβώς ήταν το λάθος του. Κανονικά θα έπρεπε να σκεφτεί σαν άνθρωπός του καθεστώτος. Έπρεπε να τρέξει το μυαλό του πατώντας, θα έλεγε κανείς, πάνω στο λειτουργικό σύστημα του καθεστώτος, χρησιμοποιώντας τις ιδέες του, τη φιλοσοφία του. Αν το είχε κάνει, θα έχει αμέσως καταλάβει πως το καθεστώς είχε κάθε λόγο να απολύσει κάποιον σαν τον Ιωάννου εξαφανίζοντάς τον. Γιατί; Γιατί πολύ απλά ένα μονολιθικό καθεστώς σαν το σημερινό, σκεφτόταν ο Δημήτρης, δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίσει κάποιον ανεπαρκή, στο οποίο έχει κάνει το λάθος να εμπιστευθεί μια τόσο υψηλή θέση, όπως αυτή του συμβούλου, ως ελάττωμα του ίδιου του συστήματος. Το πόσο μικρό ή μεγάλο είναι αυτό το ελάττωμα, δεν έχει καμία σημασία. Στα απολυταρχικά καθεστώτα άλλωστε τα μεγέθη καταργούνται ή μάλλον το κάθε ελάττωμα, όσο μικρό και αν είναι, εκλαμβάνεται ως μεγάλο. Γι’ αυτό και δόθηκε τόσο πολύ σημασία στην υπόθεση του Ιωάννου. Γιατί είδαν τον «ελαττωματικό» Ιωάννου ως τρύπα συνολικά για το καθεστώς, μια τρύπα που έπρεπε πάση θυσία να κλείσει. Γιατί από εκεί θα μπορούσε να εισχωρήσει ο επικίνδυνος αέρας της αμφισβήτησης. Ένα αεράκι μάλλον αμφισβήτησης, όχι αέρας, ούτε τυφώνας, ένα μόνο αεράκι, που όμως είναι αρκετό για να σκορπίσει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα την ψευδαίσθηση της τελειότητας που το καθεστώς τρέφει για τον εαυτό του. Είναι αρκετό για να κάνει τους ανθρώπους του καθεστώτος να τρέχουν να σωθούν, καθώς συνειδητοποιούν ότι το σπίτι τους είναι, όπως σε εκείνο το παλιό παιδικό παραμύθι, φτιαγμένο από άχυρα κι όχι από τούβλα. Ένας λάθος πόντος, που όμως αν τον ανακάλυπταν, αν έπεφταν πολλά μάτια επάνω του, θα έπρεπε μετά να ξηλωθεί ολόκληρο το σύστημα. Αυτό ακριβώς ήταν ο Ιωάννου για το σημερινό καθεστώς, σκέφτηκε ο Δημήτρης. Γι’ αυτό και τον φοβήθηκαν τόσο πολύ. Γι’ αυτό και τον εξαφάνισαν.
Ο Δημήτρης αισθάνθηκε ικανοποίηση από το συμπέρασμα που είχε βγάλει για την εξαφάνιση του Ιωάννου. Όμως δεν πρόλαβε να περάσει ένα λεπτό κι άρχισε να νιώθει πάλι  πως υπήρχε κάποιο κενό στη σκέψη του. Αυτή τη φορά ένιωθε πως η αλήθεια που είχε βρει ήταν μισή, πως είχε φτυαρίσει μόνο την επιφάνεια αυτής της αλήθειας και πως η υπόλοιπη βρισκόταν θαμμένη βαθιά μέσα σε  κάποια σπηλιά. Εκεί έλαμπε, μέσα στο πηχτό σκοτάδι, και μέχρι επάνω στην είσοδο της σπηλιάς, όπου βρισκόταν τώρα ο Δημήτρης, δεν έφταναν παρά μόνο μερικές από τις αχτίδες αυτής της αλήθειας. Δεν απογοητεύτηκε όμως. Από αυτές τις αχτίδες θα πιανόταν, σαν από έναν άλλο μίτο της Αριάδνης, για να καταρριχηθεί μέσα στη σπηλιά και να βρει το σημείο απ’ όπου η αλήθεια, ολόκληρη αυτή τη φορά, εξέπεμπε το εκτυφλωτικό της φως.
Η πιθανότητα μιας τέτοιας ανακάλυψης ήταν κάτι που έκανε τον Δημήτρη να χαίρεται προκαταβολικά. Δεν ήταν άλλωστε του χαρακτήρα του να της κρύβεται της αλήθειας. Από τη ζωή του ναι, πολλές φορές είχε κρυφτεί κι ας μην το παραδεχόταν. Από την αλήθεια όμως ποτέ, όσο επικίνδυνη και αν είχε υπάρξει στο παρελθόν γι’ αυτόν. Έτσι και τώρα το είχε πάρει απόφαση να σταθεί μπροστά από το φως αυτής της αλήθειας, χωρίς να φοβάται μήπως καεί. Θα τολμούσε να αγγίξει την εύθραυστη, την γυάλινη επιφάνειά της, δίχως να τρέμει αν θα τη σπάσει, χωρίς να φοβάται για τον εαυτό του, για το αν το σώμα του θα γέμιζε, αν τελικά την έσπαγε, με πληγές και αίματα από τα κομμάτια που θα εκσφενδονίζονταν επάνω του. Ήταν αποφασισμένος. Θα μάθαινε για τον Ιωάννου, για το πώς τον εξαφάνισε το καθεστώς, θα μάθαινε πάση θυσία τον ακριβή λόγο που τον εξαφάνισαν. Μα πάνω απ’ όλα θα μάθαινε μέσα από αυτήν την αναζήτηση – τουλάχιστον αυτό ήλπιζε – ποιος ήταν επιτέλους αυτός ο αινιγματικός άνθρωπος, που τον θαύμαζε, όμως και τον φοβόταν, που ήταν εχθρός του, όμως τον αισθανόταν κάποιες φορές δίπλα του, πολύ δίπλα του, σαν κάποιον που τον προστάτευε, από τι όμως, δεν ήξερε.
Ο Δημήτρης όταν αποφάσιζε να ενώσει αρμούς, να συνταιριάξει κομμάτια της δικής του σκέψης με την ανεξάρτητη, ψυχρή λογική, για να λύσει τους γρίφους με τους οποίους καταπινόταν, κανείς και τίποτα δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Εκ πρώτης όψεως αυτό φαινόταν πως είχε συμβεί και τώρα, καθώς ο στρόβιλος που λεγόταν Ιωάννου, από τη στιγμή που ο Δημήτρης μπήκε στο μετρό για να πάει στης Μαριάννας, είχε παρασύρει το μυαλό του σε δρόμους μακρινούς. Ήταν μάλιστα τόσο πολύ δυνατός ο αέρας που έσερνε μαζί του αυτός ο στρόβιλος, είχε σηκώσει τόσο πολύ σκόνη, που θα έλεγε κανείς πως το μυαλό του Δημήτρη θα αργούσε πολύ να διακρίνει την πραγματικότητα, ώστε να γυρίσει πίσω σε αυτήν. Κι όμως μόλις ο Δημήτρης έφτασε στο σταθμό του μετρό που ήταν να κατέβει, η εικόνα του Ιωάννου ξεθώριασε. Η σκόνη που προηγουμένως είχε σηκώσει αυτός ο άνθρωπος μέσα στο κεφάλι του κατακάθισε και καμιά ρωγμή χρόνου, σαν από αυτές που ο Δημήτρης ξετρύπωνε για να λύνει τους γρίφους του, δεν φαινόταν να υπάρχει τώρα για να χωρέσει τον Ιωάννου.
 Όση ώρα  έκανε για να ανεβεί με το ασανσέρ μέχρι το διαμέρισμα της Μαριάννας, δεν τον σκέφτηκε ούτε μια φορά. Αυτό ήταν όλο λοιπόν, ο Ιωάννου είχε εξαφανιστεί, δεν άντεξε, γιατί ο καινοφανής αστέρας που ήταν, είναι ένας νεκρός αστέρας, κι όσο κι αν λάμπει μέσα στο σύμπαν, έρχεται κάποια στιγμή που τος φώς του σβήνει, σβήνει τελείως.
Πίσω από τις ουρές με το πεθαμένο φώς του Ιωάννου, άρχισε να φαίνεται τώρα εκείνη. Εκείνη, έγινε και πάλι το μοναδικό αστέρι μέσα στο σύμπαν του, κι όχι το όποιο και όποιο αστέρι, όχι κάποιο μακρινό, αλλά ο ήλιος. Μόνο εκείνη υπήρχε και τα 800 μέτρα που τον χώριζαν από το διαμέρισμα της, 700 μέτρα τώρα, 500 μέτρα, 300 μέτρα, 200 μέτρα, 50 μέτρα.  Έφτασε.

Απόγευμα προτελευταίας μέρας: η Μαριάννα και ένα όνειρο
Μόλις την είδε που του άνοιξε την πόρτα, έπεσε επάνω της με δύναμη και τη φίλησε. Εκείνη αιφνιδιασμένη, πήρε ασυναίσθητα μιαν αμυντική θέση, λυγίζοντας τα γόνατά της και πιάνοντας με τα δυο της τα χέρια τις άκρες από την κάσσα της πόρτας. Μόλις όμως άρχισε να αισθάνεται την φωτιά από τα χείλη του, μόλις ένιωσε τα χέρια και τα πόδια του να μεγαλώνουν, να γίνονται κλαδιά και μετά φωλιά, άφησε το εαυτό της ελεύθερο και πήγε να κρυφτεί στην ασφάλεια αυτής της φωλιάς, στην ασφάλεια του έρωτα που της προσέφερε ο Δημήτρης, ενός έρωτα που έκανε το μεσημέρι, το απόγευμα, το βράδυ, τους δείχτες του ρολογιού, για να τα πω λίγο κλισέ τα πράγματα, μιας που ταιριάζει εδώ, να σταματήσουν. Τους δείκτες του ρολογιού που άρχισαν να δουλεύουν κατά τα μεσάνυχτα, όταν τα πρόσωπα του Δημήτρη και της Μαριάννας, όταν τα σώματά τους, μίκρυναν και πάλι, χώρισαν, έγιναν δύο, δύο άνθρωποι, δύο φαντασίες, δύο μυαλά.
Η Μαριάννα τώρα είχε γερμένο το κεφάλι της στο στήθος του Δημήτρη, που είχε γίνει κάτι σαν ηλεκτρικό φορτίο, όπου πάνω του ταξίδευε τη φαντασία της. Εκεί είχε ξαπλώσει, ώσπου στο τέλος την πήρε ο ύπνος. Ο Δημήτρης που δεν κουνιόταν για να μην χαλάσει την ονειροπόληση της, σκανάριζε το πρόσωπό της Μαριάννας, προσπαθώντας να συντονιστεί με το όνειρο που έπαιζε κάτω από τα μάτια της. Δεν τα κατάφερε όμως. Όταν πια τον πήρε ο ύπνος Μαριάννα δεν υπήρχε. 
Ήταν μόνος του, μέσα σε ένα δικό του όνειρο τώρα, μαζί με έναν άνθρωπο που στέκονταν αρκετά μέτρα μπροστά του και δεν μπορούσε να τον διακρίνει καλά. Ήταν σε ένα ερειπωμένο, νεοκλασικό σπίτι του 19ου αιώνα, ανάμεσα σε τοίχους ξεφτισμένους από τον χρόνο που στέκονταν στα πόδια τους δύσκολα, σχεδόν δύσθυμα, σαν να μην το ήθελαν. Ταβάνι δεν υπήρχε, παρά μόνο ομίχλη από όπου με δυσκολία περνούσε το φως της ημέρας; Το φως της νύχτας από τ’ αστέρια και τις λάμπες; Δεν μπορούσε να πει. Πλησίασε τον ξένον άνθρωπο, όμως αυτός απομακρυνόταν. Δεν ήθελε να τον δει ο Δημήτρης, όμως του μίλησε κι από τη φωνή του, μόλις του μίλησε κι αυτός, κατάλαβε αμέσως ποιος είναι.
Ήταν ο Ιωάννου. Ο Ιωάννου που είχε σταματήσει εδώ και πολλές ώρες να τον σκέφτεται, που η ζεστή σκέψη της Μαριάννας, που έκαιγε μέσα στο κεφάλι του σαν μαντεμένιο τζάκι, τον είχε τσουρουφλίσει, τον είχε λιώσει, τον είχε κάνει να μην υπάρχει. Εξόριστος από τις  σκέψεις του, ο Ιωάννου βρήκε τρόπο να επιστρέψει, τρυπώνοντας μέσα στα όνειρα του Δημήτρη, τον πλέον προσωπικό του χώρο, που όμως δεν μπορούσε να ελέγξει. Ήταν μαζί του τώρα, μέσα στο ερειπωμένο σπίτι, κρύβοντας το πρόσωπό του, λες και ήταν το πιο ακριβό πράγμα του κόσμου. Ο Δημήτρης κατάφερε να δει μόνο μερικές αντανακλάσεις αυτού του προσώπου πάνω στο φως της ομίχλης που όσο περνούσε η ώρα κατέβαινε πιο χαμηλά. Η ομίχλη που στο τέλος τους τύλιξε και τους δύο, που είχε γίνει έπιπλο, δύο έπιπλα, δύο πολυθρόνες όπου κάθονταν με την πλάτη γυρισμένη ο Δημήτρης και ο Ιωάννου. Εκεί μέσα βούλιαζαν, πάντα με την πλάτη γυρισμένη. Από εκεί του μίλησε ο Ιωάννου, με τη φωνή του να ψάχνει πασπατευτά μέσα στην ομίχλη για τον Δημήτρη.
«Σου χρωστάω μια μεγάλη συγγνώμη», ήταν τα πρώτα λόγια που ακούστηκαν από το στόμα του Ιωάννου.
«Εγώ σου ζητώ συγγνώμη» είπε ο Δημήτρης, όμως δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του, καθώς αισθάνθηκε στη γλώσσα του μια πατημασιά από τον Ιωάννου, που τον διέκοψε για να μιλήσει.
«Δεν ήμουν ειλικρινής μαζί σου. Όμως τώρα έχω αποφασίσει να στα πω όλα. Μπαίνω κατευθείαν στο θέμα, γι’ αυτό άκουσέ με. Άκουσέ με καλά. Αφορά εμένα. Και αυτό που θέλω να μάθεις για μένα είναι πως είμαι μέλος της αντίστασης. Κι εγώ σαν κι εσένα».
Το όνειρο του Δημήτρη ξαφνικά πάγωσε, καμιά κίνηση δεν γινόταν. Μετά από αρκετή ώρα ακούστηκε ένα μεταλλικό κλικ, που κατάλαβε πως να ερχόταν από μακριά, έξω από το όνειρό του, από εκείνη την τελευταία υπόθεση που είχε κάνει για την εξαφάνιση του Ιωάννου καθώς πήγαινε στης Μαριάννας. Ή ήταν κάτι άλλο, κάτι φοβερότερο αυτό το κλικ; Μήπως είχε να κάνει με το ότι μέσα στο όνειρό του είχε τρυπώσει τώρα σαν ξένο σώμα αυτή η υπόθεση, που όμως δεν είχε καμία δουλειά να βρίσκεται εκεί; Η απασφάλιση της λογικής του που ετοιμαζόταν να πυροβολήσει το όνειρό του, μήπως αυτό ήταν το κλικ που άκουσε; Ό,τι και να ήταν, για τον Δημήτρη δεν είχε καμία σημασία αυτή τη στιγμή. Απλά παρακολουθούσε το όνειρό του, το παρακολουθούσε που έβαζε τις εικόνες στη σειρά. Μάλιστα περίμενε με ανυπομονησία την αποκάλυψη που θα του έφερνε η επόμενη σκηνή. Και η αποκάλυψη αυτή δεν άργησε να έρθει.
Αυτό είναι, ψιθύρισε ο Δημήτρης. Το καθεστώς νιώθει πανικό και αντιδρά παράλογα. Όμως δεν είναι ακόμα στην εντατική, ώστε να φοβάται πως το παραμικρό μικρόβιο, ο παραμικρός ιός, θα προκαλέσει τον θάνατό του. Τον Ιωάννου τον εξαφάνισαν, όμως όχι γιατί ήταν ανεπαρκής, όπως είχε σκεφτεί ο ίδιος σε εκείνη την τελευταία υπόθεση, ούτε γιατί υπήρχε ο κίνδυνος η ανεπάρκειά του γίνει η αιτία να ανάψει η σπίθα της αμφισβήτησης του καθεστώτος, αλλά για έναν πολύ πιο σοβαρό, για έναν πιο πραγματικό λόγο, γιατί ήταν μέλος της αντίστασης. Ήταν μέλος της αντίστασης ο Ιωάννου και το είχαν καταλάβει. Κάποιο λάθος έκανε που το βρήκαν, κι έτσι και από άνθρωπος του καθεστώτος που ήταν έγινε εχθρός τους. Ένας μεγάλος εχθρός, μια μεγάλη τρύπα, ένα φίδι που το καθεστώς έτρεφε στον κόρφο του. Έπρεπε να λοιπόν απομονωθεί, γιατί το δηλητήριο που είχε μέσα του ήταν πολύ ισχυρό. Έπρεπε να εξοντωθεί, για να μην μάθει κανείς για την τρύπα και βέβαια για να μην «δαγκώσει» ο Ιωάννου κανέναν.
Μέσα στο όνειρό του, οι μηχανές της λογικής του δούλευαν στο φουλ. Τα συναισθήματά που ένιωθε ήταν συναισθήματα συγκρατημένης χαράς, αφού η εξαφάνιση του Ιωάννου είχε διαλευκανθεί. Όσο για μια μικρή θαμπάδα που είχε κάτσει πάνω στα μάτια του από κάποια λύπη που του είχε ξεφύγει, γρήγορα καθάρισε. Η υπόθεση Ιωάννου διαλευκάνθηκε.  Όχι όμως και ο άνθρωπος Ιωάννου, που εξακολουθούσε να στέκει μπροστά του σαν ένα μεγάλο ερωτηματικό, πιο μεγάλο μάλιστα τώρα ύστερα από την ομολογία του για τη συμμετοχή του στην αντίσταση. 
Πόσο παράξενο όμως ήταν όλο αυτό; Ένας άνθρωπος μεγάλης ηλικίας σαν τον Ιωάννου, γιατί δεν μπορούσε να βρεθεί στο πλευρό των νέων ανθρώπων, αφού το μυαλό τους, εκείνων και το δικό του, γέμιζε με εικόνες και λέξεις που έβγαιναν μέσα από το ίδιο πηγάδι, μέσα από το μακρινό παρελθόν;  Πως και το καθεστώς δεν πρόβλεψε πως θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, όταν συμπεριέλαβε στις τάξεις του ηλικιωμένους ανθρώπους; Τόσο πολύ είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του που πίστευε ότι μπορούσε να τους ελέγξει; Όσο για την επανάσταση, αλήθεια πόσα εύκολα μπορείς να δαμάσεις μια επανάσταση που βρίσκεται σε εξέλιξη; Ο ίδιος ο Δημήτρης πριν από λίγες μέρες που το σκεφτόταν είχε πιστέψει πως μπορείς. Όμως οι άνθρωποι του καθεστώτος που είχαν τόση πείρα, εκείνοι, πως πίστεψαν ότι είναι ποτέ δυνατόν να γυρίσουν πίσω ένα πλοίο με κόσμο που βρίσκεται ήδη μεσοπέλαγα; Πως πίστεψαν ότι μπορούσαν να αναγκάσουν αυτόν τον κόσμο να ακολουθήσει τον δρόμο του καθεστώτος, ένα δρόμο της στεριάς, που όσα μπαλώματα και να έχει, όσα φτιαξίματα, θάλασσα δεν γίνεται να ανοίξουν τα πανιά της φαντασία να ταξιδέψουν;
Η σκέψη του Δημήτρη είχε γεμίσει με αρκετά δεδομένα, που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν να βρει απαντήσεις σε αυτά και σε άλλα παρόμοια ερωτήματα που άρχισαν να γεμίζουν το κεφάλι του. Κάτω από άλλες συνθήκες θα είχε πιαστεί πάνω από αυτά τα δεδομένα, θα είχε πιαστεί από τον αφρό τους και θα έφτανε μέχρι την ακτή. Κι όμως τώρα δεν τον ένοιαζε να μάθει. Δεν τον ένοιαζε να πάρει καμιά απάντηση. Όλα αυτά μπορούσαν να περιμένουν, γιατί τώρα κάτι άλλο ήταν που τον απασχολούσε πιο πολύ, αυτά που του είχε πει ο Ιωάννου όταν είχε τρυπώσει στο διαμέρισμά του για να τον στρατολογήσει. Εκείνα τα λόγια του Ιωάννου είχαν τώρα ξαναζωντανέψει. Και το ερωτηματικό μεγάλο και χωρίς απάντηση. Γιατί, εφόσον ήταν αντιστασιακός, του είχε πει όλα αυτά περί ισορροπίας μεταξύ λογικής και παραλόγου, μιας ισορροπίας που υποτίθεται πως θα χανόταν σε βάρος της πρώτης, αν η αντίσταση κέρδιζε τον πόλεμο; Εκείνο πάλι που του είχε πει, πως οι νέοι άνθρωποι θέλουν να γεμίσουν τον κόσμο με πληγιασμένα φτερωτά άλογα, κομμένα κεφάλια ταύρων, δράκους με τις ξεσκισμένες ανθρώπινες σάρκες ανάμεσα στα δόντια τους, τι ήταν αυτό, ψέματα; Και ποια ήταν η αλήθεια τώρα που ο Ιωάννου είχε αποκαλυφθεί, ακριβώς το αντίστροφο; Το καθεστώς ήταν ο κακός της υπόθεσης και η αντίσταση τώρα τι ήταν, τι εκπροσωπούσε, τον κόσμο των αγγέλων; Κι αν είναι έτσι τα πράγματα, αν ο Ιωάννου του είχε πει ψέματα για την αντίσταση όταν ήρθε σπίτι του, γιατί το έκανε, ποιο ήταν το κίνητρό του;
Τις σκέψεις του διέκοψαν τα λόγια του Ιωάννου, που έβαλαν τέλος στην σιωπή  που είχε σταθεί ανάμεσά τους μετά την ομολογία του για συμμετοχή του στην αντίσταση.
«Καθαρός ουρανός θα είναι τα λόγια μου. Ξέρω τι σε απασχολεί και δεν θα σε ταλαιπωρήσω. Ό,τι σου είπα για την αντίσταση, ό,τι αρνητικό της φόρτωσα, ήταν αυτά που περίμενες να ακούσεις από κάποιον με τη δική μου θέση. Με είχαν βάλει από το υπουργείο να σε πλησιάσω, καθώς σε σένα είχαν δει κάποιον που θα μπορούσε με τα προσόντα του να βοηθήσει το καθεστώς στον αγώνα κατά της αντίστασης. Εμένα έναν άνθρωπο αντιστασιακό, εσένα ένα εξίσου αντιστασιακό.
Ναι ήξερα ποιος είσαι. Δεν χρειάστηκε να ερευνήσω πολύ. Όταν σε πρωτοαντίκρισα - όχι στο Speedrest, δεν ήταν εκεί η πρώτη φορά που σε είδα –  όλα μπήκαν στη θέση τους. Απλή λογική Δημήτρη, από αυτήν που έχουν οι νέοι άνθρωποι, όχι από την άλλη την περιορισμένη του καθεστώτος. Αυτήν έβαλα μπροστά και είδα πως παίζεις ανοιχτό παιχνίδι και ας μην το έχεις καταλάβει. Η συλλογή στοιχείων για σένα, η ανάλυσή τους, όλα αυτά ήταν χάσιμο χρόνου. Σε είδα, σε κατάλαβα, κι όταν σε άκουσα στο Speedrest να μου μιλάς για το καθεστώς και την αντίσταση, ήρθε κι επαλήθευση».
»Ναι σου είπα αυτό που περίμενες να ακούσεις, κι όχι μόνο στη συνάντηση που είχαμε στο σπίτι σου. Κάποια από αυτά στα έχω ξαναπεί κι αλλού κάπως όμως πιο έμμεσα. Μην παιδεύεσαι για το πότε και που. Δεν έχει πια καμία σημασία. Το μόνο που έχει σημασία τώρα είναι να μάθεις πως δεν είχα κανέναν σκοπό να σε «δώσω» για να γλιτώσω εγώ. Δεν θα σε «έδινα» ποτέ για να ισχυροποιήσω τη θέση μου μέσα στο καθεστώς, για να κάνω να εξαλειφτεί και το παραμικρό ενδεχόμενο να σκεφτεί κάποιος για μένα ότι ανήκω στην αντίσταση. Θα σου μιλούσα. Όταν πια θα ήσουν κοντά μου, συνεργάτης μου, θα σου έλεγα όλη την αλήθεια. Και τότε θα δουλεύαμε μαζί για να νικήσουμε το καθεστώς. Εμείς οι δύο, δυο παλιοί άνθρωποι, με μυαλό καινούργιων, θα αποτελούσαμε την πιο καλή αντιστασιακή ομάδα, καλύτερη ακόμα και από τις πιο καλές ομάδες των νέων ανθρώπων».
«Μου είπατε αυτά που περίμενα να ακούσω. Οπότε όλες οι αμφιβολίες που νιώθω για την αντίσταση, που εσείς τους δώσατε τροφή, τελικά τι είναι, μια πλάνη;».
«Είναι μια δική σου αλήθεια, μια αλήθεια από τις πολλές. Μια μεγάλη πιθανότητα, αν το θέλεις. Το ομολογώ, είναι και τέτοιο. Ως αλήθεια όμως είναι δική σου, κατά δική σου. Εγώ ρίσκαρα, πίστεψα, ναι πίστεψα στην αντίσταση, δεν αμφέβαλα. Ρίσκαρα και το πλήρωσα. Όμως δεν το μετανιώνω».
«Πείτε μου για το σχέδιο επίθεσης κατά της αντίστασης», είπε ο Δημήτρης αλλάζοντας απότομα το θέμα της συζήτησης.
«Αυτό δεν ανήκει σε τούτο το όνειρο. Ή μήπως έχεις ξεχάσει που βρισκόμαστε»;
«Ήσασταν μέλος της αντίστασης, γατί θέλατε να πάτε με τους νικητές. Ναι αυτό είναι. Καταλάβατε ότι παρά τις διώξεις, παρά τις φυλακίσεις και τα λιγοστά τους μέσα, οι νέοι άνθρωποι στο τέλος θα νικήσουν το καθεστώς. Δεν γίνεται, το νέο ανατρέπει το καινούργιο. Αυτός είναι κανόνας απαράβατος».
«Η πίστη σε έναν μεγάλο σκοπό, σε μια θρησκεία, σε μια ιδέα, και πετά και πατά. Ναι υπάρχει και λογική, είναι ένα από τα λειτουργικά πάνω στα οποία τρέχει το πρόγραμμα της πίστης, όσο κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο. Όμως εγώ δεν είμαι  προγραμματιστής. Κληρονόμος είμαι, όπως κι οι περισσότεροι στον κόσμο των ιδεών. Και τώρα…»
«Ναι το ξέρω πρέπει να φύγετε. Φύγετε λοιπόν. Η συνεργασία μας τελείωσε. Δεν με έχετε ανάγκη. Δεν σας έχω ανάγκη. Μπορούμε και μόνοι μας τώρα».
«Είμαι τελείως μόνος μου και θα μου λείψεις λίγο το ομολογώ».
«Το ομολογώ, η γνωριμία σας με άλλαξε. Με έκανε καλύτερο σαν άνθρωπο. Δεν μιλώ από ηθικής πλευράς. Με καταλαβαίνετε ελπίζω. Σας αφήνω όμως τώρα. Χάρηκα πολύ που σας γνώρισα. Δεν θα μου λείψετε καθόλου. Αλλά πέστε μου κάτι τελευταίο…» είπε ο Δημήτρης ο οποίος δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την ερώτησή του, καθώς τον διέκοψε ο Ιωάννου για να του απαντήσει.
«Τίποτα».
«Τι τίποτα», ρώτησε ο Δημήτρης.
«Όνειρο είναι. Τίποτα δεν θα θυμάσαι μετά».
«Μα τότε γιατί…»
«Αντίο φίλε μου».

Πρωί τελευταίας μέρας: μια ομολογία
Οι τελευταίες κουβέντες του Ιωάννου νύχιασαν το όνειρο του Δημήτρη, το μάτωσαν, έκαναν τον Δημήτρη να πονέσει, ώσπου στο τέλος ξύπνησε. Συνηθισμένος όπως ήταν από το σπίτι του, κοίταξε αμέσως δεξιά στο κομοδίνο για να δει το ρολόι, όμως ρολόι δεν υπήρχε. Ζαλισμένος ακόμα από το απότομο ξύπνημα, όταν ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα οι αισθήσεις του άρχισαν να παίρνουν μπρος, άκουσε μέσα στο κεφάλι του να κουδουνίζει η εφαρμογή ξυπνητήρι RV 322, καθώς και μια γυναικεία φωνή που του έλεγε ηλεκτρονικά πόση ώρα είχε περάσει από τότε που έπρεπε να σηκωθεί. Με το που κατάλαβε ότι η ώρα ήταν 7:20, πετάχτηκε αμέσως από το κρεβάτι και άρχισε να ντύνεται. Μετά γύρισε και κοίταξε το κρεβάτι και είδε ότι η Μαριάννα έλειπε. Δεν ανησύχησε όμως. Η μυρωδιά του καφέ που ερχόταν από μέσα από την κουζίνα, σήμαινε ότι η Μαριάννα είχε ξυπνήσει νωρίτερα. Αν και του φάνηκε παράξενο που δεν τον είχε ξυπνήσει κι εκείνον, δεν έκατσε να το πολυσκεφτεί και πήγε στην κουζίνα, όπου είδε τη Μαριάννα να στέκεται με την πλάτη γυρισμένη μπροστά από την καφετιέρα.
Δεν τον είχε καταλάβει. Προς στιγμήν πήγε να της μιλήσει, αλλά το μετάνιωσε. Έμεινε να την κοιτάζει. Άλλωστε υπήρχε πολύς χώρος και χρόνος μέσα στο μυαλό του για εκείνη. Έξω ο χρόνος τον πίεζε. Στο μυαλό του όμως οι δείκτες του ρολογιού δούλευαν αλλιώς. Παχύ βαθυκόκκινο πάπλωμα είχε καθίσει επάνω στον χρόνο και τον είχε ακινητοποιήσει. Παχύ βαθυκόκκινο πάπλωμα, με βαθουλώματα, βουνά και λοφίσκους, τα συναισθήματα που ένιωθε για τη Μαριάννα, συναισθήματα που είχαν καταργήσει κάθε ευθεία μέσα του.
Τη Μαριάννα που είχε απλωθεί παντού, που είχε καταλάβει όλα τα δωμάτια, όλα τα συρτάρια του μυαλού του, την έβλεπε μπροστά του και αισθανόταν ελαφρύς, όσο ποτέ άλλοτε. Όμως κάποια στιγμή αφαιρέθηκε και έχασε την εικόνα της. Τελείως απρόσμενα σκέφτηκε τον Παύλο, τον Αντώνη, τα άλλα παιδία που είχε γνωρίσει από την αντίσταση. Έκλεισε τα μάτια και τους είδε όλους να γυρίζουν γύρω από το κεφάλι του σαν δορυφόροι μέσα στη νύχτα. Όταν τα άνοιξε και πάλι, ήταν πια μέρα και κανείς τους δεν υπήρχε. Όσο για τον Ιωάννου, αυτόν τον άνθρωπό που τον θαύμαζε, όμως τον φοβόταν κιόλας, που τον έκανε να νιώθει ασφαλής, αλλά τον υποπτευόταν, δε τον έβλεπε πουθενά, ούτε στο φως της ημέρας, ούτε στο σκοτάδι. Όμως τον ένιωθε, τον ένιωθε κοντά του. Άκουγε πίσω του τις πατημασιές του. Ήταν κάπου δίπλα του, όμως δεν τον σκεφτόταν καθόλου. Ετοιμαζόταν να γίνει ανάμνηση τώρα, το καταλάβαινε. Αλλά εικόνα δεν θα γινόταν ποτέ. Θα παρέμενε πάντα ένας ήχος. Ένας παλμός, όπως της καρδίας, που δεν θα τον άκουγε, όμως θα υπήρχε.
Καθώς η σιωπή και το σκοτάδι είχαν τυλίξει όλους τους φίλους του, ο Δημήτρης που είχε πια μείνει μόνος του με τη Μαριάννα, την πλησίασε και της έδωσε ένα φιλί πίσω στο λαιμό. Εκείνη ξαφνιασμένη, λύγισε ασυναίσθητα το κεφάλι της ελαφρώς προς τ’ αριστερά, αφήνοντας να φανεί ένα μικρό χαμόγελο. Μετά γύρισε προς το μέρος του, τον φίλησε στο στόμα και του έδωσε την κούπα με τον καφέ που κρατούσε, λέγοντάς του πως είναι γι’ αυτόν.
Έκατσαν στο τραπέζι της κουζίνας πλάι πλάι και για μερικά δευτερόλεπτα κοιτούσε ο ένας τον άλλον χωρίς να λένε τίποτα. Τη σιωπή έσπασε η Μαριάννα που αισθάνθηκε την ανάγκη να του απολογηθεί που δεν τον είχε ξυπνήσει νωρίτερα. 
«Συγγνώμη που δεν σε ξύπνησα. Όμως μου άρεσε τόσο πολύ που σε έβλεπα να κοιμάσαι, που τα δευτερόλεπτα, τα λίγα δευτερόλεπτα που σκέφτηκα να αφήσω περιθώριο στον εαυτό μου για να σε κοιτάζει, έγιναν χωρίς να το καταλάβω λεπτά, μέχρι που στο τέλος τον έχασα τον χρόνο, τον ξέχασα και με ξέχασε κι εκείνος».
«Δεν πειράζει» είπε ο Δημήτρης με φωνή αχρωμάτιστη.
«Ελπίζω πραγματικά να μην σε πειράζει» είπε η Μαριάννα η οποία ξερώντας πως ο Δημήτρης είναι από εκείνους που η πραγματικότητά τους είναι γεμάτη συνοριογραμμές και checking points, δεν φάνηκε να πολυπιστεύει την απάντηση που της είχε δώσει.
«Μην ανησυχείς καθόλου. Το εννοώ αυτό που λέω. Στην αρχή όταν ξύπνησα ένιωσα κάποιον πανικό μόλις είδα το ρολόι. Όμως αυτός ο πανικός, ήταν στην ουσία περίσσευμα. Ναι περίσσευμα από τη χθεσινή, την προχθεσινή, την προηγούμενη ζωή μου» της είπε ο Δημήτρης με μια φωνή που προς το τέλος είχε γίνει σταθερή, αποφασιστική.
Τα λόγια του Δημήτρη, αλλά κυρίως ο τρόπος που μίλησε, έκαναν την Μαριάννα να τον προσέξει καλύτερα. Μπροστά της είχε έναν διαφορετικό Δημήτρη – το έβλεπε τώρα καθαρά – που δεν είχε καμία σχέση με αυτόν που ήξερε μέχρι χθες. Τα σύνορα που είχε επάνω στο πρόσωπό του, που ήταν εκεί για να συγκρατούν τις σκέψεις του μήπως και δραπετεύσουν, είχαν ανοίξει. Ήταν ένα πρόσωπό εκφραστικό που άλλαζε σχήματα, με γωνίες που είχαν πια απελευθερωθεί και προεξείχαν  καθώς μιλούσε, με ρυτίδες που έπαψαν πια να είναι ακινητοποιημένες και ξερικές, αλλά άνοιγαν, τεντώνονταν, καθώς ακολουθούσαν τη ροή των σκέψεών του. Η Μαριάννα δεν μπορούσε να εξηγήσει που οφειλόταν η ξαφνική μεταμόρφωση του Δημήτρη. Αισθανόταν όμως πως δεν επρόκειτο για μια απλή αλλαγή, αλλά για την αρχή μιας διαδρομής που θα της αποκάλυπτε έναν καινούργιο κόσμο ανεξερεύνητο, έναν κόσμο γεμάτο με εκπλήξεις, ευχάριστες αλλά μπορεί και δυσάρεστες. Καθόταν και κοιτούσε τον Δημήτρη χωρίς να έχει γλώσσα για να μιλήσει. Είχε αποφασίσει να αφήσει αυτόν να την ξεναγήσει στον κόσμο του, ελπίζοντας ότι θα είναι τόσο όμορφος όσο ήταν τώρα αυτός ο άλλος Δημήτρης που είχε απέναντί της. 
«Δεν θα πάω σήμερα στο δουλειά» της είπε ο Δημήτρης σαν να διάβαζε τηλεγράφημα, εκπλήσσοντας τη Μαριάννα, που δεν είχε προετοιμαστεί για να ακούσει κάτι τέτοιο. «Δεν θα πάω ούτε σήμερα, ούτε αύριο, ούτε ποτέ» συμπλήρωσε, όμως τα λόγια του δεν είχαν όγκο, δεν πατούσαν πάνω στα γερά θεμέλια μιας ολοκληρωμένης σκέψης, με αποτέλεσμα να σπάσουν αφήνοντας τη Μαριάννα, που ήταν πιασμένη από πάνω τους, μετέωρη στο κενό.
Ο Δημήτρης που είχε εκλάβει την έκπληξη που έβλεπε στα μάτια της Μαριάννας ως τρόμο, έσπευσε να την καθησυχάσει.
«Μην τρομάζεις. Υπάρχει εξήγηση για όλο αυτό. Δεν τα έχω χάσει. Δεν είμαι τρελός».
«Ούτε για μια στιγμή Δημήτρη δεν πίστεψα κάτι τέτοιο για σένα» του απάντησε εκείνη. «Απλά δεν μπορώ να εξηγήσω, δεν μπορώ να καταλάβω…
«Ησύχασε και θα στα εξηγήσω όλα. Θα σου τα πω όλα από την αρχή. Πριν από τρεις μέρες…»
Ο Δημήτρης άρχισε να της διηγείται τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια. Στην αρχή της μίλησε για τον ίδιο, για το ποιος ήταν ο ρόλος του μέσα στην αντίσταση, για την αποστολή του, που ήταν να βρει πού ήταν κρυμμένο το σχέδιο επίθεσης της κυβέρνησης. Της μίλησε πολύ ώρα για όλα αυτά, παρότι της ήταν γνωστά της Μαριάννας. Αφού βάδισε επάνω σε γνωστό έδαφος, μετά της είπε και τα υπόλοιπα: για τον Ιωάννου, για το ποιος ήταν, τι πίστευε, τι του είχε πει στο Speedrest. Της είπε για την αντίσταση, για την οποία είχε πάψει πια να είναι σίγουρος για τις καλές της προθέσεις, καθώς φοβόταν ότι αν αυτή γινόταν εξουσία, θα μετεξελισσόταν σε ένα αδίστακτο, σκληρό, ολοκληρωτικό καθεστώς, που θα υπέτασσε την ανθρώπινη λογική στη βούληση του παραλόγου. Της μίλησε για την επίθεση που είχε δεχτεί μετά τη συνάντηση του με τον Παύλο, αλλά και για την απρόσμενη επίσκεψη σπίτι του τού Ιωάννου, ο οποίος είχε μπει μέσα παραβιάζοντάς το νόμιμα, όπως του είχε υπαινιχθεί. Της είπε για την προσπάθεια του Ιωάννου να τον στρατολογήσει για να κατασκοπεύσει σε βάρος της αντίστασης, για τον δυνατό σπόρο αμφιβολίας που ο Ιωάννου είχε ρίξει στο μυαλό του, που έδωσε τροφή στη δική του, με αποτέλεσμα να το κάνει να ξεκινήσει έρευνα, ώστε να εξακριβώσει ποιοι ήταν οι πραγματικοί στόχοι της αντίστασης. Της μίλησε για την εξαφάνιση του Ιωάννου, για το ότι είχε πάει στο γραφείο του να τον δει, όμως εκεί του είπαν ότι Ιωάννου δεν υπάρχει, κάτι που με ένα πολύ ύπουλο, δικό του τρόπο, του είπε αργότερα και ο διευθυντής του, ο οποίος είχε πάει να το βγάλει τρελό. Τέλος της μίλησε για την ανακάλυψή του, πως δηλαδή τον Ιωάννου τον είχαν εξαφανίσει για κάποιο λάθος που είχε κάνει, γιατί αποδείχτηκε ανεπαρκής, μια ανακάλυψη που παραδέχτηκε πως είχε κενά, που όμως πίστευε πως αν άντεχε στις δοκιμασίες της λογικής, θα αποδεικνυόταν μεγάλο εύρημα, όχι τόσο γιατί θα του εξηγούσε τι απέγινε ο Ιωάννου, αλλά για τις αλήθειες θα τον βοηθούσε να βγάλει στο φως για την ίδια την φύση του καθεστώτος, για το ότι δηλαδή αυτό συγκρατιόταν στη θέση του εξαιτίας κάποιων λεπτών ισορροπιών, τόσο πολύ λεπτών, που αρκούσε ένα απλό συμβάν, ένας ανεπαρκής σύμβουλος, για να προκαλέσει στο καθεστώς τριγμούς και να οδηγήσει στην ανατροπή του. 
Ύστερα από αυτά που της είπε, ο Δημήτρης θεώρησε πως είχε δώσει στη Μαριάννα αρκετά στοιχεία για να συνδέσει τα γεγονότα που του είχαν συμβεί με την απόφασή του να μην ξαναπάει στη δουλειά. Της είπε πως δεν ήταν ασφαλές για εκείνον, πως όποιος και αν ήταν τελικά ο λόγος που εξαφάνισαν τον Ιωάννου, εμπλεκόταν κι ο ίδιος ή μάλλον θα προσπαθούσαν να τον εμπλέξουν. Αν τον Ιωάννου, της είπε, τον βασάνισαν πριν τον εξαφανίσουν, μπορεί και να τους μίλησε για εκείνον, οπότε θα έψαχναν να μάθουν περισσότερα για τον άνθρωπο που είχε αποφασίσει να στρατολογήσει για να δουλέψει μαζί του ενάντια στην αντίσταση. Κι από την έρευνα που θα έκαναν, εξ’ αιτίας αυτής της παραλίγο συνεργασίας του με ένα πρωτοκλασάτο στέλεχος της κυβέρνησης που είχε βρεθεί στον δρόμο του,  μπορεί να οδηγούνταν στην αλήθεια, που ο Ιωάννου, όπως επίσης και οι άνθρωποι του καθεστώτος αγνοούσαν, πως δηλαδή ήταν μέλος της αντίστασης, οπότε μετά ήταν θέμα χρόνου να τον συλλάβουν και να τον εξαφανίσουν κι αυτόν.
«Ναι Δημήτρη συμφωνώ μαζί σου, δεν πρέπει να ξαναπάς στη δουλειά» είπε η Μαριάννα, η οποία όση ώρα μιλούσε ο Δημήτρης ήταν λες και είχε ρυθμίσει την αναπνοή της να δουλεύει στους ρυθμούς της δικής του ανάσας, ώστε να μην  χάσει ούτε λέξη από αυτά που της έλεγε.
«Όμως δεν είναι τα πράγματα έτσι όπως τα λες. Δεν καταλαβαίνεις. Γατί δεν καταλαβαίνεις; Γιατί πάντα ψάχνεις να πατήσεις πάνω σε πάτωμα που δεν έχει στεγνώσει, πάνω σε υγρό τσιμέντο; Γιατί δεν μπορείς να ισορροπήσεις επιτέλους» είπε η Μαριάννα με θυμό. Ήταν όμως ένας θυμός που δεν έκρυβε δυσφορία, αλλά αγάπη. Κι όσο η ένταση του μεγάλωνε, τόσο πιο πολύ φαινόταν αυτή η αγάπη. Ο Δημήτρης, ο οποίος έστεκε σιωπηλός όσην ώρα άκουγε τη Μαριάννα να μιλά, μάζεψε όπως όπως την έκπληξη που του είχε προκαλέσει το ξέσπασμά της και ξεκίνησε για να πει κάτι, όμως από το στόμα του δεν βγήκαν λέξεις, αλλά κάποιοι άναρθροι ήχοι. Η Μαριάννα που ούτε καν πρόσεξε την προσπάθεια του Δημήτρη να της μιλήσει, συνέχισε την κουβέντα της από εκεί που την είχε αφήσει. Μιλούσε με την ίδια ένταση όπως και πριν, μια ένταση όμως που αυτή τη φορά εξέπεμπε περισσότερο ανησυχία και λιγότερο αγάπη.
«Φοβάσαι ώρες ώρες, χωρίς λόγο και αιτία, ενώ όταν υπάρχει αληθινός λόγος να φοβάσαι… Από τύχη έχεις πάρει την σωστή απόφαση και θέλεις να κρυφτείς. Αν όμως η τύχη δεν ήταν με το μέρος σου τότε… Αυτό που θέλω να πω – συγγνώμη αλλά είμαι σε μεγάλη ένταση τώρα – αυτό που θέλω να πω είναι πως πρέπει να κρυφτείς γιατί… Μην με κοιτάς έτσι σαν να μην καταλαβαίνεις, σε παρακαλώ. Ωραία θα τα πάρω τα πράγματα από την αρχή. Θα προσπαθήσω να γίνω εσύ, να μιλήσω σαν κι σένα, άσχετα αν αυτό με κουράζει, γιατί με κουράζει αλήθεια, με κουράζει και με μπερδεύει πολύ. Τέλος πάντων, στο θέμα μας. Είπες ότι τον Ιωάννου τον έπιασαν γιατί είναι ανεπαρκής. Δεν είναι έτσι, αλλά δεν έχει σημασία, όχι ακόμα δηλαδή. Χάθηκα πάλι. Ωραία πάμε ξανά από την αρχή. Τον Ιωάννου λες τον εξαφάνισαν γιατί είναι ανεπαρκής. Πες ότι αυτό συμβαίνει. Από πού και ως που η ανεπάρκεια του Ιωάννου μπορεί να οδηγήσει το καθεστώς στην δική σου σύλληψη; Μη, μην πεις κάτι. Θα μιλήσω εγώ για σένα. Το βασάνισαν τον Ιωάννου λες και τους μίλησε για σένα. Και τους είπε τι; Αφού από αυτά που μου είπες ο Ιωάννου δεν γνώριζε ότι είσαι μέλος της αντίστασης. Θα μου πεις τώρα εσύ, δηλαδή τι θα μου πεις, σχεδόν μου το είπες πριν, αλλά επέτρεψέ μου να το διατυπώσω πιο καθαρά. Θα μου πεις:  οι αναφορές του για μένα μπορεί να ήταν τέτοιες που να έκαναν τους ανθρώπους του καθεστώτος να με υποπτευτούν. Τώρα όλο αυτό εσένα σου φαίνεται λογικό. Πως βασάνισαν τον Ιωάννου για να μάθουν από αυτόν τι; Το ποιόν, το βίο και την πολιτεία κάποιου κατώτερου υπάλληλου; Είναι δυνατόν; Ξαναρωτώ. Είναι δυνατόν να πιστεύεις κάτι τέτοιο; Δεν θα σταθώ άλλο εδώ, γιατί δεν είναι αυτό το μεγάλο κενό της σκέψης σου. Εξαφάνισαν λες τον Ιωάννου, και μάλιστα τον βασάνισαν, γιατί δεν έκανε καλά τη δουλειά του».
»Την κατάλαβα την λογική σου, δεν χρειάζεται να πεις κάτι παραπάνω», είπε η Μαριάννα στο Δημήτρη, όταν τον είδε να ετοιμάζεται να τη διακόψει.
«Οι άνθρωποι της κυβέρνησης το είδαν όλο αυτό, την ανικανότητα δηλαδή ενός στελέχους που τον είχαν εμπιστευτεί και που είχε αποδειχτεί σκάρτος, ως κίνδυνο για την λειτουργία συνολικά του καθεστώτος. Ως θεωρητική κατασκευή, αυτό μπορεί να είναι σωστό. Αν κάτι έβγαλες από όλη αυτή την ιστορία με τον Ιωάννου, είναι το πόσο εύθραυστο, το πόσο εύκολα μπορεί να ανατραπεί ένα καταπιεστικό καθεστώς από ένα φύσημα του αέρα. Το σκέφτομαι τώρα κι εγώ και σου δίνω δίκιο. Όμως Δημήτρη, δεν είναι φύσημα του αέρα, ένας κακός σύμβουλος. Ούτε αέρας, ούτε αεράκι, τίποτα τέτοιο δεν είναι. Όσο για την θεωρητική σου κατασκευή, απομονώνοντάς την, τοιχίζοντάς την γύρω γύρω, της στέρησες τον δικό της αέρα, αυτόν που χρειαζόταν για να αναπνεύσει. Και καθώς είχες κλεισμένο και τον εαυτό σου μέσα σε αυτό το τοίχος, στερήθηκες κι εσύ τον καθαρό αέρα που είχες ανάγκη, με αποτέλεσμα να πνιγείς τυλιγμένος γύρω από ιδέες, σαν αυτές που μου ξεφούρνισες πριν, που απ’ ό,τι βλέπω τις αποδίδεις και στο καθεστώς. Όμως όχι Δημήτρη, κάνεις λάθος. Υπάρχουν ανοιχτά παράθυρα στο καθεστώς. Δεν είναι πια τόσο λογικό, τόσο νευρωτικό, γιατί μάλλον αυτό είναι που θες να πεις, όσο νομίζεις, για να πνιγεί σε μια κουταλιά νερό, επειδή ο Ιωάννου απέτυχε στην αποστολή που του είχαν αναθέσει. Όχι, σου το λέω απερίφραστα: κανένα κυβερνητικό στέλεχος δεν θα εξαφάνιζαν οι άνθρωποι του καθεστώτος επειδή δεν έκανε καλά τη δουλειά του, ούτε φυσικά και θα τον βασάνιζαν.
Κι όμως έχεις δίκιο για τον Ιωάννου. Το πιστεύω κι εγώ. Τον εξαφάνισαν. Έτσι έγιναν τα πράγματα, όχι όμως για τον λόγο που λες εσύ, αλλά για κάποιον άλλον λόγο, πολύ πιο σοβαρό. Βέβαια θα μπορούσαν όλο αυτό να το είχαν κάνει πιο πιστευτό. Θα μπορούσαν ας πούμε να είχαν σκηνοθετήσει ένα ατύχημα κι όχι έτσι απλά να τον εξαφανίσουν τον άνθρωπο, δίνοντάς  σου μάλιστα αυτές τις γελοίες εξηγήσεις, όπως αυτό που σου είπαν, πως Ιωάννου δεν υπήρξε ποτέ. Ένα ατύχημα θα ήταν πιο βολικό, όμως ο πανικός των ανθρώπων του καθεστώτος δεν τους επέτρεψε να σκεφτούν ψύχραιμα. Κι έτσι τον εξαφάνισαν. Όμως δεν απαλλάχθηκαν από αυτόν και το επικίνδυνο μυστικό του. Αντιθέτως με αυτή τους την πράξη τους το εκτίναξαν, το εξακόντισαν το μυστικό πάνω στον πιο φωταυγή ουρανό. Εκεί επάνω είναι τώρα και επιδεικνύεται, δείχνεται και φωνάζει. Είμαι μέλος της αντίστασης. Γιατί αυτό είναι Δημήτρη ο Ιωάννου. Σε αυτό το συμπέρασμα μας οδηγεί η εξαφάνισή του, στο ότι ήταν ένας αντιστασιακός. Ναι ήταν κάποιος που πήγαινε στο γραφείο το πρωί, όχι για να πολεμήσει την αντίσταση, αλλά για να κάνει το ακριβώς αντίθετο, για να βοηθήσει την αντίσταση στον αγώνα της κατά του καθεστώτος.  Μην ψάξεις να βρεις στοιχεία, μην ανοίξεις τα προγράμματά σου και αρχίσεις τις αναλύσεις. Αντιστασιακός και ίσως και της πρώτης γραμμής, αυτό ήταν ο Ιωάννου, γι’ αυτό και ο τόσος πανικός του καθεστώτος. Γι’ αυτό κι εσύ δεν πρέπει να γυρίσεις στη δουλειά. Γιατί ξέρουν για σένα. Τους είπε ο Ιωάννου. Κι αν δεν τους είπε το όνομά σου, από την έρευνα που έχουν κάνει γι’ αυτόν, σίγουρα θα έχουν βρει στοιχεία και για σένα. Κάτι τέτοιο άλλωστε δεν μου είπες κι εσύ προηγουμένως. Μόνο που εκείνη η σκέψη σου ήταν μίση. Τώρα, όμως βγαίνει νόημα».
«Μα δεν, δεν ξε…
«Δεν ήξερε ο Ιωάννου για σένα, ότι είσαι μέλος της αντίστασης; Απ’ ό, τι βλέπω δεν έπιασαν τόπο οι συμβουλές μου. Ετοιμάζεσαι να χαθείς μέσα σε συνειρμούς, να συνδυάσεις δεδομένα και μεταβλητές, ώστε να χτίσεις υποθέσεις που μετά θα υποβάλεις σε αυστηρό έλεγχο, για να βρεις ποια είναι η πιο επικρατέστερη. Ε λοιπόν σου λέω πως ήξερε. Το κατάλαβε, το ένιωσε, έβαλε ανθρώπους και σε παρακολούθησαν, δεν είχε σημασία πως τελικά έφτασε σε σένα. Το θέμα είναι ότι ήξερε. Απλή λογική, όση ακριβώς πρέπει. Ήξερε γι’ αυτό και σε πλησίασε, για να δουλέψετε μαζί κατά του καθεστώτος. Θα στο ξεφούρνιζε, θα σου το έλεγε κι ο ίδιος, όμως πρόλαβε το καθεστώς και τον εξαφάνισε. Είναι όλα τόσο καθαρά. Άκουσέ με σε παρακαλώ. Εμπιστέψου την κρίση μου. Εμπιστέψου την απλή λογική. Να σε γλιτώσω από τον κόπο θέλω. Και να απελευθερώσω το μυαλό σου από υποθέσεις, που πραγματικά δεν έχει κανένα νόημα να τις σκέφτεσαι τώρα. Δεν έχει νόημα, γιατί άλλα πράγματα είναι αυτά που πρέπει να σε απασχολούν τώρα, το πως θα κρυφτείς, ώστε να μη σε βρουν και σε συλλάβουν».
Η ένταση με την οποία μιλούσε η Μαριάννα όλην αυτήν την ώρα, είχε αλλάξει το πρόσωπό της, το είχε κάνει να χάσει τη συμμετρία του. Τώρα όμως που είχε πει όσα ήθελε, ηρέμησε μονομιάς, και έτσι τα μάτια της, το στόμα της, τα μαγουλά της ξαναβρήκαν τη σωστή τους θέση πάνω στον καμβά του προσώπου της. Την ίδια ακριβώς ηρεμία με εκείνη έδειχνε να αισθάνεται και ο Δημήτρης, κάτι που εξέπληξε ευχάριστα την Μαριάννα, η οποία είχε φοβηθεί πως ύστερα από αυτά που του είπε, και με τον τρόπο που τα είπε, θα τον είχε κάνει να τρομοκρατηθεί. Η ευχάριστη όμως έκπληξη δεν κράτησε για πολύ. Σε πολύ λίγο  μετατράπηκε σε ανησυχία για την Μαριάννα, καθώς άρχισε να υποπτεύεται ότι πίσω από την ηρεμία του Δημήτρη, στο μυαλό του μέσα, κρυβόταν κάτι πολύ επικίνδυνο. Σκέφτηκε τότε να πει κάτι για να ταρακουνήσει τις σκέψεις του, για να δει αν όντως υπήρχε εκεί μέσα αυτό το άλλο που φοβόταν. Αντίθετα όμως από ό,τι σχεδίαζε, εντελώς αυθόρμητα, της ξέφυγαν κάποια λόγια παρηγοριάς.
«Θα τα καταφέρουμε. Δεν πρέπει να ανησυχείς. Είμαι κι εγώ εδώ» είπε, όμως αμέσως συνειδητοποίησε ότι είχε κάνει λάθος, πως με αυτά της τα λόγια περισσότερο έξυνε παρά επούλωνε τις πληγές του Δημήτρη. Πριν όμως προλάβει να σκεφτεί κάτι για να καλύψει το σφάλμα της, άκουσε τον Δημήτρη να της λέει:
«Έχεις δίκιο. Έχεις απόλυτο δίκιο. Ο Ιωάννου είναι μέλος της αντίστασης».
Η Μαριάννα, φοβούμενη πως ύστερα από αυτήν την απάντηση του Δημήτρη θα ακολουθούσε κάποιο ξέσπασμα, όπως συμβαίνει – όχι πάντα άλλα αρκετά συχνά - όταν κάποιος έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματικότητα του λάθους του, τού είπε, όμως και πάλι παρηγορητικά.
«Μην κατηγορείς τον εαυτό σου που δεν σκέφτηκες όλα αυτά που σου είπα νωρίτερα. Συμβαίνει Δημήτρη…».
«Όχι δεν είναι αυτό» είπε ο Δημήτρης διακόπτοντας την Μαριάννα.
«Απλά αισθάνομαι ότι έχεις δίκιο. Από τη στιγμή που μου μίλησες. Μόλις τελείωσες αυτά που είχες να μου πεις. Ήταν σαν να μου είπες κάτι που γνώριζα. Δεν ξέρω πώς να στο εξηγήσω, αλλά έτσι νιώθω. Δεν θέλω να αναλύσω τίποτα. Δεν έχω να διερευνήσω τίποτα. Γιατί ξέρω πως ο Ιωάννου είναι μέλος της αντίστασης. Μπορεί να το συνειδητοποιώ τώρα, όμως είναι σαν να το ξέρω εδώ και καιρό».
Ο Δημήτρης είχε πάρει μπρος για τα καλά. Το έβλεπε η Μαριάννα πάνω στα μάτια του, όπου οι σκέψεις του έτρεχαν τόσο πολύ γρήγορα, που ήταν σχεδόν σίγουρη – έτσι πίστευε – ότι ο έλεγχος της συζήτησης θα έφευγε σε λίγο από τα χέρια της. Ήδη, ενώ ετοιμαζόταν να του μιλήσει – αισθανόταν πως ο «λογικός» Δημήτρης που ήξερε της την είχε σκάσει, πως είχε κάνει βουτιά από τον άλλον γκρεμό, αυτόν του παραλόγου, κάτι που είχε κατατρομάξει τη Μαριάννα, για αυτό και βιαζόταν να μιλήσει, μήπως και καταφέρει με τα λόγια της να τον σώσει – ο Δημήτρης τη πρόλαβε λέγοντας:
«Αυτή τη στιγμή είναι η πρώτη φορά που ξέρω τι θέλω. Σας να έχω βρει όλες τις απαντήσεις που έψαχνα. Και δεν εννοώ για τον Ιωάννου, την αντίσταση και το καθεστώς – δεν με νοιάζει καθόλου για όλα αυτά τώρα – αλλά για μένα. Δεν θα πάω στη δουλειά, όχι μόνο γιατί αυτό είναι επικίνδυνο για τη ζωή μου, αλλά γιατί δεν θέλω να πάω. Γιατί αυτή η δουλειά ήταν ένα λάθος, ένα λάθος που θέλω να διορθώσω. Δεν είμαι είκοσι χρονών, όμως δεν είμαι και μεγάλος. Δεν ξέρω πόσα χρόνια ζωής μου απομένουν ακόμα, όμως σίγουρα δεν θέλω να τα περάσω ως αναλυτής στο υπουργείο επεξεργασίας δεδομένων. Το ξέρω τώρα, εδώ μαζί σου, μη με ρωτήσεις πως, γιατί δεν μπορώ να σου εξηγήσω.
»Όταν ήμουν παιδί χόρευα. Σκεφτόμουν μουσικές δικές μου και χόρευα, ρίχνοντας συνεχώς ματιές πάνω στο τοίχο του δωματίου μου όπου κάποιος αόρατος προβολέας έπαιζε την ταινία του μέλλοντός μου. Εγώ με πινέλα στο χέρι, βάφοντας όλον τον κόσμο. Εγώ και λέξεις, εκατομμύρια λέξεις, από όλες τις γλώσσες, πάνω σε μια γραμμή εκκίνησης. Αυτό που θα μπορούσα να είμαι. Κάτι άλλο όχι ένας αναλυτής. Ακριβώς το ίδιο πράγμα αισθάνομαι και τώρα. Θέλω να χορέψω. Ντρέπομαι που στο λέω αλλά έτσι αισθάνομαι. Θέλω να γεμίσω και με τη χαρά ενός  μέλλοντος που με προσπέρασε. Κι έπειτα, αφού αποχαιρετήσω μια και καλή αυτό το μέλλον να κοιτάξω γύρω μου, εκεί που είσαι εσύ, να σε πιάσω από το χέρι και μαζί να ξεκινήσουμε έναν καινούργιο χορό. Να είμαστε δύο μας τώρα, όχι μόνος μου. Να είμαστε δύο μας, προβάλλοντας πάνω στο τοίχο μια καινούργια ταινία, το δικό μας μέλλον, αυτό που θα ζήσουμε μαζί, που όταν σταματήσει ο χορός μας, δεν θα φύγει, αλλά θα στέκει πάνω στο τοίχο μέχρι να το φτάσουμε.
»Έλα μαζί μου. Πάμε να φύγουμε μακριά από εδώ. Μην με κοιτάζεις έτσι, δεν τρελάθηκα. Σ’ αγαπώ μόνο και θέλω να είμαι μαζί σου. Μαζί με σένα, όχι με τον Παύλο, τον Αντώνη, την αντίσταση, τους χάρτες του σχεδίου επίθεσης. Λογικά σκέφτομαι. Να σωθούμε μαζί θέλω. Μαζί να ζήσουμε το όνειρό μας. Άλλωστε δεν υπάρχει τίποτα για σένα εδώ. Αν ξέρουν για μένα, θα ξέρουν και για σένα. Θα το ξετυλίξουν το κουβάρι δεν το βλέπεις; Κάποια στιγμή θα το ξετυλίξουν. Αν όχι τώρα πολύ σύντομα».
«Ούτε κι εγώ θα πήγαινα στη δουλειά. Το ξέρω πως κινδυνεύω. Όμως πως μπορώ να ξεχάσω τον αγώνα που δίνουμε; Πως μπορείς και μου ζητάς κάτι τέτοιο. Σ’ αγαπώ. Σ’ αγαπώ πολύ. Θέλω να είμαστε μαζί και μπορούμε να είμαστε. Να ζήσουμε κι εμείς υπόγεια και να δώσουμε τον αγώνα μας, όπως τόσοι άλλοι νέοι και παλιοί άνθρωποι. Να δώσουμε τον αγώνα μας για την ελευθερία, αλλά και για κάτι άλλο, εξίσου πολύτιμο. Εγώ για σένα κι εσύ για μένα».
«Μόνο στο φως μπορούμε να ζήσουμε. Μόνο στο φως μπορούμε να είμαστε πραγματικά μαζί. Δύο μας χωρίς κανένα κοντά μας. Αυτή θα είναι η δική μας αντίσταση. Η μόνη ίσως αντίσταση που έχει σημασία».
«Θεέ μου πόσο θέλω να είναι αλήθεια όλα αυτά. Πόσο θέλω να μην σου αντισταθώ. Όμως δεν γίνεται, δεν γίνεται. Γύρνα πίσω Δημήτρη. Γύρνα στην…
«Πραγματικότητα. Έλα στην μόνο πραγματικότητα που υπάρχει. Εδώ σε μένα. Σε αυτήν που θα χτίσουμε μαζί. Πιάσε το χέρι μου και πάμε να φύγουμε.
«Πρέπει, πρέπει».
«Πιάσε το χέρι μου και πάμε. Εσύ για μένα κι εγώ για σένα, όπως το είπες. Μαζί για πάντα».

Πρωί τελευταίας μέρας: μέσα στο πτεροκίνητο
Τέλος αισιόδοξο, χολιγουντιανό, άλεκτο στην πραγματικότητα. Λόγια σφηνωμένα πριν την έξοδο, θέλει να πιστεύει ο Δημήτρης, κάτω από τη γλώσσα. Στην πραγματικότητα πολύ πριν από αυτήν, στο κεφάλι του μέσα ξαπλωμένα λόγια πάνω σε καναπέδες αναπαυτικούς, σε χαλιά  χαλίφηδων ξαπλωμένα, λόγια που έλεγε και έβλεπε, γραμμένα με μεγάλες γραμματοσειρές, τα έβλεπε μπροστά του.
Η αλήθεια, στο πτεροκίνητο όπου ήταν μέσα τώρα, έχοντας φύγει εδώ και κάποια ώρα από το σπίτι της Μαριάννας. Η αλήθεια, η υλική, και μια άλλη, υλική και αέρινη, αλήθεια στο τέλος ολόκληρη, ο Ιωάννου, πως ήταν κι αυτός μέλος της αντίστασης, όπως του είχε πει η Μαριάννα, θυμίζοντάς του ότι την ήξερε κι ο ίδιος αυτήν την αλήθεια, όμως δεν θυμόταν από που. Ήρεμος οδηγώντας προς μιαν άγνωστη κατεύθυνση. Ήθελε να μείνει μόνος του να σκεφτεί της είπε, θα της έστελνε μήνυμα της είπε, να βρεθούν ξανά, να δουν τι θα κάνουν. Της το είχε πει, κανείς από τους δυο δεν ήταν ασφαλές να πάει στη δουλειά. Αυτό της το είχε πει.
Τα σύννεφα, στο κεφάλι του μέσα, μια μουντζούρα, έπειτα γαλάζια σύννεφα, στο κεφάλι του μέσα, η Μαριάννα, ανησυχώντας γι’ αυτή κάθε λεπτό που περνούσε, κάθε στιγμή. Θα της το πει άραγε, θα μπορέσει  με τα λόγια του να χαράξει εκφράσεις πάνω στο πρόσωπό της, θα παλέψει αν χρειαστεί με αυτές τις εκφράσεις, το βαλιτσάκι με τα μαχαίρια το έχει για να της χειρουργήσει πρόσωπο αν χρειαστεί; 
Αν χρειαστεί, ακόμα και τώρα λοιπόν κοροϊδεύει το εαυτό του.  Ακόμα και τώρα την βλέπει – φαντάζεται – πως είναι ζυμάρι που πλάθει με χέρια γυμνά.  Στην πραγματικότητα όμως θα βρει πανοπλία μπροστά του. Θα είναι αλλιώς στην πραγματικότητα, θα υπάρξει αντίσταση, το καταλαβαίνει, κι ας μην το ομολογεί.
«Έλα μαζί μου. Πάμε να φύγουμε μακριά από εδώ. Μην με κοιτάζεις έτσι, δεν τρελάθηκα. Σ’ αγαπώ μόνο και θέλω να είμαι μαζί σου. Μαζί με σένα, όχι με τον Παύλο, τον Αντώνη, την αντίσταση, τους χάρτες του σχεδίου επίθεσης. Λογικά σκέφτομαι. Να σωθούμε μαζί θέλω. Μαζί να ζήσουμε το όνειρό μας. Άλλωστε δεν υπάρχει τίποτα για σένα εδώ. Αν ξέρουν για μένα, θα ξέρουν και για σένα. Θα το ξετυλίξουν το κουβάρι δεν το βλέπεις; Κάποια στιγμή θα το ξετυλίξουν. Αν όχι τώρα πολύ σύντομα».
«Πως γίνεται να ακυρώνεις τον αγώνα που δίνουμε με μια μονοκοντυλιά; Τι έπαθες ξαφνικά και μου λες πως δεν σε νοιάζει για τους συντρόφους μας, για τον Παύλο, τον Αντώνη; Πως μπορείς από τη μια στιγμή στην άλλη να τους βγάλεις από τη ζωή σου;».
Σημασία δεν έχουν οι εξηγήσεις που δόθηκαν. Τα μαχαίρια έχουν μόνο σημασία, μέσα στο βαλιτσάκι, που δεν βγήκαν να κάνουν τη δουλειά τους. Τα μαχαίρια, ακίνητα έμειναν στις θήκες τους μέσα. 
«Πως μπορείς από τη μια στιγμή στην άλλη να τους βγάλεις από τη ζωή σου;». Ακόμα κι έτσι, έχοντας να απαντήσει αυτήν την δύσκολη ερώτηση, θα μπορούσε να προσπαθήσει. Θα μπορούσε να βγάλει το πρώτο το μαχαίρι, εκείνο που γράφει επάνω σ’ αγαπώ, στα μάτια της να το μπήξει μέσα να την κάνει να δει καλά, κι έπειτα το δεύτερο, αφού δει, το μεγάλο το μαχαίρι, με αυτό γδέρνοντας όλη την προηγούμενη απογοήτευση από το σώμα της.
Βέβαια, είπαμε, αυτή θα αντιδρούσε, θα πάλευε. Παλεύοντας μαζί της, ακούγοντας την να ουρλιάζει… δεν μπορεί να την ακούει. Και μόνο που το σκέφτηκε. Κάνοντας ένα βήμα πίσω, μένοντας πίσω μαζί με τα μαχαίρια του που δεν βγήκαν από τη θέση τους. Ίσως καλύτερα έτσι. Αυτός και ό,τι θα μπορούσε να είναι, αυτός και η προηγούμενη ζωή του, όπως την ήξερε, αλλαγμένη μόνο από τα γεγονότα της αντίστασης κατά του καθεστώτος – δεν το λες βέβαια λίγο αυτό – από τον Ιωάννου που ήξερε ότι είναι και ο ίδιος αντιστασιακός, και από τους άλλους, τον διευθυντή του και τα άλλα στελέχη του υπουργείου, που σίγουρα το είχαν μάθει.
Μέσα στο πτεροκίνητο μόνος του τώρα, κατεύθυνση άγνωστη, ασφαλής που είναι, ατύχημα κανένα στις διασταυρώσεις του ουρανού, αίμα κανένα. Πετώντας μέσα στο πτεροκίνητο, μια ζωή πετώντας για κάπου, πουθενά, ευτυχία μόνη, πως δεν έχει φτάσει ακόμα, πουθενά.

Αλήθεια νούμερο 1
Αυτό είναι το μέρος που του ταιριάζει.
Στην αρχή μπερδεύτηκε γιατί έμοιαζε πολύ με κάποιο άλλο.
Έμοιαζε σαν όνομα.
Έμοιαζε σαν τοπίο.
Όμως κατάλαβε το λάθος του και βρήκε τον προσανατολισμό του.
Αυτό το μέρος που ανήκει στον χειμώνα.
Όμως το καλοκαίρι όταν έρχεται του δίνει του χειμώνα μια σπρωξιά που νομίζεις ότι δεν θα γυρίσει ποτέ πίσω.
Θάλασσα γύρω, πότε μανιασμένη, πότε ήρεμη.
Αλμυρίκια τα δέντρα το καλοκαίρι.
Άμμος που υποχωρεί κι αφήνει να φανούν οι πέτρες.
Ολόκληρες πλάκες που γίνονται καθρέφτες σαν πέφτει πάνω τους ο ήλιος.
Εκεί γυμνός μόνο, τίποτα δεν μπορείς να κρύψεις.
Το χειμώνα έλατα τα δέντρα.
Και το κρυσταλλωμένο αλάτι πάνω στα πράσινα κλαδιά, χιόνι είναι
Η θάλασσα...λες και δεν υπάρχει. Μπορεί και να μην υπάρχει.
Δεν έχει σημασία.
Δυνατός που είναι εκείνος τώρα. Το μαχαίρι στη σιωπή το έμπηξε καλά.
Κι εκείνη ακολουθώντας, σίγουρος πια, το χέρι της πάνω στο δικό του χέρι που στρίβει τη λαβή.
Μετά με τη βοήθεια κι άλλων, μιας Μαριάνας κι ενός Δημήτρη ακόμα.

Το σπίτι τους ψηλό, πάνω από μια παλιά αποθήκη.
Μια σκάλα εσωτερική οδηγεί στον όροφο.
Μετά ο διάδρομος, και μια τζαμαρία, όσο κρατά ο διάδρομος.
Οι τοίχοι ακανόνιστοι, καμιά αλφαδιά, σαν να είναι πολλοί άνθρωποι από πίσω και σπρώχνουν.
Μετά η κουζίνα, μόλις τελειώνει ο διάδρομος, στην αρχή του σπιτιού, εκεί που δεν πρέπει, εκεί που δεν περιμένει κανείς.
Για τους ξένους είναι.
Να περνάνε πρώτα από τις μυρωδιές των φαγητών, για να ανοίξουν, να δουν αν πρέπει να τους βάλουν μέσα στο υπόλοιπο σπίτι. 
Μετά ένα σαλόνι μικρό με παλιά, ξύλινα έπιπλα.
Μια βιβλιοθήκη με βιβλία από τον 20ο αιώνα.
Ένα μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι κάπου στην άκρη στο σαλόνι και δίπλα μια κούνια.
Τίποτε άλλο.

Δεν ήταν εύκολα.
Όμως δεν το μετάνιωσαν.
Ήταν αποφασισμένοι να μείνουν μαζί μέχρι το τέλος.
Το τέλος που η Μαριάννα το έβλεπε να πλησιάζει.
Και φαινόταν καλό αυτό το τέλος.
Καθώς έβλεπε τα μάτια του Δημήτρη που μετά από τόσο καιρό κοιτούσε προς τη θάλασσα, όταν τύχαινε να περνά κάποιο καράβι.
Και όταν πλησίαζε στον δρόμο που ήταν πάνω από το σπίτι, αυτόν που δεν τον έβλεπαν, τον έκρυβαν τα έλατα.
Όλο και πλησίαζε το τελευταίο καιρό.
Όλο και έστηνε αυτί για να καταλάβει τον ήχο που περνούσε.
Την έβλεπε η Μαριάννα στο πρόσωπο του Δημήτρη την αλλαγή.
Τον άκουσε κιόλας που τις είπε:

Είναι όταν σε πιάνω που καταφέρνω
Σε σένα φτάνοντας
Εγώ μόνο εγώ
Φτάνοντας σε σένα
Τους άλλους τότε σέρνοντας πίσω μου
Εκεί είναι εκεί, μου λες
Εσύ που κοιτάζεις
Κι εγώ σε σένα μόνο που φτάνω
Γέφυρες αφήνοντας πίσω τα βήματά μου.
Έρχονται πάντα έρχονται με διαβεβαιώνει
Πάντα έρχονται
Ήταν βέβαιη, δεν θα περίμενε για πολύ.
Φάνηκε ο δρόμος, φάνηκε η θάλασσα. Υπάρχει λοιπόν η θάλασσα.
Ελεύθεροι ήταν πια να πηγαινοέρχονται.
Μαζί. Κανένας δίπλα τους. Μαζί. Μέσα στον πολύ κόσμο. Για τα ιδανικά τους. Για όλα.

Αλήθεια νούμερο 2
Ρηχή θάλασσα.
Δεν πρόφτασε να γίνει θάλασσα.
Έμεινε καρφωμένη σε μια εφηβεία επάνω για πάντα.
Από εκεί λάμπει σε όλη την οικουμένη.
Πρόσωπο χρυσό για όλους τους αιώνες.
Αέρας υγρός.
Σταγόνες με γεύση γλυφού νερού.
Πάνω γκρίζος ο ουρανός.
Σχεδόν διακόσια χρόνια τώρα.
Γκρίζος από το βορρά σε μια πετονιά δεμένος ήλθε.
Πίσω ακριβώς η πόλη.
Ψυχή καμιά.
Κανείς κάτοικος.
Όλοι έφυγαν.
Ιερή τώρα στεκόταν μόνη.
Κι εκείνος. Περιμένοντας τις μπογιές στους τοίχους  των σπιτιών να ξεθωριάσουν.
Να φανούν τα σπίτια τα παλιά 
Τα χορτάρια να ψηλώσουν.
Οι αναμνήσεις να ζωντανέψουν.
Το άγαλμα.

Στον κήπο.
Πάνω από το άγαλμα
Στο άγαλμα μιλώντας
Αλήθεια πες μου εσύ.
Μοναχικό ταξίδι μακρινό που έκανες ως εδώ.
Από εδώ φωτιά βάζοντας σε όλον τον κόσμο.
Στην ποίηση, στην ζωγραφική, στην επιστήμη.
Ποιο ηφαίστειο σβησμένο είδες που σε τράβηξε;
Οι αναθυμιάσεις, τη λάβα αυτού του τόπου που όλοι είχαν ξεγραμμένο, πώς εσύ την μύρισες από τόσο μακριά;
Απάντηση καμιά.
Καμία δεν περίμενε.
Στα χέρια του μόνο στάχτες.
Στο αέρα σκορπίζοντάς τες.
Σκιές που ψιθυρίζουνε ανθρώπους.
Τις ρωτά.
Καινούργια φωτιά που θα βρω;
Τι ρωτά, κι εκείνες λεν με μια φωνή.
Στο δρόμο που διάλεξες, που είναι οι άλλοι, μέσα ή έξω;

Συγγραφέας φιλόδοξος
Μελάνι αδειάζοντας στο χαρτί
Τα σωθικά τους
Από κάπου μακριά εκείνοι χάρτινοι
Κι εγώ αναπαυτικά σε μια καρέκλα
Με ασφάλεια πλέκοντας τη μοίρας τους
Λαμβάνω τα μέτρα μου
Δεν  είναι μέσα
Έξω από την πόρτα είναι η  παράσταση
Να μη δω στα μάτια τους
Δεν πρέπει
Την ελπίδα που σβήνει
Δεν πρέπει
Έξω από την πόρτα
Οι συγγενείς και οι γείτονες
Αφορμή δεν δίνω
Δικαιοσύνη να μου γυρέψουν
Να έλθουν να κατηγορήσουν
Πως εγώ για το φόνο τους ορμήνευσα
Εγώ
Συγγραφέας φιλόδοξος
Ο Δίας που φαντάστηκα
Ποτέ ο αληθινός
Και ας μου φωνάζει χρόνια τώρα
Να πάρω τη θέση του

Τότε οι στάχτες είπαν:
Καμιά φωτιά καινούργια δεν θα βρεις, κανένα ολοκαύτωμα.
Το κεφάλι σου κόψε, στο στήθος σου επάνω ακούμπα το κι άκου.
Άκου αυτό που ξέρεις, που οι άλλοι σου έχουν πει, αλλά δεν θες να γνωρίζεις.
Άκου το, όπως σε εκείνο το όνειρο τ’ άκουσες.
Μόνο που όνειρο δεν είναι.
Τα λόγια εκείνου του θιάσου, που τα όνειρά σου δανείστηκαν για μια στιγμή, είναι για τον έξω κόσμο, τον πραγματικό.
Τα λόγια εκείνα παιανίζοντας.
Μετρώντας την αντοχή σου στο αίμα άκου τα.
Άκου τα σωστά αυτή τη φορά κι απάντα:
Με τις μπότες το στήθος πατώντας
Η φωνή του πνιγμένου μεριάζει
Νερό τώρα που κελάρυσε
Νέα φωνή νέα που πεθαίνει
Πάνω στη στροφή
Γρήγορα η αλλαγή φρουράς
Καπνός τώρα χωρίς το δάσος
Κανένα σημάδι τίποτα
Καμία προειδοποίηση
Μα κάτι καεί κοντά
Λάβα ρουθουνίζοντας
Που είναι το ηφαίστειο
Ηφαίστειο δεν υπάρχει
Από ψηλά φτύνοντας φωτιά
Ο δράκος των παιδιών
Παιδία και μανάδες λαμπαδιάζοντας
Αξίζει αξίζει
Λύπη καμία για τους νεκρούς
Αξίζει αξίζει
Ένας ένας που έρχονται για τη θυσία
Το γουργουρητό των δανδήδων που σβήνουν
Άρτεμις είναι αυτή
Ελεύθερη έξω από την κάμαρα
Με το τόξο τις σάρκες που κεντάει
Μουσική οι κραυγές και το αίμα που ακούγονται
Του ελαφιού το μάτι απέναντι κοιτάζει  
Θάνατος μαρτυρικός χωρίς τύψεις
Εκτός Πολιτεία Πλάτωνος
Αξίζει αξίζει
Κι εκείνος απάντησε…



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου